O συγγραφέας Δημήτρης Δημητριάδης για τη «Λήθη»

Ξεχάστε με. Μ’ αυτήν την έκκληση, μαζί επίκληση και παράκληση, τερματίζει τον μονόλογό του αυτός που τον ξεκίνησε απευθυνόμενος σε όλους, ή και σε κανέναν, λέγοντας Τώρα αρχίζω. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που έχει φτάσει στο σημείο να έχει υπερβεί κάθε προηγούμενο σημείο, και κατακτήσει την εποπτεία της ζωής του, επιζητώντας πλέον μόνο το πέραν από κάθε τι που συνιστούσε μέχρι την στιγμή εκείνη το σύνολο τού κόσμου. Απεκδυόμενος οποιαδήποτε κατάκτηση και οποιοδήποτε κέρδος, είτε σε προσωπικό είτε σε συλλογικό επίπεδο, αποτιμώντας όλα τα μεγέθη σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δόξας και ματαιοδοξίας, σταθμίζοντας τα οφέλη και τις απώλειες, υπερβαίνοντας νίκες και ήττες, μεγαλεία και κατοχυρώσεις μεγαλείων, δεν επικαλείται πλέον παρά εκείνο που απομένει όταν όλα έχουν διανυθεί και εξαντληθεί ως ιδιωτική και ως δημόσια περιπέτεια : την παραδοχή μιάς ολικής εξαφάνισης που είναι η άλλη όψη τής ολικής λύτρωσης και η μοναδική απόλυτη αντιστοιχία με την αναπόδραστη θνητότητα.

Σημείωμα Δημήτρη Τάρλοου
Οι μοναδικές ομορφιές είναι το προνόμιο του θανάτου
Μετά τον αιώνα του σώματος, τι γίνεται; Πώς ονειρεύεται ο θάνατος; Αυτά αναρωτάται ο Άμλετ, δια της μεταφραστικής πένας του ποιητή Γιώργου Χειμωνά. Ο Δημήτρης Δημητριάδης στη Λήθη του, δεν αναρωτάται τίποτα. Τίποτα πια δεν έχει σημασία. Καμιά μεταφυσική αγωνία, πουθενά ο πυρετός αυτός που προκαλεί κρύα ρίγη, καμιά ελπίδα, τίποτα! Ο
Δημητριάδης γίνεται βέβηλα πρωτοπόρος γιατί αποδέχεται αυτό το τίποτα και παραδίδει σε μας το σώμα, ως μοναδική αξία. Αυτό το κατασυκοφαντημένο από τους κατόχους του σώμα, εκείνο που το ενοχοποίησαν οι θρησκείες κι οι πολιτισμοί, που το έντυσαν, το γελοιοποίησαν, το εξέθεσαν, το πίστεψαν, το εξύψωσαν, το θεοποίησαν, το βίασαν, αυτό το σώμα απασχολεί τον Δημητριάδη. Η αποδοχή του σώματος και του αιώνα του, που είναι μια στιγμή στην αφόρητα μακραίωνη ιστορία του Σύμπαντος, είναι η μοναδική πράξη που ο άνθρωπος μπορεί να κάνει πριν πεθάνει. Είναι όμως μια σημαντική πράξη αυτή η αποδοχή, ακριβώς επειδή είναι η μοναδική. Όλα τα υπόλοιπα είναι ο ενοχλητικός θόρυβος που παράγουν οι άνθρωποι για να θυμούνται ότι υπάρχουν. Για να μην αποδεχτούν τον θάνατο. Η λήθη είναι το ηθελημένο πέρασμα από τον θόρυβο στη γαλήνη του τίποτα. Γι’ αυτό είμαστε πλασμένοι.Όλοι μας. Αλληλέγγυοι του τίποτα. Ο Δημητριάδης μας καλεί να γαληνέψουμε στην ιδέα αυτής της απολύτου αλληλεγγύης. Και να αγαπηθούμε πραγματικά. Να αγαπήσουμε τους Άλλους. Ως Σώμα.