Είναι αναγνωρισμένης αξίας, ιστορικά μνημειώδες, αυθεντικό. Το κλασικό στη Μουσική, συνδέεται με τη διαύγεια της φόρμας, το βάθος του νοηματικού περιεχομένου και την απέριττη χρήση των εκφραστικών μέσων. Κι είναι αυτά τα στοιχεία αναφοράς, που συνδέουν τα έργα που ερμηνεύει η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στη συναυλία Η Μαγεία του Κλασικού απηχώντας κοινές αξίες σε διαφορετικές εποχές.

Η βραδιά ξεκινά με τη μεγαλοπρεπή Συμφωνία αρ. 86 σε ρε μείζονα, Hob I/86 του Γιόζεφ Χάυντν, μία από τις έξι συμφωνίες, γνωστές ως «του Παρισιού», που γράφτηκαν κατά παραγγελία παρισινής Ορχήστρας και γνώρισαν μεγάλη επιτυχία στην Πόλη του Φωτός. Ακολουθεί το παιγνιώδες και ρυθμικό Κοντσέρτο για φαγκότο και 11 έγχορδα του Ζαν Φρανσαί, με το απαιτητικό σολιστικό μέρος του οποίου θα αναμετρηθεί ο Α’ Φαγκοτίστας της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, Αλέξανδρος Οικονόμου.

Η συναυλία ολοκληρώνεται με τη συναισθηματικά έντονη και ενορχηστρωτικά εντυπωσιακή, Συμφωνία σε ρε ελάσσονα του Σεζάρ Φρανκ, κείμενο που αναμφισβήτητα εμπλούτισε την ιστορία της γαλλικής συμφωνίας ενώ απετέλεσε την τελευταία ορχηστρική δημιουργία του Φρανκ. Στο πόντιουμ ο έμπειρος Γάλλος αρχιμουσικός, Νικολά Σαλβέν, στην πρώτη του συνάντηση με το αθηναϊκό κοινό.

Το πρόγραμμα

ΓΙΟΖΕΦ ΧΑΫΝΤΝ (1732 – 1809)| Συμφωνία αρ.86 σε ρε μείζονα, Hob. I/86
ΖΑΝ ΦΡΑΝΣΑΙ (1912 – 1997)| Κοντσέρτο για φαγκότο και 11 έγχορδα
ΣΕΖΑΡ ΦΡΑΝΚ (1822–1890)| Συμφωνία σε ρε ελάσσονα

Γιόζεφ Χάυντν (1732 – 1809)

Ο Χάυντν έζησε το μεγαλύτερο μέρος του δημιουργικού του βίου ως Kapellmeister (μουσικός διευθυντής) στην Αυλή του πρίγκιπα Νικολάου Εστερχάζυ, σε μία σχετική «απομόνωση» από τα ευρωπαϊκά μουσικά δρώμενα, η οποία ωστόσο τροφοδότησε σημαντικά τη φαντασία του, όπως ο ίδιος (και σωστά) θεωρούσε. Παρόλα αυτά, η φήμη του ως συνθέτη ταξίδευε πέραν της Αυλής σε σημαντικά μουσικά κέντρα, όπως η Βιέννη, το Λονδίνο, ακόμα και το Παρίσι, όπου τα πρώτα του κουαρτέτα (έργο 1) είχαν γνωρίσει εκδοτική επιτυχία ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1760. Τον χειμώνα του 1784-85 η Ορχήστρα της «Ολυμπιακής» μασονικής στοάς του Παρισιού, η οποία έδινε τακτικά συναυλίες, παρήγγειλε στον Χάυντν έξι νέες συμφωνίες με οικονομικό αντάλλαγμα 30 χρυσά λουδοβίκεια.

Ο Χάυντν, παρά τις αυξημένες καλλιτεχνικές υποχρεώσεις στην Αυλή του πρίγκιπα Εστερχάζυ, ανταποκρίθηκε με ενθουσιασμό στην παραγγελία, όχι μόνο λόγω της υψηλής αμοιβής αλλά κυρίως για καλλιτεχνικούς λόγους, αφού εύλογα τον ενδιέφερε η αναζωογόνηση της μουσικής του επικοινωνίας με το παρισινό κοινό και μάλιστα μέσα από μία ορχήστρα, η οποία ήταν από τις πιο φημισμένες στην Ευρώπη και διέθετε μάλιστα περίπου τα διπλάσια μέλη από αυτή που ο Χάυντν είχε στη διάθεσή του στο παλάτι των Εστερχάζυ. Έτσι, κατά τα έτη 1785-1786 ο συνθέτης ολοκλήρωσε τις έξι Συμφωνίες (αρ. 82-87) που έμειναν γνωστές ως «Συμφωνίες του Παρισιού» και που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία στις πρεμιέρες τους το 1787.

Μία σύντομη αργή εισαγωγή εισάγει με φυσικότητα το κυρίως γρήγορο μέρος, που βασίζεται σε δύο θέματα, ένα ενεργητικό θέμα με νευρώδη περάσματα στα βιολιά κι ένα δεύτερο θέμα με χαρακτηριστικά παρεστιγμένα, αρκετά πιο σύντομο του αναμενομένου. Αμφότερα όμως, γίνονται το αντικείμενο μίας αναλυτικής και με ενδιαφέρουσες αρμονικές «περιπέτειες» επεξεργασίας.

Το αργό μέρος επιγράφεται ως «καπρίτσιο», όρος που δικαιολογείται απόλυτα στο άκουσμα μίας δραματικής μουσικής γεμάτης αναπάντεχες δυναμικές εισόδους, αρμονικές εκπλήξεις και συναισθηματικές μεταπτώσεις. Με πομπώδη βηματισμό εκτυλίσσεται το ακόλουθο μενουέτο, στο οποίο τα ξύλινα πνευστά παρεμβαίνουν αισθαντικά. Στο ενδιάμεσο Τρίο, το φαγκότο συνδιαλέγεται με τα βιολιά με τρόπο χαριτωμένο και ελαφρώς χιουμοριστικό. Το τέταρτο μέρος επαναφέρει την εξωστρεφή διάθεση του πρώτου και την επεκτείνει σημαντικά, λειτουργώντας ως ένα πληθωρικό φινάλε, που συνδυάζει χειρονομίες όλο χάρη με άλλες πιο εκρηκτικές ή πιο στιβαρές.

 Ζαν Φρανσαί (1912 – 1997)

Ο Ζαν Φρανσαί κατέχει δικαιωματικά μία θέση στο πάνθεον των σημαντικών εκπροσώπων της γαλλικής μουσικής. Μετά από λαμπρές σπουδές στο Ωδείο του Παρισιού, η ζωή του αφιερώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στη σύνθεση, αν εξαιρέσει κανείς την παράλληλη δραστηριότητά του ως πιανίστα. Το δημιουργικό του έργο είναι εντυπωσιακά ογκώδες, αριθμώντας περισσότερες από 200 συνεισφορές σε όλα τα είδη φωνητικής και οργανικής μουσικής (όπερες, μπαλέτα, συμφωνική μουσική, μουσική δωματίου, τραγούδια κ.ά.).

Όπως πολλοί άλλοι Γάλλοι συνθέτες του 20ού αιώνα, έτσι και ο Φρανσαί έδειξε έμπρακτα το ενδιαφέρον του για την ανάπτυξη του ρεπερτορίου των ξύλινων πνευστών γράφοντας τόσο κοντσέρτα όσο και έργα μουσικής δωματίου με πρωταγωνιστές τα όργανα αυτά. Ένα από τα σημαντικότερα έργα αυτής της πτυχής του συνθέτη είναι και το Κοντσέρτο για φαγκότο, που γράφτηκε το 1979 και αφιερώθηκε στον εξέχοντα Γάλλο εκτελεστή και παιδαγωγό του οργάνου, Μωρίς Αγιάρ. Η πρώτη του εκτέλεση δόθηκε στις 20 Μαΐου 1980 στη Φρανκφούρτη από την Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας της πόλης, με σολίστα τον Χορστ Βίντερ.

Το Κοντσέρτο έχει όλα τα κύρια χαρακτηριστικά της μουσικής του συνθέτη του. Όπως ο ίδιος είχε δηλώσει, ο βασικός στόχος του γράφοντας μουσική ήταν να προσφέρει «ευχαρίστηση» στους ακροατές του. Ακολουθώντας τα χνάρια του Φρανσίς Πουλένκ ο Φρανσαί χρησιμοποίησε μία καθαρά τονική γλώσσα. Τα θέματα των μερών βασίζονται σε απλά μοτίβα που αναπτύσσονται εξονυχιστικά, ενώ το φαγκότο συνδιαλέγεται σχεδόν ακατάπαυστα με τα έγχορδα, ο ρόλος των οποίων είναι αυτός ενός ενεργού συνομιλητή (ή σχολιαστή) του σολιστικού οργάνου.

Η δομή όλων των μερών ακολουθεί πιστά και με διαύγεια τα κλασικά πρότυπα, δικαιολογώντας τον χαρακτηρισμό του συνθέτη ως «νεοκλασικού» δημιουργού. Από το Κοντσέρτο δεν λείπουν, όπως είναι αναμενόμενο, οι δεξιοτεχνικές προκλήσεις για τον σολίστα, που είναι πολλές και έντονες. Ωστόσο, το στοιχείο της δεξιοτεχνίας τίθεται ευκρινώς στην υπηρεσία εκφραστικών κυρίως στόχων, συχνά συνδεδεμένων με μία καταιγιστική ρυθμική ενεργητικότητα και μία παιγνιώδη διάθεση, που κυριαρχεί.

Σεζάρ Φρανκ (1822 – 1890)

Παρά τις προσπάθειες του πατέρα του να τον στρέψει προς μία καριέρα δεξιοτέχνη πιανίστα, η ιδιοσυγκρασία του Σεζάρ Φρανκ δεν ήταν συμβατή με τις απαιτήσεις μίας τέτοιας ζωής. Πράος, μετριοπαθής και εσωστρεφής προτίμησε να αφοσιωθεί στην εκτέλεση του εκκλησιαστικού οργάνου, τη διδασκαλία και τη σύνθεση, ζώντας μία ζωή ήσυχη, χωρίς την παραμικρή προσπάθεια αυτοπροβολής.

Ως οργανίστας στον παρισινό ναό της Αγ. Κλοτίλδης ο Φρανκ διακρίθηκε για τους αυτοσχεδιασμούς του, ενώ τα έργα του για όργανο αποτελούν μέχρι σήμερα ακρογωνιαίους λίθους του σχετικού ρεπερτορίου. Για τους μαθητές του, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονται μερικοί σπουδαίοι Γάλλοι συνθέτες, ο Φρανκ υπήρξε ένας εμπνευσμένος δάσκαλος και καταλυτικός καθοδηγητής των αισθητικών τους κατευθύνσεων. Ως συνθέτης εξελίχθηκε αργά αλλά σταθερά κατακτώντας ένα υψηλό επίπεδο ωριμότητας μόλις κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής του, οπότε και έγραψε όλα του τα σημαντικά έργα.

Η Συμφωνία σε ρε ελάσσονα, που αποτελεί την τελευταία ορχηστρική σύνθεση του Φρανκ, γράφτηκε μεταξύ των ετών 1886 και 1888, αμέσως μετά το συμφωνικό ποίημα «Ψυχή», τη διάσημη Σονάτα για βιολί και πιάνο και τις Συμφωνικές Παραλλαγές για πιάνο και ορχήστρα. Η ιστορία της γαλλικής συμφωνίας μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή κάθε άλλο παρά πλούσια ήταν. Η όπερα δέσποζε ως είδος στο Παρίσι και η οργανική μουσική ήταν σχετικά παραμελημένη. Μετά την εμβληματική Φανταστική Συμφωνία του Μπερλιόζ (1830) οι σημαντικότερες γαλλικές συμφωνίες είδαν το φως στο τέλος του 19ου αιώνα, περίπου την ίδια εποχή με τη Συμφωνία του Φρανκ: αξίζει να θυμίσουμε ότι το 1886 ολοκληρώθηκαν η Τρίτη Συμφωνία του Σαιν-Σανς, η Συμφωνία σε σολ ελάσσονα του Λαλό και η Συμφωνία «πάνω σε ένα τραγούδι των γαλλικών βουνών» του Ντ’ Αντύ.

Η πρεμιέρα της Συμφωνίας του Φρανκ δόθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 1889 στο Ωδείο του Παρισιού από την Ορχήστρα του Συλλόγου Συναυλιών του Ωδείου υπό τη διεύθυνση του αρχιμουσικού Ζυλ Γκαρσέν. Η στάση κριτικών και συναδέλφων του συνθέτη απέναντι στη Συμφωνία υπήρξε εξόχως καυστική και σκληρή. Οι έντονες επιρροές του Φρανκ από τη γερμανική μουσική των Μπετόβεν και Λιστ ήταν αναμενόμενο να προξενήσουν τη δυσαρέσκεια των Γάλλων, των οποίων οι μνήμες από τη βαριά ήττα στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο (1870 – 1871) ήταν ακόμα νωπές.

Με την έναρξη της αργής, μελαγχολικής εισαγωγής του πρώτου μέρους ο ακροατής έρχεται σε επαφή με ένα χαρακτηριστικό μοτίβο τριών νοτών, που ακούγεται από τις βιόλες, τα βιολοντσέλα και τα κοντραμπάσα. Το ίδιο μοτίβο αποτελεί θεματικό πυρήνα στο φινάλε του τελευταίου Κουαρτέτου εγχόρδων του Μπετόβεν, στο συμφωνικό ποίημα «Τα Πρελούδια» του Λιστ, ενώ ο Βάγκνερ το χρησιμοποιεί ως καθοδηγητικό μοτίβο «της Μοίρας» στο Δαχτυλίδι του Νίμπελουνγκ. Μετά από ένα αγωνιώδες κρεσέντο το κυρίως γρήγορο τμήμα, γραμμένο σε φόρμα σονάτας, ξεκινά με το πρώτο του θέμα να είναι μία εκρηκτική μεταμόρφωση του ανωτέρω μοτίβου, ενώ το λυρικό δεύτερο να περιστρέφεται γύρω από μία νότα. Και τα δύο θέματα αναπτύσσονται με περίτεχνο τρόπο, ενώ η καταληκτική coda επαναφέρει το αρχικό μοτίβο με θριαμβικούς τόνους.

Το δεύτερο μέρος έχει διττή λειτουργία τόσο ως αργό μέρος όσο και ως σκέρτσο. Πάνω από τα πιτσικάτι των εγχόρδων και την άρπα το αγγλικό κόρνο εκθέτει μία θρηνητική μελωδία. Η κεντρική ενότητα του μέρους είναι ένα ενεργητικό σκέρτσο με πρωταγωνιστές τα έγχορδα, που παίζουν με σουρντίνα. Κατά την επαναφορά της αρχικής μελωδίας, ο συνθέτης συνταιριάζει τους δύο διαφορετικούς ηχητικούς κόσμους αναθέτοντας τη συνοδεία της στα έγχορδα με περάσματα ανάλογα με αυτά που έχουν προηγηθεί στην κεντρική ενότητα.

Το φινάλε οικοδομείται πάνω σε δύο κύρια θέματα, το πρώτο πανηγυρικό και ενθουσιώδες, ενώ το δεύτερο, που εισάγεται από τις τρομπέτες, υμνητικού χαρακτήρα. Στην πορεία ο Φρανκ επαναφέρει στο προσκήνιο θέματα από τα προηγούμενα μέρη, αρχής γενομένης από τη μελωδία του αγγλικού κόρνου στο δεύτερο μέρος, που τώρα πλέον έχει μεταμορφωθεί με ιδιαίτερη επιβλητικότητα. Τα θέματα του πρώτου μέρους εμφανίζονται και αυτά στην coda του μέρους, η οποία ωστόσο κλείνει αποθεωτικά με το πρώτο θέμα του φινάλε.