Η Μανόν Λεσκώ ήταν η τρίτη προσπάθεια του Πουτσίνι στον χώρο του μελοδράματος αλλά η πρώτη με την οποία έδειξε την πραγματική του αξία, προετοιμάζοντας ταυτόχρονα το έδαφος για τα άλλα σπουδαία έργα που θα ακολουθούσαν στη συνέχεια. Η Μανόν Λεσκώ, παρά τον έντονα ρομαντικό χαρακτήρα της, σηματοδοτεί επίσης το πρώτο δείγμα γραφής του Πουτσίνι στη σχολή του βερισμού. Μία ερωτική ιστορία γεμάτη πάθος, η πρώτη όπερα στην οποία διαφαίνεται ξεκάθαρα η ξεχωριστή μουσική γλώσσα του Πουτσίνι. Βασισμένη στο άλλοτε δημοφιλέστατο ηθικοπλαστικό μυθιστόρημα του αβά Πρεβό, η ιστορία του ιππότη Ντε Γκριέ και της Μανόν Λεσκώ έχει μελοποιηθεί από αρκετούς συνθέτες. Η όπερα του Πουτσίνι ξεχωρίζει για την ένταση με την οποία εκφράζει τα συναισθήματα αλλά και τον ορχηστρικό πλούτο της μουσικής.

Τη σκηνοθεσία έχει αναλάβει ένας από τους πιο περιζήτητους σκηνοθέτες της όπερας παγκοσμίως, ο Τζαν Κάρλο ντελ Μόνακο, γιός του διάσημου ιταλού τενόρου Μάριο Ντελ Μόνακο, συμπρωταγωνιστή της Μαρίας Κάλλας την δεκαετία του ’50, στις ιστορικές παραγωγές της Σκάλας του Μιλάνου. Ο Ντελ Μόνακο φωτίζει την αντίθεση της αρετής και της αμαρτίας με σκηνές πάθους αλλά και δράματος, στήνοντας μια παράσταση που προκαλεί έντονες συζητήσεις.

Τον ρόλο της Μανόν Λεσκώ θα ερμηνεύσουν οι διακεκριμένες σοπράνο της νεότερης γενιάς Λάνα Κος από την Κροατία και Ρακέλε Στανίσι από την Ιταλία, τον Λεσκώ ερμηνεύει ο ανερχόμενος Έλληνας βαρύτονος Διονύσης Σούρμπης, τον ρόλο του Ντε Γκριε ο τενόρος Δημήτρης Πακσόγλου και ο γνωστός Iταλός τενόρος Ρέντζο Τζούλιαν.

Η πρεμιέρα της Μανόν Λεσκώ, την 1η Φεβρουαρίου 1893 στο Θέατρο Ρέτζιο του Τορίνο ήταν ένας θρίαμβος για τον Πουτσίνι. Όπως σημείωσε ο ίδιος αργότερα, «Η Μανόν είναι η μοναδική από τις όπερές μου που ποτέ δεν με λύπησε… Μια κόρη υπόδειγμα!». Η Μανόν Λεσκώ παρουσιάστηκε στην Εθνική Λυρική Σκηνή για τελευταία φορά, το 1986, δηλαδή πριν 26 χρόνια.