Με τη σπαρακτική Μαντάμα Μπαττερφλάι του Τζάκομο Πουτσίνι ξεκινάει στις 14 Οκτωβρίου 2020 η φθινοπωρινή σεζόν της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος στο ΚΠΙΣΝ, σε μουσική διεύθυνση Λουκά Καρυτινού και σκηνοθεσία Ούγκο ντε Άνα. Τρεις διεθνώς καταξιωμένες υψίφωνοι εναλλάσσονται στον ρόλο του τίτλου, οι Ερμονέλα Γιάχο, Τσέλια Κοστέα και Κριστίνε Οπολάις.

Με βάση τα περιοριστικά μέτρα για την προστασία της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο διασποράς του κορονοϊού COVID-19 που ανακοίνωσε η Κυβέρνηση, η Εθνική Λυρική Σκηνή ξεκινά τη λειτουργία της με 30% πληρότητα στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος, δηλαδή 420 θέσεις από το σύνολο των 1.400. Επιπλέον, σημειώνεται ότι σύμφωνα με τις οδηγίες της Ελληνικής Πολιτείας, η πώληση των εισιτηρίων θα γίνεται μόνο ηλεκτρονικά ή τηλεφωνικά, η χρήση μάσκας θα είναι υποχρεωτική κατά την είσοδο, την έξοδο και καθ’ όλη τη διάρκεια των παραστάσεων, θα υπάρχουν τουλάχιστον δύο κενές θέσεις εκατέρωθεν των (μονών ή διπλών) θέσεων των καθημένων, θα αποφεύγεται ο συνωστισμός και θα διασφαλίζονται οι προβλεπόμενες αποστάσεις μεταξύ θεατών, καθώς και μεταξύ θεατών και σκηνής / ορχήστρας, ενώ θα τηρούνται ειδικά πρωτόκολλα για τον καθαρισμό, την απολύμανση και τον κλιματισμό / εξαερισμό των χώρων της ΕΛΣ στο ΚΠΙΣΝ.

Για την Εθνική Λυρική Σκηνή η Μαντάμα Μπαττερφλάι του Τζάκομο Πουτσίνι αποτελεί ένα έργο ορόσημο, καθώς υπήρξε η πρώτη όπερα που ανέβασε ο τότε νεοϊδρυθείς οργανισμός στις 25 Οκτωβρίου 1940, τρεις μέρες πριν από την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου. Στην ιστορική εκείνη πρεμιέρα, η οποία πραγματοποιήθηκε στην κεντρική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, παρέστη ο γιος του συνθέτη, ο Αντόνιο Πουτσίνι, αλλά και ο Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα Εμανουέλε Γκράτσι, ο οποίος λίγες ώρες αργότερα θα έδινε στην ελληνική κυβέρνηση το ιταλικό τελεσίγραφο πολέμου.

Φέτος, με τη συμπλήρωση των 80 ετών της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, η Μπαττερφλάι επιστρέφει στο νέο σπίτι της ΕΛΣ, στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, όχι μόνο για να τιμήσει την επέτειο, αλλά και για να σημάνει την επανεκκίνηση της ΕΛΣ μετά την πανδημία και να καταδείξει ότι η τέχνη και ο πολιτισμός επιβιώνουν στις πιο δύσκολες συνθήκες, καθώς αποτελούν την κινητήρια δύναμη για τον άνθρωπο και την κοινωνία.

Ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής της ΕΛΣ Γιώργος Κουμεντάκης αναφέρει: «Επιλέξαμε να ανοίξουμε με το έργο αυτό γιατί τον φετινό Οκτώβριο συμπληρώνονται τα 80 χρόνια από την ιστορική εκείνη πρώτη παρουσίαση της Μπαττερφλάι από την ΕΛΣ στις 25 Οκτωβρίου 1940, τρεις μέρες πριν από την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου. Ο συμβολισμός είναι προφανής: Η ΕΛΣ ήταν πάντα παρούσα και θαρραλέα σε πολύ δύσκολες εποχές και κατάφερνε να σταθεί όρθια ακόμα και σε συνθήκες απολύτως αντίξοες, όπως τότε, όπως και σήμερα».

Η υπόθεση της όπερας αφορά τον μοιραίο έρωτα της δεκαπεντάχρονης γκέισας Τσο-Τσο-Σαν για τον Πίνκερτον, υποπλοίαρχο του Ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Ύστερα από τρία χρόνια απουσίας, ο αξιωματικός επιστρέφει με την Αμερικανίδα σύζυγό του στην Ιαπωνία, μαθαίνοντας ότι έχει αποκτήσει γιο από την Μπαττερφλάι. Εκείνη δέχεται να παραδώσει το παιδί μονάχα στον ίδιο τον Πίνκερτον και στη συνέχεια αυτοκτονεί.

Διάσημη για τις υπέροχες άριες, την πρόδηλα μελωδική μουσική και τη δραματική θεατρικότητά της, η Μαντάμα Μπαττερφλάι συγκινεί διαχρονικά και προκαλεί έντονα συναισθήματα. Ο Πουτσίνι δεν διστάζει να τη χαρακτηρίσει ως την πιο αγαπημένη του όπερα, ενώ με τις μετέπειτα τροποποιήσεις ανάγει την αλαβάστρινη μορφή της ηρωίδας του σε σύμβολο ανεξάντλητης υπομονής και αιώνιας, σταθερής αγάπης.

Τη σκηνοθεσία, τα σκηνικά και τα κοστούμια της παραγωγής, η οποία πρωτοπαρουσιάστηκε το 2013 στο Ηρώδειο, και τώρα αναβιώνει σε μια νέα εκδοχή για τη σκηνή της Αίθουσας Σταύρος Νιάρχος, υπογράφει ο διάσημος Αργεντινός σκηνοθέτης Ούγκο ντε Άνα. Πρόκειται για μια εντυπωσιακή παραγωγή με παραδοσιακά γιαπωνέζικα κοστούμια, ενώ τα σκηνικά και οι προβολές εικονοποιούν με εντυπωσιακό τρόπο τη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου από τη μια και τον ψυχισμό της ηρωίδας από την άλλη. Τις προβολές υπογράφει ο Σέρτζιο Μετάλλι, ενώ τους φωτισμούς ο Βαλέριο Αλφιέρι.

Στη διανομή συναντούμε σπουδαίους Έλληνες και ξένους πρωταγωνιστές. Τον ρόλο του τίτλου ερμηνεύουν τρεις κορυφαίες σοπράνο με διεθνή σταδιοδρομία, η Ερμονέλα Γιάχο, η Τσέλια Κοστέα και η Κριστίνε Οπολάις.

Η Ερμονέλα Γιάχο, η οποία γεννήθηκε στην Αλβανία και κατοικεί στη Νέα Υόρκη, έχει χαρακτηριστεί από τον Economist «η πιο φημισμένη σοπράνο στον κόσμο». Είναι διάσημη για τις μοναδικές ερμηνείες της και την ταύτισή της με τις ηρωίδες που ερμηνεύει. Εμφανίζεται στα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα του πλανήτη, από την Αμερική και την Αυστραλία έως την Ευρώπη και την Ασία, ενώ έχει συνεργαστεί με σπουδαίους μονωδούς, σκηνοθέτες και μαέστρους. Ειδικά για την ερμηνεία της στη Μαντάμα Μπαττερφλάι οι κριτικές που έχουν γραφτεί είναι αποθεωτικές, με αποκορύφωμα τον Independent, που έγραψε για την ερμηνεία της Γιάχο στο Κόβεντ Γκάρντεν ότι «είναι η καλύτερη Μπαττερφλάι που έχει δει το Λονδίνο εδώ και χρόνια».

Η διακεκριμένη υψίφωνος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής Τσέλια Κοστέα έχει συμπράξει με τα μεγαλύτερα θέατρα και τις σημαντικότερες αίθουσες του κόσμου όπως Κρατική Όπερα Βιέννης, Γερμανική Όπερα Βερολίνου, Κοντσέρτχεμπαου Άμστερνταμ, Βασιλική Όπερα Λονδίνου (Κόβεντ Γκάρντεν), καθώς και σε Στουτγάρδη, Μπέργκεν, Όσλο, Μασσαλία, Λιέγη, Βαρκελώνη, Μιλάνο, Κατάνια, Παλέρμο, Μόντενα, Πιατσέντζα, Πεκίνο, Σεούλ, Τόκυο, Σιγκαπούρη και Αθήνα σε ρόλους όπως Μαργαρίτα (Φάουστ), Νέντα (Παλιάτσοι), Μικαέλα (Κάρμεν), Λεονόρα (Ο τροβαδούρος), Δυσδαιμόνα (Οθέλλος), Ελιζαμπέττα (Ντον Κάρλος), Λιου (Τουραντότ), Μιμή (Μποέμ), Τόσκα, Έλενα (Ο σικελικός εσπερινός).

Η Λετονή Κριστίνε Οπολάις πρωτοεμφανίστηκε στην Ελλάδα στα πρώτα της βήματα, το 2008 στην Τόσκα της ΕΛΣ, αφήνοντας εξαιρετικές εντυπώσεις. Αμέσως μετά, η καριέρα της εκτινάχθηκε και πολύ σύντομα αναδείχθηκε σε μια από τις πιο περιζήτητες σοπράνο παγκοσμίως, καθώς συνδυάζει εντυπωσιακά μια μοναδική σκηνική παρουσία με τη δραματικότητα και το μέταλλο της φωνής της. Το ντεμπούτο της στη Μετροπόλιταν το 2014 της έδωσε μια παγκόσμια αναγνωρισιμότητα αφού μέσα σε δύο συνεχόμενες μέρες ερμήνευσε με τεράστια επιτυχία την Μπαττερφλάι και τη Μιμή στην Μποέμ. Μάλιστα την ίδια χρονιά, μετά τις εμφανίσεις της στη Βασιλική Όπερα του Λονδίνου ο Telegraph τη χαρακτήρισε ως την «κορυφαία σοπράνο της εποχής μας στις ερμηνείες των έργων του Πουτσίνι».

Τη διανομή συμπληρώνουν οι τενόροι Τζανλούκα Τερρανόβα και Δημήτρης Πακσόγλου, οι βαρύτονοι Διονύσης Σούρμπης και Νίκος Κοτενίδης, οι μεσόφωνοι Ολέσια Πετρόβα και Χρυσάνθη Σπιτάδη, καθώς και μια πλειάδα Ελλήνων μονωδών.

Η Μαντάμα Μπαττερφλάι με μια ματιά

Ο συνθέτης

O Τζάκομο Πουτσίνι γεννήθηκε στη Λούκκα της Τοσκάνης στις 22 Δεκεμβρίου 1858. Δεν ήταν μόνον το πέμπτο από επτά αδέλφια, αλλά και ο πέμπτος κατά σειρά μουσικός μιας οικογένειας απ’ όπου κατάγονταν οργανίστες του καθεδρικού ναού της πόλης, αρχιμουσικοί και συνθέτες κυρίως εκκλησιαστικής μουσικής. Μέχρι σήμερα ο Πουτσίνι παραμένει ένας από τους επιτυχέστερους Ιταλούς συνθέτες όπερας, καθώς τα περισσότερα έργα του βρίσκονται σταθερά στο ρεπερτόριο των λυρικών θεάτρων του κόσμου. Η προσωπική του γλώσσα διαμορφώθηκε με μεγάλη σαφήνεια ήδη από την τρίτη του όπερα, Μανόν Λεσκώ (1893), ενώ με τα επόμενα τρία έργα του, Μποέμ (1896), Τόσκα (1900) και Μαντάμα Μπαττερφλάι (1904), αναγνωρίστηκε ως ο σημαντικότερος διάδοχος του Τζουζέππε Βέρντι. Η πρόδηλα μελωδική μουσική και η έντονη θεατρικότητα που χαρακτηρίζουν τις όπερές του απάντησαν με επιτυχία στα αιτήματα της εποχής. Πέθανε το 1924, αφήνοντας ανολοκλήρωτη την τελευταία του όπερα, την Τουραντότ (1926).

Το έργο

Η Μαντάμα Μπαττερφλάι είναι «γιαπωνέζικη τραγωδία» σε ποιητικό κείμενο των Τζουζέππε Τζακόζα και Λουίτζι Ίλλικα, εμπνευσμένο από το ομότιτλο μονόπρακτο θεατρικό έργο (1900) του Αμερικανού Ντέιβιντ Μπελάσκο, το οποίο βασίστηκε σε σύντομο διήγημα (1898) του επίσης Αμερικανού Τζων Λούθερ Λονγκ. Αρκετά στοιχεία πηγάζουν επίσης από το μυθιστόρημα Μαντάμ Κρυζαντέμ (1887) του Γάλλου Πιερ Λοτί.

Πρεμιέρες

Η Μαντάμα Μπαττερφλάι πρωτοπαρουσιάστηκε ως δίπρακτη όπερα στη Σκάλα του Mιλάνου στις 17 Φεβρουαρίου 1904. Αναθεωρημένη, σε τρεις πράξεις, δόθηκε στο Μεγάλο Θέατρο της ιταλικής πόλης Mπρέσα στις 28 Μαΐου 1904. Η μορφή στην οποία παρουσιάζεται το έργο στις μέρες μας βασίζεται σε εκδοχή του Πουτσίνι για τον θίασο της Κωμικής Όπερας του Παρισιού που ανέβηκε στη γαλλική πρωτεύουσα στις 28 Δεκεμβρίου 1906.