«Η ισχυρή συνοχή των μορφοπλαστικών τους αναζητήσεων χαρακτηρίζει τη δουλειά του Τάκη Γερμενή, της Αριάδνης Βιτάσταλη και του Άρη Κατσιλάκη. Στη συνάντηση και τη συνύπαρξή τους στην έκθεση Μετά, επικεντρώνονται σε εκδοχές ενός κόσμου “μετά”, μέσα από τα βιώματα και τις πραγματικότητες του σήμερα. Η θεματική τους κινείται σ’ ένα ευρύ φάσμα (από την υπερκατανάλωση, την οικολογία και την επιστήμη έως τη βία, τη μνήμη και τον χρόνο), αντλώντας ένα περιεχόμενο μεστό, ανοιχτό σε πολλαπλές αναγνώσεις. Τα έργα τους κατορθώνουν να προκαλούν υποβλητικές εντυπώσεις και δυνατές εμπειρίες.

Οι ζωγραφικές συνθέσεις του Τάκη Γερμενή παρουσιάζουν τις απόψεις ενός μετα-τεχνολογικού κόσμου στο μεταίχμιο φαντασίας και εφιάλτη, Αποκάλυψης και καταστροφής, οικείου και ανοίκειου ― ενός κόσμου μετά την ολοκληρωτική κατάρρευση του πολιτισμού του, από τα υπολείμματα των καταναλωτικών προϊόντων του οποίου προέρχονται νέοι, μεταλλαγμένοι γονιδιακά οργανισμοί, που αναδύονται και αιωρούνται σε μια ονειρώδη, ρευστή ατμόσφαιρα, ανάμεσα σε απροσδιόριστα, σαρκοβόρα φυτά, τροπική βλάστηση και τοξικές λίμνες, κινούνται και κατακυριεύουν τη γη. Η ακρίβεια της αποτύπωσης των μορφών και του χώρου, οι λεπτές τονικές διαβαθμίσεις, οι εξαιρετικά ευαίσθητες σχεδιαστικές και χρωματικές ποιότητες, φορτίζουν με εκφραστική ένταση τις εικόνες που αποδίδουν, με σουρεαλιστικό τρόπο, την κρίση και την έκπτωση των αξιών στη σύγχρονη κοινωνία, ολοένα και περισσότερο αλλόκοτη και τερατώδη.

Αντίστοιχη αίσθηση, ενός μετα-αποκαλυπτικού κόσμου, επιβάλλεται και στα έργα της Αριάδνης Βιτάσταλη, παρότι η προσέγγιση και τα εικαστικά της μέσα είναι διαφορετικά: επεξεργασμένες φωτογραφίες, τυπωμένες σε σκουριασμένες μεταλλικές επιφάνειες ή λαμαρίνες παλιών αυτοκινήτων, όπου προσαρμόζονται λέξεις με νέον. Η συνύπαρξη εικόνας και λόγου παίζει σημαντικό ρόλο δημιουργώντας ένα σώμα που απευθύνεται και επικοινωνεί. Αφιλόξενα τοπία μιας έρημης γης· εγκαταλελειμμένα κτήρια στο έλεος του χρόνου και του καιρού, με το δάσος που τα περιβάλλει να επεκτείνεται και να τα εξαφανίζει, παραπέμποντας στα ερείπια των χαμένων στη ζούγκλα πολιτισμών της προκολομβιανής Αμερικής. Πρόκειται για εικόνες, που μαζί με εκείνη του ελαφιού στη βροχή, αναφέρονται στις διερρηγμένες σχέσεις πολιτισμένου ανθρώπου και φύσης, με τις λάμψεις του νέον να προσδίδουν απόκοσμη διάσταση.

Τα γλυπτά του Άρη Κατσιλάκη, δουλεμένα σε λευκό πηλό και προσαρμοσμένα σε ξύλινες κατασκευές, συνιστούν παράδοξες νεκρές φύσεις: φυσικές μορφές, απολιθώματα και ζωτικά ανθρώπινα όργανα συνδυάζονται και συμπλέκονται με βιομηχανικά κατάλοιπα, εργαλεία, νάρκες βυθού, αντιασφυξιογόνες μάσκες αλλά και μάσκες με μυτερές απολήξεις σαν ράμφη πουλιών που χρησιμοποιούσαν, από την εποχή του Μεσαίωνα, οι θεραπευτές γιατροί σε περιόδους θανατηφόρων επιδημιών. Είναι τα «ευρήματα» μιας μακρινής, στο μέλλον, ανασκαφής, τα “εκθέματα” ενός δυστοπικού μουσείου της βιολογικής εξέλιξης, των γενετικών μεταβολών, της ακραίας και βίαιης ανθρώπινης δραστηριότητας και συμπεριφοράς. Η πλαστική σαφήνεια, η καθαρότητα των όγκων και των λεπτομερειών, καθώς και η χαρακτηριστική μονοχρωμία αυτών των “ευρημάτων” επιτείνουν το αίσθημα της αποξένωσης, την αποστειρωμένη ψυχρότητα, το μυστήριο και το αίνιγμα της παρουσίας τους.»

Γιάννης Μπόλης
Ιστορικός της τέχνης