Τονικά άλματα, λυρισμός, εκφραστικότητα, δυναμικά περάσματα αλλά και χιούμορ. Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών παρουσιάζει την τρίτη Συναυλία του Κύκλου Σολίστ της ΚΟΑ που κέρδισε κοινό και κριτικούς, online το Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2021, ρίχνοντας «Μια κλεφτή Ματιά στον Κλασικισμό».

Ένα συναρπαστικό πρόγραμμα γεμάτο ερμηνευτικές προκλήσεις. Τρία κορυφαία Κοντσέρτα και μία Συμφωνία. Τρεις αιώνες, τέσσερις συνθέτες, τρεις σολίστες σε έργα κομβικά για το ρεπερτόριό τους. Η βραδιά ανοίγει με το Τέταρτο Κοντσέρτο για Κόρνο, που ο Μότσαρτ αφιέρωσε στον βιρτουόζο κορνίστα, φίλο του, Γιόζεφ Λόιτγκεμπ. Έργο που αναδεικνύει τις λυρικές δυνατότητες του Οργάνου με σολίστα τον Κορυφαίο Α’ στα Κόρνα, Κώστα Σίσκο. Ακολουθεί το Κοντσέρτο για Τούμπα του Βων- Ουίλλιαμς, γραπτό-ορόσημο στο ρεπερτόριό της. Τα αναπάντεχα δεξιοτεχνικά του όρια εξερευνά ο Κορυφαίος Τουμπίστας, Γιώργος- Θεόδωρος Ραράκος. Στη συνέχεια, ο Κορυφαίος Α’ στα Κοντραμπάσα, Νίκος Τσουκαλάς είναι σολίστας στο γεμάτο εναλλαγές Δεύτερο Κοντσέρτο για κοντραμπάσο σε ντο ελάσσονα του Μποτεσίνι, ο οποίος, όχι τυχαία, έχει μείνει στην ιστορία ως «ο Παγκανίνι του κοντραμπάσου». Η συναυλία ολοκληρώνεται με την Πρώτη Συμφωνία, την «Κλασική» του Σεργκέι Προκόφιεφ. Έργο ανυπόκριτης κλασικής φρεσκάδας αλλά και ιδιαίτερου μοντερνιστικού στιλ. Στο πόντιουμ, ο Στάθης Σούλης.

Το σχόλιο του Κώστα Σίσκου

«Είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος που μου δίνεται η ευκαιρία να ερμηνεύσω με την ΚΟΑ το Τέταρτο Κοντσέρτο για κόρνο του Μότσαρτ. Πρώτον, γιατί χαίρομαι πραγματικά κάθε φορά που παίζω με την Ορχήστρα, πόσω μάλλον ως σολίστ. Νιώθω σαν να παίζω στο σπίτι μου, με τους δικούς μου ανθρώπους, νιώθω τη στήριξη και την αγάπη των συναδέλφων και τώρα προστίθεται και η εμπιστοσύνη του κ. Καρυτινού προς όλους εμάς.

Αλλά και γιατί το συγκεκριμένο Κοντσέρτο είναι ένα έργο πολύ κοντά στην καρδιά μου. Η γραφή του μεγάλου συνθέτη φανερώνει τη βαθιά του γνώση για το όργανο, την εμπιστοσύνη του προς τον φίλο του Γιόζεφ Λόιτγκεμπ, ως δεξιοτέχνη, αλλά και τη μεταξύ τους οικειότητα. Όλα αυτά διαφαίνονται  στις τεχνικές και εκφραστικές απαιτήσεις της σύνθεσης, αλλά και στα χιουμοριστικά σχόλια προς τον Λόιτγκεμπ, που αποτύπωσε στη χειρόγραφη παρτιτούρα του ο Μότσαρτ. Η πρόκληση είναι, όχι μόνο να επιβεβαιώσω τις προσδοκίες του συνθέτη και να φανώ αντάξιος του σπουδαίου σολίστα, αλλά και να μπορέσω να αποδώσω τη μεταξύ τους ζεστή φιλία.»

Το σχόλιο του Γιώργου- Θεόδωρου Ραράκου

«Το Κοντσέρτο για τούμπα του Βων-Ουίλλιαμς θεωρείται η κορωνίδα στο ρεπερτόριο του οργάνου. Απαιτεί πολύ μεγάλη δεξιοτεχνία, αντοχή και κυρίως μουσικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι περιλαμβάνεται ως υποχρεωτικό Κοντσέρτο, στις οντισιόν για κάλυψη θέσης Τούμπα σε ορχήστρες παγκοσμίως, καθώς και σε διαγωνισμούς.

Είναι ύψιστη τιμή και χαρά να συμπράξω ως σολίστ με την ορχήστρα που υπηρετώ σχεδόν 3 δεκαετίες. Και ιδιαίτερη συγκίνηση, για το ότι καλούμαι να ξαναερμηνεύσω μετά από 16 χρόνια το συγκεκριμένο έργο με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών.»

Το σχόλιο του Νίκου Τσουκαλά

«Ο Τζοβάνι Μποτεσίνι ο οποίος γεννήθηκε πριν 200 χρόνια (1821-1889), ήταν ο μουσικός που ουσιαστικά έφτασε την τεχνική του κοντραμπάσου σε επίπεδα που μέχρι εκείνη την εποχή ήταν αδιανόητα, χρησιμοποιώντας όλη την έκταση του οργάνου, και άφησε σαν παρακαταθήκη ένα σημαντικό ρεπερτόριο το οποίο θεωρείται, μέχρι και σήμερα, αναπόσπαστο κομμάτι της σόλο εργογραφίας. Ευνόητο λοιπόν είναι ότι το συγκεκριμένο κοντσέρτο, όπως και οποιοδήποτε έργο του συνθέτη για το κοντραμπάσο, κρύβει σημαντικές τεχνικές δυσκολίες για τον σολίστα, ο οποίος συχνά υποχρεούται να φτάνει σε ακραίες περιοχές του οργάνου.

Η σύμπραξη μου ως σολίστ με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, της οποίας έχω την τιμή να αποτελώ μέλος, διέπεται από μια ξεχωριστή συνθήκη. Αναμφίβολα, η συμμετοχή των εκλεκτών συναδέλφων, η ζεστή αίθουσα προβών και ο μοναδικός συναυλιακός χώρος, παγκόσμιας μοναδικότητας, προσδίδουν μια χαλαρή οικειότητα και μεγαλύτερη σιγουριά για το τελικό αποτέλεσμα.»

Το σχόλιο του μαέστρου

«Με αμέτρητη χαρά ανυπομονώ να βρεθώ ξανά στο πόντιουμ της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, κάνοντας μουσική με τόσο υπέροχους ανθρώπους, μα και εξαιρετικούς μουσικούς. Η τιμή είναι τεράστια και τους ευχαριστώ θερμά όλους, έναν προς έναν, την Ορχήστρα, τους Σολίστ, καθώς και τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή, κ. Λουκά Καρυτινό, για την εμπιστοσύνη του.

Σε ένα πρόγραμμα υψηλών απαιτήσεων και υψηλής αισθητικής, η πρόκληση που προκύπτει για τον μαέστρο είναι να δημιουργηθεί με ακρίβεια η απόλυτη ισορροπία ανάμεσα στην ορχήστρα και τους σολίστ, προκειμένου να γεννηθεί η «Αρμονική Αγκαλιά» μεταξύ τους. Όλη αυτή η Ιεροτελεστία θα ολοκληρωθεί με την Κλασική Συμφωνία του Σ. Προκόφιεφ, όπου εκεί  θα «φλερτάρουν» τα μελωδικά νήματα των οργάνων της Ορχήστρας. Είναι πολύ σημαντικό, σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες λόγω της πανδημίας, να νιώθουμε πως έχουμε ο ένας τον άλλον, ακόμη και με την «παρεμβολή» μιας οθόνης ανάμεσά μας.»

ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ

  • ΒΟΛΦΓΚΑΝΓΚ ΑΜΑΝΤΕΟΥΣ ΜΟΤΣΑΡΤ (1756–1791)
    Κοντσέρτο για κόρνο και ορχήστρα αρ.4 σε μι ύφεση μείζονα, K. 495
  • ΡΑΛΦ ΒΩΝ – ΓΟΥΙΛΙΑΜΣ (1872 – 1958)
    Κοντσέρτο για τούμπα και ορχήστρα
  • ΤΖΟΒΑΝΙ ΜΠΟΤΕΣΙΝΙ (1821-1889)
    Κοντσέρτο για Κοντραμπάσο αρ. 2 σε ντο ελάσσονα
  • ΣΕΡΓΚΕΪ ΠΡΟΚΟΦΙΕΦ (1891–1953)
    Συμφωνία αρ.1 σε ρε μείζονα, έργο 25, «Κλασική»

ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ…

ΒΟΛΦΓΚΑΝΓΚ ΑΜΑΝΤΕΟΥΣ ΜΟΤΣΑΡΤ (1756 – 1791)
Κοντσέρτο για κόρνο και ορχήστρα αρ.4 σε μι ύφεση μείζονα, K.495

Allegro maestoso
Romance: Andante cantabile
Rondo: Allegro vivace

Το κόρνο είναι το μόνο πνευστό για το οποίο ο Μότσαρτ έγραψε πάνω από ένα κοντσέρτο (το δεύτερο για φλάουτο είναι μεταγραφή του κοντσέρτου για όμποε). Όλα του τα κοντσέρτα για κόρνο του γράφτηκαν για τον Γιόζεφ Λόιτγκεμπ (1732-1811), έναν από τους μεγαλύτερους βιρτουόζους του κόρνου εκείνης της εποχής. Ο Λόιτγκεμπ υπήρξε στενός φίλος της οικογένειας Μότσαρτ. Μέχρι το 1777 έπαιζε στην ορχήστρα της Αυλής του Σάλτσμπουργκ αλλά μετά αποφάσισε να εγκατασταθεί στη Βιέννη και να ασχοληθεί με το εμπόριο τυριών (με την οικονομική στήριξη του πατέρα του Μότσαρτ) συνεχίζοντας όμως να ασχολείται με το κόρνο, αν και λιγότερο συστηματικά. Η φιλία του Μότσαρτ με τον κορνίστα συνεχίστηκε και στα χρόνια που ο συνθέτης έζησε στη Βιέννη.

Αν και πολλοί ελάσσονες συνθέτες της εποχής έγραφαν κοντσέρτα για το «φυσικό» κόρνο που υπήρχε τότε, η σολιστική του αξιοποίηση ήταν σίγουρα δυσχερής λόγω των περιορισμένων νοτών που αυτό μπορούσε να παραγάγει –το κόρνο με βαλβίδες που χρησιμοποιείται σήμερα έμελλε να εφευρεθεί κατά τον 19ο αιώνα. Έτσι, το κόρνο κατά κανόνα περιοριζόταν σε έναν απλά συνοδευτικό ρόλο μέσα στην ορχήστρα, ενώ λίγοι μόνο δεξιοτέχνες είχαν αναπτύξει μία τεχνική κατάλληλης τοποθέτησης του δεξιού χεριού στην καμπάνα του οργάνου, που τους επέτρεπε να παράγουν περισσότερες νότες με κάποια ακρίβεια. Κρίνοντας πάντως από τις τεχνικές απαιτήσεις των κοντσέρτων του Μότσαρτ, ο Λόιτγκεμπ πρέπει να ήταν όντως ένας εκπληκτικός εκτελεστής.

Το Τέταρτο Κοντσέρτο ολοκληρώθηκε στις 26 Ιουνίου 1786· περιέργως ο συνθέτης χρησιμοποίησε στο χειρόγραφό του τέσσερα διαφορετικά μελάνια (μαύρο, μπλε, κόκκινο και πράσινο), γεγονός που άλλοι ερμηνεύουν ως έναν ιδιότυπο κώδικα για διαφοροποιήσεις στις δυναμικές και άλλοι ως ένα απλό αστείο μεταξύ Μότσαρτ και Λόιτγκεμπ. Το πρώτο μέρος είναι γραμμένο σε τυπική φόρμα σονάτας, που ανοίγει με μία εισαγωγική παρουσίαση των θεμάτων από την ορχήστρα, πριν το σολιστικό όργανο αναλάβει μία εκ νέου έκθεση των θεμάτων, πιο λαμπερή και διανθισμένη. Το αργό μέρος, εκφραστικό και με σαφή έμφαση στο μελωδικό στοιχείο, αναδεικνύει τις λυρικές αρετές του κόρνου. Το φινάλε, όπως συμβαίνει και στα υπόλοιπα κοντσέρτα του Μότσαρτ για κόρνο, είναι ένα σύντομο, ζωηρό ροντό βασισμένο σε ένα θέμα του κόρνου, που επανέρχεται κατά τη διάρκεια του μέρους ηχώντας πάντα σαν μία περήφανη κυνηγετική φανφάρα.

ΡΑΛΦ ΒΩΝ-ΟΥΙΛΛΙΑΜΣ (1872 – 1958)
Κοντσέρτο για τούμπα και ορχήστρα

Prelude. Allegro moderato
Romaza. Allegro sostenuto
Finale – Rondo alla tedesca. Allegro

Στις 13 Ιουνίου 1954 η Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου γιόρτασε τα πενήντα χρόνια από την ίδρυσή της με μία συναυλία που διηύθυνε ο Σερ Τζον Μπαρμπιρόλι. Σολίστ της βραδιάς ήταν ο κορυφαίος τουμπίστας της ορχήστρας Φίλιπ Κέιτλινετ, ο οποίος ερμηνεύοντας το Κοντσέρτο για τούμπα του Βων-Ουίλλιαμς έγραφε ιστορία, καθώς έπαιζε το πρώτο κοντσέρτο για τούμπα από την επινόηση του οργάνου στα 1835. Ο Βων-Ουίλλιαμς ήταν ο σημαντικότερος Άγγλος συνθέτης του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, «διαδεχόμενος» ουσιαστικά τον Έντουαρντ Έλγκαρ ως αντιπρόσωπος της αγγλικής μουσικής στο διεθνές μουσικό στερέωμα. Η επιλογή του να συνθέσει ένα κοντσέρτο για τούμπα φαντάζει ενδεχομένως κάπως εκκεντρική· ωστόσο, ο συνθέτης έδειχνε έμπρακτα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την τούμπα, αναθέτοντάς της συχνά σημαντικό, υψηλών απαιτήσεων ρόλο στα συμφωνικά του έργα. Επίσης, φαίνεται ότι τα λιγότερο προβεβλημένα όργανα ασκούσαν κάποια γοητεία στον συνθέτη (τουλάχιστον στα τελευταία χρόνια της ζωής του), αν αναλογιστεί κανείς ότι λίγα χρόνια πριν το Κοντσέρτο για τούμπα συνέθεσε μία πανέμορφη Ρομάντσα για φυσαρμόνικα και ορχήστρα. Κατά κανόνα, ο ρόλος της τούμπας στο πλαίσιο της συμφωνικής ορχήστρας ή της μπάντας είναι περιορισμένος στην υποστήριξη των αρμονικών θεμελίων, ενώ ο ερεβώδης ήχος της αρκετές φορές αξιοποιήθηκε με γκροτέσκα ή χιουμοριστική διάθεση από τους συνθέτες. Ωστόσο, το αξιοσημείωτο του Κοντσέρτου του Βων-Ουίλλιαμς είναι η ειλικρινής του δραματικότητα και η στιβαρότητα του θεματικού υλικού του. Επιτυγχάνει να φέρει στο φως τις λυρικές δυνατότητες της τούμπας αλλά και να διευρύνει σημαντικά τα δεξιοτεχνικά της όρια, ιδίως με τις δύο ευφάνταστες καντέντσες που κλείνουν τόσο το πρώτο όσο και το τρίτο μέρος του έργου.

TZOBANI ΜΠΟΤΕΣΙΝΙ (1821 – 1889)
Κοντσέρτο για κοντραμπάσο και ορχήστρα αρ. 2 σε σι ελάσσονα

Allegro moderato
Andante
Allegro con fuoco

Ο Μποτεσίνι υπήρξε για το κοντραμπάσο ό,τι ο Παγκανίνι για το βιολί και ο Λιστ για το πιάνο: ένας διάσημος βιρτουόζος με πρωτόγνωρες για την εποχή δεξιοτεχνικές δυνατότητες που με τα έργα του άνοιξε νέους ορίζοντες στη γραφή για το όργανό του – διόλου τυχαίο λοιπόν, ότι τον αποκαλούσαν «ο Παγκανίνι του κοντραμπάσου». Ήδη κατά τα φοιτητικά του χρόνια στο Ωδείο του Μιλάνου (όπου ξεκίνησε να σπουδάζει κοντραμπάσο απλώς και μόνο επειδή κατά την εισαγωγή του ήταν διαθέσιμη μία υποτροφία για τη σπουδή αυτού του οργάνου), ο Μποτεσίνι συνέθεσε ένα Κοντσέρτο για κοντραμπάσο, το οποίο το 1845 επεξεργάστηκε εκ νέου προσθέτοντας στην ορχήστρα πνευστά. Όπως κάθε βιρτουόζος της εποχής, ο Μποτεσίνι καλείτο να συνθέσει τα δικά του έργα για να αναδείξει τις δεξιοτεχνικές ικανότητές του στο όργανό του και το Κοντσέρτο είναι εμφανώς γραμμένο με αυτή τη στόχευση. Ο ίδιος το ερμήνευσε πολλές φορές στη ζωή του και μέχρι σήμερα παραμένει ένα από τα σημαντικότερα έργα του σχετικού ρεπερτορίου, επιβεβλημένο σε διαγωνισμούς και ακροάσεις κοντραμπάσου ανά τον κόσμο. Η επιρροή από τον χώρο του ιταλικού bel canto στο μέρος του σολιστικού οργάνου είναι έντονη. Ποικίλα στολίδια, μεγάλα τονικά άλματα από τη χαμηλή στην ψηλή περιοχή, γωνιώδεις αλλαγές δυναμικής καθώς και αισθαντικές μελωδικές γραμμές (ιδίως στο λυρικό αργό μέρος) είναι τα κύρια στοιχεία της γραφής. Παράλληλα, κατά το πρότυπο του ρομαντικού κοντσέρτου του 19ου αιώνα, η ορχήστρα διατηρεί σημαίνοντα ρόλο στη μουσική εξέλιξη, συνδιαλεγόμενη ενίοτε ως ίσος προς ίσον με το κοντραμπάσο.

ΣΕΡΓΚΕΪ ΠΡΟΚΟΦΙΕΦ (1891 – 1953)
Συμφωνία αρ.1 σε ρε μείζονα, έργο 25 «Κλασική»

Allegro con brio
Larghetto
Gavotte (Non troppo allegro)
Finale (Molto vivace)

Ήδη από τα χρόνια των σπουδών του στο Ωδείο της Αγ. Πετρούπολης, ο Προκόφιεφ είχε δημιουργήσει αίσθηση με τη μοντέρνα, «ριζοσπαστική» του αισθητική και την αιχμηρή αρμονική γλώσσα των συνθέσεών του. Εξίσου σημαντικό στοιχείο του έργου του, ωστόσο, ήταν η διαύγεια της γραφής, σε μορφολογικό, ενορχηστρωτικό και αρμονικό επίπεδο, που αναπόφευκτα τον έφερνε πιο κοντά στις αισθητικές αρχές του Κλασικισμού παρά στο υπερεκχειλίζοντα συναισθηματισμό του Ρομαντισμού. Λίγους μήνες πριν το ξέσπασμα της Οκτωβριανής Επανάστασης, ο Προκόφιεφ καταπιάστηκε με τη σύνθεση της πρώτης του συμφωνίας, που επιχειρούσε να απαντήσει έμπρακτα στο υποθετικό ερώτημα, πώς θα έγραφε ένας συνθέτης σαν τον Χάυντν, αν ζούσε στον εικοστό αιώνα. Ο συνθέτης πίστευε πως θα διατηρούσε το ιδιαίτερο στιλ του αλλά θα ενσωμάτωνε ως έναν βαθμό κάποιες από τις καινοτομίες της εποχής και με αυτό ακριβώς το πνεύμα συνέθεσε τη Συμφωνία, στην οποία έδωσε το προσωνύμιο «κλασική», όχι μόνο λόγω του ύφους της αλλά και με την ελπίδα πως αυτή θα γινόταν ένα αναπόσπαστο κομμάτι του συμφωνικού ρεπερτορίου (πράγμα που αναμφίβολα επετεύχθη). Παράλληλα, ο Προκόφιεφ, αν και βιρτουόζος πιανίστας, θέλησε να πειραματιστεί εν προκειμένω με το να συνθέσει μακριά από το πιάνο, το οποίο είχε αποτελέσει ως τότε σταθερό αρωγό της συνθετικής του δουλειάς. Μία τέτοια πρόσκαιρη «αποτοξίνωση», πίστευε πως θα μπορούσε να γίνει πιο εύκολα και με μεγαλύτερη επιτυχία, εφόσον εκείνος θα κινείτο στο γνώριμο έδαφος του κλασικού στιλ.

Η Κλασική Συμφωνία, εκτελέστηκε πρώτη φορά στις 21 Απριλίου του 1918 στην Αγ. Πετρούπολη (τότε Λένινγκραντ) υπό τη διεύθυνση του συνθέτη. Και τα τέσσερα μέρη της είναι πολύ σύντομα σε διάρκεια, με αποτέλεσμα ολόκληρη η συμφωνία να διαρκεί λιγότερο από όσο το πρώτο μέρος της Ηρωικής του Μπετόβεν. Σε όλο το έργο ο ακροατής έρχεται σε επαφή με μία ανυπόκριτη κλασική φρεσκάδα, μορφολογική καθαρότητα και απέριττες χειρονομίες. Στοιχεία τόσο χαρακτηριστικά στον Χάυντν, όπως οι έντονες αντιθέσεις δυναμικής, ενεργητικά περάσματα υψηλής έντασης αλλά και νοηματικά φορτισμένες εκπλήξεις, έχουν την τιμητική τους και στη Συμφωνία του Προκόφιεφ, διυλιζόμενα όμως μέσα από το ιδιαίτερο μοντερνιστικό στιλ του δημιουργού και την τόσο προσωπική του αίσθηση περί χιούμορ και πρωτοτυπίας.