Το έργο του Wassili Lepanto ξεφεύγει από τα περιορισμένα όρια του ζωγραφικού καμβά˙ μπορεί να τοποθετηθεί στην ευρύτερη διάσταση μιας ολοκληρωμένης κοσμοθεωρίας. Αποτελεί μέρος ενός συνόλου που αντικατοπτρίζει την πολυσχιδή προσωπικότητα του δημιουργού του, ο οποίος εκτός από ζωγράφος, έχει πλούσιο επιστημονικό έργο στον τομέα της γερμανικής φιλολογίας και της ιστορίας της τέχνης, ενώ παράλληλα έχει αναπτύξει έντονη οικολογική δράση.

Αν και άρχισε να ζωγραφίζει σε σχετικά μεγάλη ηλικία, το έργο του χαρακτηρίζεται από εντυπωσιακή συνέπεια, τόσο θεματική, όσο και καλλιτεχνική. Η «εμμονή» με την τοπιογραφία, είναι για τον Lepanto ο δρόμος προς την επανεξέταση του φυσικού περιβάλλοντος, όχι με την προϋπόθεση της πιστής αναπαράστασης του τοπίου, αλλά μέσα από την αναζήτηση της ουσίας του. Με ένα δουλεμένο εκλεκτικισμό, εντάσσει με άνεση στο έργο του ρομαντικά και υπερρεαλιστικά στοιχεία, αδιαφορώντας για την λεπτομερή απεικόνιση της πραγματικότητας, χωρίς όμως να καταλήγει ούτε σε ακραίες σχηματοποιήσεις, ούτε στην απόλυτη αφαίρεση.

Ο Lepanto βλέπει ένα «κλασικό» καλλιτεχνικό είδος, όπως η τοπιογραφία, από μια διαφορετική οπτική γωνία. Τα τοπία που επιλέγει, τα ελληνικά βουνά και οι πεδιάδες, η Τοσκάνη, η γερμανική ύπαιθρος, αλλά και το αστικότοπίο της πόλης όπου ζει, της Χαϊδελβέργης, είναι απαλλαγμένα από κάθε είδους εξιδανίκευση, αν και η αίσθηση της τάξης και της αρμονίας κυριαρχεί.

Η δημιουργία ενός φυσικού χώρου που είναι απόλυτα συνδεδεμένος με τον άνθρωπο, παρά την συνειδητή απουσία της αναπαράστασής του, είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά χαρακτηριστικά της ζωγραφικής του. Ο επαναπροσδιορισμός, άλλωστε, της σχέσης του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον είναι βασική προϋπόθεση της οικολογικής συνείδησης, και κατ’ επέκταση της, κατά τον ζωγράφο, «Οικολογικής Τέχνης».

Η έκθεση που φιλοξενεί το Μουσείο Μπενάκη είναι το αποτέλεσμα μιας γόνιμης και μακροχρόνιας προσπάθειας και συνεργασίας του ζωγράφου και του Μουσείου. Περιλαμβάνει περισσότερα από 70 έργα μεγάλων διαστάσεων,που παρουσιάζουν, με ολοκληρωμένο και σαφή τρόπο, τον ζωγράφο στο ελληνικό κοινό. Θα ήταν, τέλος, παράλειψη να μην αναφερθεί εδώ η πολύτιμη συνεισφορά στην έκθεση του αείμνηστου φίλου, καθηγητή Γιώργου Παπαδημητρίου, ο οποίος ως μέλος της Διοικητικής Επιτροπής του Μουσείου Μπενάκη, είχε πρώτος εισηγηθεί την πραγματοποίησή της.Την έκθεση πλαισιώνουν θεωρητικά κείμενα για την τέχνη του, καθώς και μια προβολή ταινίας για τη ζωή και το έργο του.

Ο Wassili Lepanto γεννήθηκε το 1940 στην Περδικόβρυση Ναυπάκτου. Οδηγήθηκε στην τέχνη μέσα από τις σπουδές του στην ποίηση και τη ζωγραφική. Σε αντίθεση με τους Γερμανούς, που κατευθύνονταν προς το Νότο αναζητώντας με τα μάτια της ψυχής τους τη χώρα των Ελλήνων, εκείνος κατευθύνθηκε προς το Βορρά, την Γερμανία, τη χώρα με τους μεγάλους ποταμούς, τις πλατιές κοιλάδες, τα μεσαιωνικά κάστρα και τα παλάτια, όλα αυτά που αφηγούνταν τα παραμύθια κι εκείνος διάβαζε στα βιβλία του.

Η αρχαιότερη γερμανική πανεπιστημιακή πόλη της Χαϊδελβέργης έγινε η πόλη των σπουδών του. Εκεί, στην Αθήνα του Βορρά, όπως αποκαλούσαν τη Χαϊδελβέργη την εποχή του Ρομαντισμού, εκείνος, που είχε μεγαλώσει στην Αθήνα, βρήκε τη δεύτερη πατρίδα του. Σπούδασε, από το 1964, Γερμανική Φιλολογία, Ιστορία, Ιστορία της Τέχνης και Φιλοσοφία.

Παράλληλα με τις εκθέσεις του στο Παρίσι, στη Βόννη, στη Βιέννη, στη Στουτγάρδη, στο Ελσίνκι, στην Αθήνα, στη Νέα Υόρκη, στη Γενεύη και στη Φλωρεντία συνέγραψε μια σειρά μελετών θεωρίας της τέχνης, όπως το μανιφέστο Τέχνη για τον Άνθρωπο ή για μια Οικολογική Τέχνη (1983), το καλλιτεχνικό ημερολόγιο Πρώιμη Άνοιξη (1993), το δοκίμιο Η ικανότητα και η Τέχνη (1991), ενώ επίσης δημοσίευσε επιστημονικές μελέτες.

Ο Wassili Lepanto έχει αναπτύξει σημαντικές πολιτιστικές και πολιτικές δραστηριότητες στην Χαϊδελβέργη. Το 2009 ίδρυσε την πολιτιστική πρωτοβουλία Χαιδελβέργη, Φροντίδα και Διατήρηση ενάντια στην αλλοτρίωση από αρχιτεκτονικούς εκσυγχρονισμούς. Την ίδια χρονιά εκλέχτηκε δημοτικός σύμβουλος, ενώ το 2011 είναι υποψήφιος βουλευτής στις εκλογές για τη Βουλή του κρατιδίου της Βάδης Βυρτεμβέργης.