“Ο θάνατος του Δαντόν”, το πρώτο θεατρικό έργο του Γκέοργκ Μπύχνερ, το οποίο έγραψε το 1835 σε ηλικία 21 ετών και ενώ αντιμετώπιζε διώξεις για την επαναστατική του δράση, δεν βρήκε το δρόμο του για τη σκηνή παρά μόλις το 1902. Ήταν, ωστόσο, το ανέβασμα του Μαξ Ράινχαρντ το 1916 που το καθιέρωσε, έστω και με καθυστέρηση σχεδόν ενός αιώνα, ως ένα από τα κλασικά έργα της ευρωπαϊκής δραματουργίας. Έκτοτε, ορισμένοι από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του 20ού αιώνα, από τον Τζόρτζιο Στρέλερ, τον Ζαν Βιλάρ και τον Έρβιν Πισκάτορ έως τον Κλάους- Μίκαελ Γκρύμπερ και τον Κριστόφ Μαρτάλερ δοκίμασαν να αναμετρηθούν μαζί του. Στην Ελλάδα, Ο θάνατος του Δαντόν ήταν ένα από τα πρώτα έργα που ανέβασε ο Φώτος Πολίτης στο νέο τότε Εθνικό Θέατρο το 1933, δείχνοντας ιδιαίτερη, για την εποχή, επιμέλεια στους φωτισμούς και τις σκηνές πλήθους. Στο έργο του Μπύχνερ το θέατρο γίνεται το ιδανικό μέσο για την αποτύπωση της τραγωδίας της πολιτικής. Στις σύντομες σκηνές του έργου, ο πολιτικός στοχασμός, οι ρητορικοί αγώνες, η κυνική πολιτική δράση και, κυρίως, η ευμετάβλητη κρίση του πλήθους, συνεργούν προκειμένου να φωτίσουν τις διαφορετικές τάσεις, τα πολλαπλά κίνητρα και τις πολιτικές εκτιμήσεις που συγκροτούν το μωσαϊκό της Γαλλικής Επανάστασης κατά την περίοδο της Τρομοκρατίας. Η επαναστατική θεατρική γραφή γίνεται προνομιακό εργαλείο πολιτικού στοχασμού, καθώς αναδεικνύει τη διαλεκτική της Ιστορίας.

Λίγα λόγια για το έργο:
Ο Δαντόν , μία από τις κύριες μορφές της Γαλλικής Επανάστασης, έχει κουραστεί από τις αδιάκοπες εκτελέσεις και την ανούσια πλέον αιματοχυσία κι έρχεται σε σύγκρουση με τον πρώην σύντροφό του και συνεπαναστάτη, τον πανίσχυρο Ροβεσπιέρο , ο οποίος αρχίζει να δρομολογεί την καταστροφή του. Παρόλο που ο Δαντόν θα μπορούσε να δραπετεύσει και να σωθεί, αφήνει τα γεγονότα με προφανή αδιαφορία να ακολουθήσουν τη ροή τους. Συλλαμβάνεται δικάζεται και τελικά αποκεφαλίζεται. Πίσω από την απάθειά του κρύβεται η φιλοσοφική πεποίθηση ότι κάθε άνθρωπος είναι ανίσχυρος μπροστά στις ιστορικές εξελίξεις και ότι ο ιδεαλιστικός αγώνας για την ελευθερία, τη δικαιοσύνη και τη δημοκρατία δεν έχει κατά βάθος κανένα νόημα, όπως και η ίδια η Δημιουργία. Δεν είναι περίεργο που αυτό το πρώτο έργο του Μπύχνερ θεωρήθηκε από τους συγχρόνους του ως απόλυτα μηδενιστικό. Σήμερα όμως καθηλώνει τον αναγνώστη/θεατή με την ευθύτητά του, τον γλωσσικό πλούτο και τα ριζοσπαστικά φιλοσοφικά νοήματά του. Οι ήρωες προβάλλονται με μια πολυπλοκότητα πέρα από το σχήμα του Καλού και του Κακού. Τόσο ο Ροβεσπιέρος, όσο και ο Δαντόν παραμένουν ως το τέλος βαθιά αινιγματικές προσωπικότητες.