Η δεύτερη καλοκαιρινή παραγωγή όπερας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο Ηρώδειο είναι ο δημοφιλής Οθέλλος του Τζουζέππε Βέρντι. Το σπουδαίο έργο του Βέρντι παρουσιάζεται, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, σε νέα σκηνοθεσία του διεθνώς καταξιωμένου σκηνοθέτη της όπερας Γιάννη Κόκκου, ο οποίος επιχειρεί μια βαθιά ψυχολογική ανάγνωση του έργου. Ο Οθέλλος σηματοδοτεί τη δεύτερη συνεργασία του με τη Λυρική μετά τον περυσινό Ιπτάμενο Ολλανδό, στο ρωμαϊκό ωδείο. Διευθύνει ο Μύρων Μιχαηλίδης, καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

Η όπερα του Βέρντι ακολουθεί την αφήγηση του ομώνυμου σαιξπηρικού έργου, αποδίδοντας την ιστορία του πρωταγωνιστικού ήρωα με μουσική εκρηκτικής δύναμης και υποδειγματική οικονομία εκφραστικών μέσων: μία και μόνον μουσική φράση αρκεί προκειμένου να σκιαγραφήσει τον ηρωισμό και την εκρηκτική δύναμη του Οθέλλου, το άσβεστο μίσος του Ιάγου, την αγνότητα και την καλοπιστία της Δυσδαιμόνας. Λίγα μουσικά μέτρα αποδίδουν με τρομακτική δύναμη την καταιγίδα που μαίνεται στη θάλασσα, ταυτόχρονα και στην ψυχή του κεντρικού ήρωα που θα καταποντιστεί από το βάθρο της δόξας του, παραδομένος στο ένστικτο της ζήλειας του.

Η ιστορία του Οθέλλου είναι γεμάτη έντονες αντιθέσεις και βίαια συναισθήματα. Είναι το έπος του δυνατού μαύρου στρατιώτη, που χάρη στις ξεχωριστές ικανότητες και στη γενναιότητά του έγινε στρατηγός μιας υπερδύναμης, της Γαληνοτάτης. Ο Οθέλλος θα βιώσει παράλληλα την ανασφάλεια της καταγωγής και των «πιστεύω» του, με αποτέλεσμα να χειραγωγηθεί εύκολα από δόλιους αντίπαλους όπως ο Ιάγος και να οδηγηθεί στην κόλαση της καταστροφής. H δράση εκτυλίσσεται στην Κύπρο όπου ο μαύρος κυβερνήτης του νησιού και ηρωικός πολεμιστής Οθέλλος, ωθείται από τον ραδιούργο Ιάγο να στραγγαλίσει την αθώα γυναίκα του, τη Δυσδαιμόνα, πιστεύοντας πως τον απατά. Όταν η συνομωσία του Ιάγου αποκαλύπτεται, ο Οθέλλος αυτοκτονεί.

Η αριστουργηματική μουσική του Βέρντι, ο οποίος συνέθεσε το έργο σε ηλικία 74 ετών, δεκαέξι χρόνια μετά την εμβληματική Αΐντα, άλλοτε χειμαρρώδης και ορμητική και άλλοτε διαυγής και ανάλαφρη, ακολουθεί τις ψυχολογικές διακυμάνσεις των ηρώων χωρίς να χάνει ούτε λεπτό τον ηλεκτρισμό της και διακρίνεται για την πλούσια ενορχήστρωσή της από την πρώτη κιόλας σκηνή της Α’ Πράξης. Η ιδιοφυής μουσική γλώσσα του Ιταλού συνθέτη δένει απόλυτα, σε ένα άρρηκτο σύνολο υψηλής καλλιτεχνικής αξίας, τα μελωδικά κομμάτια με τη δραματικότητα του Σαίξπηρ και τη δύναμη του ποιητικού κειμένου του Μπόιτο, ενώ οι εξαίσιες άριες, τα ντουέτα και τα χορωδιακά μέρη βάζουν το θεατή σε μια κατάσταση συνεχούς εγρήγορσης, αγωνιώντας για το τι θα επακολουθήσει στη συνέχεια της σπουδαιότερης βερντιανής δημιουργίας.

Εκτός από την σκηνοθεσία ο διεθνής Έλληνας Γιάννης Κόκκος υπογράφει τα σκηνικά και τα κοστούμια της παράστασης. Ο Κόκκος έχει παρουσιάσει δουλειές του στα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα του κόσμου από τη Σκάλα του Μιλάνου έως το Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου και από το Ρεάλ της Μαδρίτης έως την Όπερα της Βιέννης και το Μαριίνσκι, έχει συνεργαστεί με τους κορυφαίους μαέστρους (Αμπάντο, Μούτι, Γκάρντινερ, Μέτα κ.α.), ενώ έχει τιμηθεί με πληθώρα βραβείων για το έργο του. Τη δραματουργική επιμέλεια υπογράφει η Αν Μπλανκάρ και τους φωτισμούς ο Μίχαελ Μπάουερ.

Την ευθύνη της μουσικής διεύθυνσης της παραγωγής έχει ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής της της ΕΛΣ, Μύρων Μιχαηλίδης. Ο Αγαθάγγελος Γεωργακάτος διευθύνει την Χορωδία της ΕΛΣ.

Ένα κάστρο που το χτυπούν τα κύματα, ένας χώρος περίκλειστος, όπου ζουν μαζί οι κάτοικοι του νησιού και οι στρατιώτες που τους προστατεύουν από τους εχθρούς της Βενετίας.

Ο Οθέλλος, νικηφόρος στρατηγός, έχει σταλθεί από τη Γαληνοτάτη να κυβερνήσει το νησί. Είναι ένδοξος, δίκαιος, φωτεινός. Είναι μαύρος. Προερχόμενος από διαφορετικό κόσμο δέχτηκε και υπερασπίστηκε τις αξίες ενός άλλου πολιτισμού, μιας άλλης θρησκείας. Κατέκτησε την εμπιστοσύνη της πόλης χάρη στην αρετή και τη δύναμή του. Είναι ευάλωτος, επειδή είναι αβέβαιος για το που ανήκει, για την ταυτότητά του.

Η όμορφη Δυσδαιμόνα που τον συνοδεύει, αντιμετώπισε όλες τις προκαταλήψεις της οικογένειάς της και της βενετσιάνικης κοινωνίας, προκειμένου να τον παντρευτεί. Είναι μία τολμηρή νέα κοπέλα, αισθησιακή, απολύτως απορροφημένη από το έρωτά της για αυτόν το διαφορετικό άνδρα, συνεπαρμένη από τις αφηγήσεις του, οι οποίες της αποκαλύπτουν έναν άλλο κόσμο. Αυτός ο άνδρας και αυτή η γυναίκα ενώθηκαν από το όραμα ενός κόσμου θετικού και μαγευτικού, από την εμπιστοσύνη του ενός προς τον άλλο, η οποία δίνει νόημα στη ζωή.

Ακριβώς αυτή την ιδανική και εξιδανικευμένη ένωση, αυτή την επιθυμία να «είναι» κανείς, το χάρισμα να «είναι» αυτού του ζευγαριού, επιθυμεί να καταστρέψει ο Ιάγος. Και θα το καταστρέψει για πάντα. Ιπποκόμος του Οθέλλου, στενός σύντροφος στις εκστρατείες και στις μάχες «δεν είναι αυτό που είναι» («I am not what I am»), όπως λέει ο ίδιος. Μορφή της νύχτας, γεμάτη κενό, δεν είναι παρά στάχτη. Μεγάλης ευφυΐας, ενεργοποιεί ένα μηχανισμό καταστροφής, ο οποίος αξιοποιεί τις πηγές της ζήλειας, προκειμένου να προκαλέσει την πτώση του Οθέλλου και όλων των αξιών ενός κόσμου που διέπεται από τη λογική.

Ο σκηνικός χώρος στον οποίο διαδραματίζεται η παράσταση αποδίδει ακριβώς αυτό το χάος, τον κόσμο του παραλόγου, έτσι όπως προκλήθηκε από τον Ιάγο κι όπως σταδιακά καταλαμβάνει το πνεύμα του Οθέλλου. Βίαιη αντίθεση μορφών, οι οποίες δανείζονται θέματα από την αρχιτεκτονική του Ηρωδείου και τις αναπαράγουν άτακτα σε μαύρο και άσπρο. Σκάλες που οδηγούν στο πουθενά, προθάλαμοι που διαπερνώνται από παράλογες πόρτες, τοίχοι, καθρέπτες και σκιές θυμίζουν τα χαρακτικά του Έσερ, που καταστρέφουν κάθε αρχιτεκτονική και πνευματική λογική. Κάθε συνεκτική αφήγηση γίνεται σταδιακά δυσαρμονική υπό την αμετάβλητη παρουσία του φτερωτού λέοντα της Δημοκρατίας της Βενετίας, του μόνου ρεαλιστικού στοιχείου στο χώρο.

Ο Σαίξπηρ δημιούργησε με ιδιοφυή τρόπο τη μεταφυσική αποδιοργάνωση, υφαίνοντας αντιθετικές σκηνές, που οργανώνουν τη διαβολεμένη παγίδα της ζήλειας και τον τρομερό πειρασμό της «μη ύπαρξης». Αποδομώντας τους νόμους του μελοδράματος, ο Βέρντι βρίσκει τους ίδιους τόνους προκειμένου να θέσει τα ίδια ερωτήματα, εφευρίσκοντας στο τέλος της ζωής του έναν νέο τρόπο να γράψει για την όπερα, πριν τον Φάλσταφ, το τελευταίο του έργο, που θα ανοίξει οριστικά το δρόμο για τη σύγχρονη όπερα.

Έτσι, τα δύο σκηνικά έργα, η τραγωδία και η όπερα, θέτουν ουσιαστικά ερωτήματα για την εποχή μας: κρίση ταυτότητας, απομόνωση, αμφισημία της πρόσληψης του πραγματικού, την ιδέα του κακού, αποδιοργάνωση του κόσμου και ακαταμάχητο πειρασμό του χάους.