Εκατό περίπου έργα του μεγάλου Έλληνα δημιουργού Σπύρου Παπαλουκά, της γόνιμης εξελικτικής του πορείας από το 1915 έως το 1956, θα παρουσιαστούν στην πόλη της Λάρισας. Αντιπροσωπευτικοί πίνακες, όπως «Βάρκες στο Σηκουάνα, 1918», «Αίγινα, 1923», «Ο ναός της Αφαίας, 1923», «Αρσανάς Μεγίστης Λαύρας, 1924», «Μονή Παντοκράτορος, 1925», «Μονή Καρακάλλου, 1924», «Αρσανάς Μονής Παντοκράτορος, 1935», «Καφενείο στη Μυτιλήνη, 1929», «Θάλασσα στην Πάρο, 1948» και «Σπίτια στην Ύδρα, 1955», μεταξύ των άλλων, αποκαλύπτουν τον πλούσιο κόσμο των αξεπέραστων ζωγραφικών του κατακτήσεων.

Όλα τα έργα ανήκουν στη συλλογή του Ιδρύματος Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Βασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη και αποτελούσαν μέρος των πρόσφατων εκθέσεων του μεγάλου απόντα της ελληνικής ζωγραφικής, Σπύρου Παπαλουκά, στην Αθήνα (Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη, 2007-2008), στην Κωνσταντινούπολη (Σισμανόγλειο Μέγαρο, 2008) και στη Θεσσαλονίκη (Δημοτική Πινακοθήκη, Άνω Τούμπα, 2008).

Η καθηγήτρια της Ιστορίας της Τέχνης και Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα τονίζει, μεταξύ των άλλων, στον πολυσέλιδο κατάλογο της έκθεσης «Ο Σπύρος Παπαλουκάς κατάγεται από τη Δεσφίνα, ένα ορεινό χωριό της Ρούμελης όχι μακριά από τους Δελφούς. Το επιβλητικό τοπίο και τα «ζωντανά αγάλματα» που είχε ξεθάψει πριν λίγα χρόνια η αρχαιολογική σκαπάνη ήταν αρκετά για να αναφλέξουν την κρυμμένη σπίθα του επίδοξου δημιουργού. Αυτό το δίπολο Φύση και Τέχνη θα ορίσει το αισθητικό και πλαστικό πεπρωμένο της τέχνης του Παπαλουκά: γιατί, αν «η φύση είναι το θαύμα του θεού», «η τέχνη είναι το θαύμα του ανθρώπου», δηλώνει ο ζωγράφος, απηχώντας ίσως ασύνειδα την αναγεννησιακή σύλληψη του καλλιτέχνη ως θεού δημιουργού, ως deus artifex. Ο Παπαλουκάς, αντίθετα από τους αστούς καλλιτέχνες, είναι λόγω καταγωγής, όπως παρατήρησε δίκαια ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, «καλλιτέχνης με συνείδηση χωρικού». Αυτό εξηγεί την ιδιαίτερη σχέση του με τη φύση. «Σαν ήμουν στο χωριό μου, γνώρισα από μικρός τον τόπο μου μ’ όλες τις λεπτομέρειες. Περπάτησα στις λαγκαδιές, στα μονοπάτια, στα βουνά του, με τις χαράδρες του και τις νεροσυρμές, με τα χιόνια και τις βροχές». Η σχέση του με τη φύση είναι βιωματική, σωματική. Γι’ αυτό θα παραμείνει ένας από τους πιο πιστούς «προσωπογράφους» της ελληνικής υπαίθρου. Η τοπιογραφία θα διατηρήσει το πρωτείο στην ευάριθμη άλλωστε θεματική του ζωγράφου και θα καταγράψει με τις μεταμορφώσεις της όχι μόνο την ιδιομορφία του κάθε τόπου που μελετά αλλά κυρίως τη βαθμιαία ωρίμανση και τις διακυμάνσεις της πλαστικής του αναζήτησης.

Και συνεχίζει «Ο Σπύρος Παπαλουκάς είναι κατ’ εξοχήν τοπιογράφος. Σ’ ένα κείμενό του δίνει το κλειδί για να εννοήσουμε τον τρόπο που αντιλαμβάνεται το τοπίο: «Το τοπίο είναι αντικείμενα σε διάφορες αποστάσεις, που χαρακτηρίζονται με χρώματα, σε διάφορες πλοκές, οριζόντιες, κάθετες, διαγώνιες, κ.τ.λ. Το όραμά του είναι τόσο δυσκολότερο να το συλλάβουμε όσο μεγαλύτερη είναι η πλοκή του. Η δραματική εμφάνιση ενός τοπίου είναι η στιγμή που τα σχήματα και τα χρώματα βρίσκονται στο σημείο ακριβώς που πλησιάζει το ένα το άλλο επειδή το χρώμα μεταβάλλεται έξω από την απόσταση και από το φως∙ από την ποσότητα και τη θέση που βρίσκεται».