Με φόντο το ατελιέ του Πικάσο στην οδό Ογκουστίν.
Ο διάσημος ζωγράφος, η θηριώδης προσωπικότητα, το επικίνδυνο αρσενικό – ο Ταύρος.
Μαζί του, επτά γυναίκες. Επτά σύντροφοι, επτά μούσες: Μίρνα Ζιένοβιτς, Ζακλίν Ροκ, Φρανσουά Ζιλό, Ζενεβιέβ Λαπόρτ, Mαρί Τερέζ Βαλτέρ, Όλγα Πικάσο, Ντόρα Μάαρ.
Ο έρωτας, η έλξη και η δημιουργία, η θυσία και η καταστροφή.

Σημείωμα σκηνοθέτη
Η προσωπική ζωή του Πικάσο περιβάλλεται από μύθο. Ο ίδιος απαιτούσε οι ερωτικές του σχέσεις να είναι μυστικές. Οι μαρτυρίες που έχουμε για τη συμπεριφορά του απέναντι στις γυναίκες που ζωγράφισε και που στάθηκαν πηγή της έμπνευσής του μας αποκαλύπτονται από τις σχέσεις του Πικάσο με τα μοντέλα του, από τα οποία απαιτούσε τέλεια υποταγή, κάτι που οδηγούσε στη ζήλια και το σαδισμό. Στα γραπτά τους, οι γυναίκες αυτές, άλλες αναφέρουν ότι συνάντησαν τον «Διάβολο» και άλλες ότι «μετά τον Πικάσο υπάρχει μόνο ο Θεός». Ο έρωτας που έζησαν μαζί του ήταν έντονος και καταστροφικός. Σαν άλλος Δον Ζουάν, φοβόταν το θάνατο και τη μοναξιά και εκτονωνόταν μαζί τους σε ένα βίαιο, ζωώδες ερωτικό παιχνίδι που έκρυβε μέσα του το θάνατο. Κάποιες από αυτές, μη αντέχοντας την απουσία του, οδηγήθηκαν στην αυτοκτονία ή στην τρέλα.
[…]
Τα πρόσωπα που ζωγράφιζε ζούσαν καταστάσεις πέρα από το συνηθισμένο και το καθημερινό. Αυτή η υπέρβασή τους, σε αναγκάζει να ζητήσεις από τους ηθοποιούς σου διαφορετικούς υποκριτικούς κώδικες στην εκφορά του λόγου, σε κίνηση κι εντάσεις, για να μπορέσεις να πλησιάσεις τη δυναμική του Πικάσο, όταν πάσχιζε να βάλει στα κάδρα του αυτές τις γυναίκες που θα αφήσουν το αποτύπωμά τους στο χρόνο.

Η αφήγηση γίνεται κινηματογραφική, με σκηνές που μοιράζονται σε πλάνα και «μοντάρονται» με μουσική και με φωτισμό. Τα πρόσωπα του έργου κινούνται εγκλωβισμένα σ’ ένα μαύρο κουτί, έτσι όπως διαμορφώθηκε ο σκηνικός χώρος του εναλλακτικού θεάτρου Beton7.