Η Εθνική Λυρική Σκηνή από τις 6 έως τις 15 Δεκεμβρίου στην Αίθουσα Α. Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών παρουσιάζει «Ριγολέττο» του Βέρντι σε μουσική διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού και σκηνοθεσία Νίκου Σ. Πετρόπουλου. Από το 1851 που πρωτοπαρουσιάστηκε στη Βενετία έως σήμερα ο «Ριγολέττος» έχει χαρακτηριστεί μια από τις δημοφιλέστερες όπερες όλων των εποχών. Κατά τη διάρκεια της φετινής χρονιάς, όπου εορτάζονται τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Ιταλού συνθέτη, ο «Ριγολέττος» παρουσιάζεται σχεδόν σε όλα τα λυρικά θέατρα της υφηλίου.

Η Εθνική Λυρική Σκηνή παρουσιάζει για μόνο οκτώ παραστάσεις το «Ριγκολέττο» σε σκηνοθεσία, σκηνικά και κοστούμια του Νίκου Σ. Πετρόπουλου. Ο Πετρόπουλος έχει μεταφέρει τη δράση από τη Μάντοβα του 16ου αιώνα στην Ιταλία του Μουσολίνι, λίγο πριν από το ξέσπασμα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Το αλαζονικό περιβάλλον του έκλυτου Δούκα της Μάντοβας μεταφέρεται σε αυτή την εποχή της συνομωσίας και της υπεροψίας. Η έντονα δραματική μουσική του Βέρντι δένει με μια ατμόσφαιρα, όπου όλοι και όλα κινούνται μέσα σε σκιές.

Η ιστορία μιλά για τον έρωτα της Τζίλντας, κόρης του καμπούρη αυλικού γελωτοποιού Ριγολέττου, για τον έκλυτο Δούκα της Μάντοβας, ο οποίος της παρουσιάζεται ως φτωχός φοιτητής. Προκειμένου να εκδικηθεί για τη χαμένη τιμή της κόρης του, ο Ριγολέττος καταστρώνει τη δολοφονία του Δούκα. Ανακαλύπτοντας τα σχέδια του πατέρα της, η Τζίλντα αποφασίζει να σώσει τον αγαπημένο της και να θυσιαστεί παίρνοντας τη θέση του.

Ο συνθέτης: Ο Τζουζέππε Βέρντι, ο διασημότερος συνθέτης του ιταλικού ρομαντισμού, γεννήθηκε στο Λε Ρόνκολε της βόρειας Ιταλίας το 1813 και πέθανε στο Μιλάνο το 1901. Σπούδασε μουσική στο επαρχιακό Μπουσσέτο και στη συνέχεια στο Μιλάνο. Τα πρώτα του έργα γράφηκαν μέσα στο επαναστατικό κλίμα της εποχής, απηχώντας ιδεολογικά τον αγώνα για την απελευθέρωση των ιταλικών κρατιδίων από τους Αυστριακούς και την ενοποίησή τους σε κυρίαρχη χώρα. Η ενασχόληση του Βέρντι με την πολιτική τον ανέδειξε σε εθνικό σύμβολο. Ως ακροστιχίδα το σύνθημα Viva Verdi σήμαινε «Ζήτω ο Βίκτωρ Εμμανουήλ» βασιλιάς της Ιταλίας-Viva Vittorio Emanuele Re D’ Italia. Το 1861 ο συνθέτης εξελέγη μέλος του πρώτου ιταλικού κοινοβουλίου. Διασημότερες όπερές του είναι οι «Ναμπούκκο» (1842), «Ριγολέττος» (1851), «Ο τροβαδούρος» (1853), «Η παραστρατημένη/Τραβιάτα» (1853), «Η δύναμη του πεπρωμένου» (1862), «Αΐντα» (1871), «Οθέλλος» (1887) και «Φάλσταφ» (1893). Με τη μουσική του ο Βέρντι εξέφρασε σε αισθητικό επίπεδο το πνεύμα του ώριμου ρομαντισμού και σε πολιτικό επίπεδο την επιθυμία των συμπατριωτών του να δουν την Ιταλία ελεύθερη και ενωμένη. Αγαπήθηκε από ιδιαίτερα πλατύ κοινό και απέκτησε εξαρχής δημοτικότητα που παραμένει αμείωτη μέχρι σήμερα. Στις ιστορικές, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες του 19ου αιώνα, ο Βέρντι υπήρξε ο συνθέτης που έζησε εκείνη τη μοναδική στιγμή στην Ιστορία της μουσικής, κατά την οποία η υψηλή τέχνη έγινε ταυτόχρονα και λαϊκή.

Α’ Πράξη: Αίθουσα στο δουκικό μέγαρο, Μάντοβα, 16ος αιώνας. Κατά τη διάρκεια μιας γιορτής στο ανάκτορο ο Δούκας της Μάντοβας διηγείται στους αυλικούς τις νέες «περιπέτειές» του. Μιλά για μια όμορφη κοπέλα που έχει προσέξει στην εκκλησία και την οποία επιθυμεί να κατακτήσει. Την ίδια στιγμή φλερτάρει την κόμισσα του Τσεπράνο. Ο Ριγολέττος, ο καμπούρης γελωτοποιός της Αυλής, χλευάζει το σύζυγο της κόμισσας και παροτρύνει το Δούκα να εξορίσει, ακόμα και να εκτελέσει τον κόμη του Τσεπράνο. Όταν ο ιππότης Μαρούλλο διαδίδει τη φήμη ότι ο Ριγολέττος έχει κρυφή ερωμένη, όλοι μαζί οι αυλικοί αποφασίζουν να τον εκδικηθούν απάγοντάς την. Ο κόμης του Μοντερόνε κατηγορεί το Δούκα ότι έχει ατιμάσει την κόρη του και, ενοχλημένος από τα ειρωνικά σχόλια του γελωτοποιού, καταριέται τόσο τον Ριγολέττο, όσο και το Δούκα. Σε ένα δρόμο κοντά στο σπίτι του Ριγολέττου. Αναλογιζόμενος συνεχώς την κατάρα του κόμη του Μοντερόνε, ο Ριγολέττος επιστρέφει στο σπίτι του. Λίγο προτού φτάσει, τον πλησιάζει ο Σπαραφουτσίλε, δολοφόνος επί πληρωμή. Στο σπίτι η Τζίλντα, κόρη του Ριγολέττου, διαβεβαιώνει τον πατέρα της ότι δε βγαίνει παρά μόνο για να εκκλησιαστεί. Όταν ο Ριγολέττος αποσύρεται, εμφανίζεται ο Δούκας, ο οποίος κρυφακούει την Τζίλντα να εξομολογείται στη βάγια της ότι αισθάνεται ενοχές, επειδή δεν ανέφερε στον πατέρα της τον άγνωστο νεαρό που έχει συναντήσει στην εκκλησία, ο οποίος δεν είναι άλλος από το Δούκα. Τη στιγμή που μιλά για τον έρωτά της, εμφανίζεται ο Δούκας και εκφράζει στην Τζίλντα τα αισθήματά του, λέγοντάς της πως είναι φτωχός σπουδαστής. Στο μεταξύ, καταφτάνουν ο κόμης του Τσεπράνο, ο Μπόρσα και ο Μαρούλλο με σκοπό να απαγάγουν αυτήν που νομίζουν ερωμένη του Ριγολέττου. Όταν ο γελωτοποιός τους ξαφνιάζει, εκείνοι τον πείθουν ότι θέλουν να απαγάγουν την κόμισσα του Τσεπράνο και του ζητούν να τους βοηθήσει. Ο Ριγολέττος δέχεται, και εκείνοι του δένουν τα μάτια. Καθυστερημένα, αφού οι άνδρες έχουν αρπάξει την Τζίλντα, ο πατέρας της συνειδητοποιεί την αλήθεια.

Β’ Πράξη: Στο δουκικό μέγαρο. Οι ευγενείς, που ακόμη αγνοούν την πραγματική σχέση της κοπέλας με το γελωτοποιό, πληροφορούν το Δούκα ότι έχουν απαγάγει την ερωμένη του Ριγολέττου. Ο Δούκας σπεύδει να τη βρει, ώστε να μείνει μόνος μαζί της. Ο Ριγολέττος εκλιπαρεί τους αυλικούς να την ελευθερώσουν. Έπειτα εμφανίζεται η Τζίλντα, κυριευμένη από έρωτα αλλά και τύψεις. Οι αυλικοί ξαφνιάζονται μόλις συνειδητοποιούν ότι δεν πρόκειται για την ερωμένη αλλά για την κόρη του γελωτοποιού. Οργισμένος, ο Ριγολέττος ορκίζεται ότι θα εκδικηθεί το Δούκα.

Γ’ Πράξη: Κοντά στον ποταμό Μίντσο, στα περίχωρα της Μάντοβας. Ο Ριγολέττος και η Τζίλντα φτάνουν σε ένα μαγειρείο, όπου βρίσκεται επίσης ο Σπαραφουτσίλε. Ο Ριγολέττος κλείνει συμφωνία μαζί του, σχεδιάζοντας τη δολοφονία του άνδρα που ατίμασε την κόρη του. Λίγο αργότερα η Τζίλντα βλέπει κρυφά το Δούκα να φλερτάρει τη Μανταλένα, αδερφή του Σπαραφουτσίλε. Γοητευμένη από το Δούκα, η Μανταλένα παρακαλεί τον αδερφό της να αθετήσει τη συμφωνία με το γελωτοποιό. Εκείνος της υπόσχεται ότι, αν κάποιος άλλος μπει την κατάλληλη στιγμή στο μαγειρείο, θα σκοτώσει εκείνον αντί του υποψήφιου θύματος. Η ερωτευμένη Τζίλντα, η οποία κρυφακούει τη συνομιλία, αποφασίζει να θυσιάσει τη ζωή της. Πράγματι, μεταμφιεσμένη σε άνδρα, χτυπά εγκαίρως την πόρτα τους. Ο Ριγολέττος καταφτάνει με τα χρήματα. Ο Σπαραφουτσίλε του παραδίδει μέσα σε σακί ένα δολοφονημένο σώμα. Προτού ρίξει το πτώμα στον ποταμό, ο Ριγολέττος ακούει από μακριά τη φωνή του Δούκα. Κατάπληκτος, ανοίγει το σακί και αντικρίζει την ετοιμοθάνατη κόρη του. Απελπισμένος, θυμάται και πάλι την κατάρα του κόμη του Μοντερόνε.