Δύο χρόνια μετά τη Θεία Κωμωδία, που χαρακτηρίστηκε ως μία από τις σπουδαιότερες παραστάσεις της δεκαετίας (Le Monde) , η νέα παραγωγή της ομάδας Societas Raffaello Sanzio παρουσιάζει ένα θέαμα όπου κυριαρχεί η εικόνα του Χριστού, έτσι όπως την έχει φανταστεί η ανθρωπότητα από την Αναγέννηση μέχρι σήμερα. Στο βάθος της σκηνής κυριαρχεί μία υπερμεγέθης αναπαραγωγή του Σωτήρα του Κόσμου του Αντονέλο ντα Μεσίνα (1465). Κάτω από το βλέμμα του Υιού του Θεού, ξετυλίγεται η ιστορία ενός άλλου πατέρα με τον γιο του, ενός πατέρα που λόγω ηλικίας έχει απόλυτη ανάγκη τη φροντίδα του παιδιού του. Το κοινό έρχεται αντιμέτωπο με ιδιαίτερα σκληρές σκηνές της ανημπόριας του πατέρα, ενώ δημιουργείται μία έντονη αντίθεση: το παρηγορητικό κήρυγμα του Χριστιανισμού, όπως αυτό αντιπροσωπεύεται από την ηρεμία του προσώπου του Ιησού, απέναντι στην απαρηγόρητη ανημπόρια της πραγματικότητας των γηρατειών. Η παράσταση όμως δεν έχει σκοπό να μιλήσει ούτε για θρησκευτικά ζητήματα, ούτε να είναι επιδεικτικά προκλητική. Κρατώντας αποστάσεις από τον μυστικισμό, ο Καστελλούτσι δημιουργεί ένα σύμπαν στο οποίο η εικόνα του Χριστού είναι απλώς η εικόνα ενός άντρα, ενός άντρα που στέκεται γυμνός μπροστά στους άλλους, όπως στο θρησκευτικό σύμπαν οι άλλο στέκονται γυμνοί μπροστά σε Αυτόν.

Η παράσταση απέχει πολύ από το να είναι ένα θεολογικό μανιφέστο και μιλάει τελικά για μία θεμελιώδη αρχή της ομάδας Societas Raffaello Sanzio, για την οποία η θρησκεία δεν είναι κάτι το μυστικιστικό. Είναι μέρος ενός αποθεματικού πρωταρχικών εικόνων και πρακτικών, που χρησιμοποιεί και το ίδιο το θέατρο. Θρησκεία και θέατρο αντλούν και τα δύο υλικό από ένα λεξιλόγιο συμβόλων και συμβολισμών, για να κάνουν τον θεατή/ πιστό κοινωνό ενός άλλου, παράλληλου σύμπαντος. «Αυτή είναι η αρχή. Θέλω να συναντήσω τον Ιησού στην μακρά απουσία Του. Το πρόσωπο του Ιησού δεν είναι εκεί. Μπορώ να δω μόνο πίνακες και αγάλματα. Ξέρω περισσότερους από χιλιάδες ζωγράφους από το παρελθόν που ξόδεψαν τη μισή ζωή τους προσπαθώντας να αναπαραγάγουν τον ανείπωτο, το σχεδόν αόρατο μορφασμό της θλίψης που φαινόταν στα χείλη του», λέει ο Ρομέο Καστελλούτσι.

Στα ιταλικά με ελληνικούς υπέρτιτλους