Ένα από τα πιο ταιριαστά στο Φθινόπωρο τοπία είναι αυτό των Χάιλαντς… Εκεί θα βρεθούμε με όχημα τη συναυλία «Σκοτεινά Ρεύματα – Έτος Σαιν-Σανς» της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών στις 22 Οκτωβρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Γιατί σε αυτόν τον τόπο συναισθανόμαστε, κατανοούμε τον Φέλιξ Μέντελσον όταν έγραφε ότι «Σε εικόνες, ερείπια και φυσικά τοπία ανακαλύπτω τη μουσική». Μιλούσε για τη Σκωτική Συμφωνία, που εμπνεύστηκε από τη μελαγχολική, άγρια και γεμάτη αντιθέσεις σκωτσέζικη γη. Έργο, που σε αυτό το πνεύμα κάθε άλλο παρά μονότονο είναι. Εντυπωσιάζοντας με τις συχνές εναλλαγές ύφους, ακόμη και τα πιο απαιτητικά αυτιά.

Συνοδοιπόρος σε τούτο – το γεμάτο υποσχέσεις – ταξίδι στη βρετανική εξοχή, η νέα στοχαστική σύνθεση του ακμαίου Τάσου Ρωσόπουλου, «Ο μέγας Παν τέθνηκε», που αντλώντας από τον λόγο του Πλούταρχου μας καλεί να σκεφτούμε το περιβάλλον. Και βέβαια, από τη βραδιά δεν θα μπορούσε να λείπει ο επιβεβλημένος φόρος τιμής στον μεγάλο ρομαντικό, τον Γάλλο συνθέτη Καμίγ Σαιν-Σανς με αφορμή τη συμπλήρωση ενός αιώνα από το θάνατό του. Το συχνά παραμελημένο, αλλά καινοτόμο και δεξιοτεχνικά απαιτητικό Τρίτο Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα σε μι ύφεση μείζονα θα ερμηνεύσει ο γνωστός σολίστας, Θοδωρής Τζοβανάκης. Στο πόντιουμ, ο καταξιωμένος Ιταλός αρχιμουσικός, Τζιάκοπο Σιπάρι ντι Πεσκασερόλι.

Το σχόλιο του σολίστ

«Με ιδιαίτερη χαρά συνεργάζομαι γι’ ακόμα μια φορά με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών σε ένα Κοντσέρτο που τόσο εγώ όσο και η ορχήστρα ανακαλύπτουμε για πρώτη φορά. Το Τρίτο Κοντσέρτο για πιάνο ανήκει στα λιγότερο γνωστά κοντσέρτα του Σαιν-Σανς. Ωστόσο, ενσωματώνει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που υπογραμμίζουν την υψηλή τέχνη του συνθέτη. Ο λυρισμός, η ποιητικότητα και η δεξιοτεχνία είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία που αιχμαλωτίζουν, γοητεύουν και προσκαλούν ερμηνευτές και ακροατές να το ανακαλύψουν.»

Σκοτεινά Ρεύματα – Έτος Σαιν-Σανς

Θοδωρής Τζοβανάκης

Το πρόγραμμα με μια ματιά

ΤΑΣΟΣ ΡΩΣΟΠΟΥΛΟΣ (γεν. 1974)
Ο μέγας Παν τέθνηκε

ΚΑΜΙΓ ΣΑΙΝ-ΣΑΝΣ (1835–1921)
Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 3 σε μι ύφεση μείζονα, έργο 29

ΦΕΛΙΞ ΜΕΝΤΕΛΣΟΝ (1809-1847)
Συμφωνία αρ. 3 σε λα ελάσσονα, έργο 56 «Σκωτική»

ΣΟΛΙΣΤ
Θοδωρής Τζοβανάκης, πιάνο

ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
Τζάκοπο Σιπάρι ντι Πεσκασερόλι

Για την ιστορία…

ΤΑΣΟΣ ΡΩΣΟΠΟΥΛΟΣ (γεν. 1974)

«Ο μέγας Πάν τέθνηκε»

Ο Πλούταρχος στα Ηθικά [Περί τῶν ἐκλελοιπότων χρηστηρίων] διερευνώντας τους λόγους για τους οποίους είχε εκπέσει η μαντική τέχνη στην εποχή του, μας αφηγείται μια ιστορία στην οποία ήταν παρόν ο Επιθέρσης, δάσκαλος γραμματικός και πατέρας του ρήτορα Αιμιλιανού.

{Καθώς το πλοίο, όπου ταξίδευε ο Επιθέρσης προς την Ιταλία, έφτασε στις Εχινάδες έπεσε ο άνεμος και το πλοίο παρασύρθηκε στους Παξούς. Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή από την ξηρά που φώναξε δυνατά με το όνομά του τον Θαμούς, τον Αιγύπτιο καπετάνιο. Όλοι απόρησαν μιας και λίγοι γνώριζαν το όνομα του καπετάνιου. Ο Θαμούς αρχικά δεν αντέδρασε, η φωνή επέμεινε και όταν ο καπετάνιος απάντησε, η δυνατή φωνή του είπε  «Όταν φτάσεις στο Παλώδες να αναγγείλεις πως ο μέγας Παν τέθνηκε». Όλοι όσοι το άκουσαν αυτό, μεταξύ τους και ο Επιθέρσης, έμειναν εμβρόντητοι και συζητούσαν αν έπρεπε να εκτελεστεί το πρόσταγμα της φωνής. Ο Θαμούς αποφάσισε πως αν φυσούσε άνεμος, να περάσει από εκεί χωρίς να κάνει τίποτε, ενώ, αν υπήρχε νηνεμία και γαλήνη, να επαναλάβει αυτό που άκουσε. Φτάνοντας στο Παλώδες καθώς δεν έπνεε άνεμος ο Θαμούς, κοιτάζοντας από την πρύμνη την στεριά, φώναξε όπως ακριβώς το είχε ακούσει «Παν ο μέγας τέθνηκε!». Πριν ολοκληρώσει την φράση του, ακούστηκαν αναστεναγμοί και επιφωνήματα απορίας όχι ενός αλλά πλήθους ανθρώπων. Πολλοί ήταν παρόντες, τα νέα διαδόθηκαν και ο αυτοκράτορας Τιβέριος κάλεσε τον Θαμούς και άρχισε να διερευνά την υπόθεση του Πάνα}.

Η ιστορία θεωρήθηκε συμβολική και δηλώνει το τέλος μια εποχής, το τέλος των πραγμάτων δίχως πιθανώς να γνωρίζουμε το μέλλον τους. Φυσικά όμως, ο Πάνας δεν πέθανε. Μπορεί οι εθνικοί να υποχώρησαν και ο χριστιανισμός πανηγυρίζοντας να έγινε αδιαμφισβήτητος, ο Πάνας κατάφερε να υπάρχει γύρω μας. Είτε ως Σατανάς – άρχοντας του σκότους – στα εκκλησιαστικά βιβλία, είτε ως πνεύμα της υπαίθρου, είτε πολύ συχνά ως έμπνευση των ποιητών.

Ίσως μια σύγχρονη ζοφερή ανάγνωση θα ερμήνευε το τέλος του Πανός ως το τέλος της Φύσης. Της Φύσης που περικλείει το απλό, το λιτό, το ευδαιμονικό, το σημαίνον. Όμως οι αναστεναγμοί στην ιστορία του Πλουτάρχου δεν είναι ένα ολιγόψυχο μοιρολόι, είναι ένα κάλεσμα. Είναι ο αναστεναγμός της Γης που καλεί τον Πάνα να την σώσει. Ο Μέγας Παν δεν πέθανε.

Αφορμή για τον προβληματισμό και το έργο στάθηκε το κείμενο του καθηγητή Μ. Ζ. Κοπιδάκη «Πέθανε πράγματι ο Μέγας Παν;» [εκδόσεις Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη (2019)]

ΚΑΜΙΓ ΣΑΙΝ-ΣΑΝΣ (1835 – 1921)

Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ.3 σε μι ύφεση μείζονα, έργο 29
Moderato assai – Più mosso (Allegro maestoso)
Andante
Allegro non troppo

Ο Σαιν-Σανς υπήρξε σε όλη του τη μακρά ζωή ευλαβικός θεματοφύλακας της μεγάλης ρομαντικής παράδοσης των Μέντελσον, Σούμαν και Λιστ. Ως νέος συνθέτης λοιπόν, ταυτίστηκε με τη μουσική πρωτοπορία της εποχής του και απροκάλυπτα επέμενε να υπηρετεί  την οργανική μουσική σε πείσμα της διάχυτης προτίμησης του γαλλικού κοινού προς την όπερα – και αυτά αξίζει να σημειώνονται, διότι συχνά ξεχνιούνται ή υποτιμώνται αδίκως.

Οι νέες όμως συνθετικές προοπτικές, που άρχισαν να διαφαίνονται προς το τέλος του 19ου και την αρχή του 20ού αιώνα χάρη σε πρωτοπόρους συνθέτες, όπως οι Ντεμπυσύ, Μάλερ και Στραβίνσκυ, τον άφησαν παγερά αδιάφορο, αν όχι εχθρικά διακείμενο. Το ύφος του παρέμεινε ακλόνητα προσκολλημένο στις αρχές της δομικής και αρμονικής διαύγειας, της εκφραστικής περιεκτικότητας και της έλλογης ισορροπίας μορφής και περιεχομένου, με συνειδητή αποστασιοποίηση από καθετί το εξεζητημένο ή αισθητικά διφορούμενο.

Αυτές οι αρχές διέπουν και τα έργα του για πιάνο και ορχήστρα, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν τα πέντε κοντσέρτα. Ο Σαιν-Σανς είχε άλλωστε υπάρξει ένας εκπληκτικός βιρτουόζος πιανίστας. Ως παιδί-θαύμα είχε κάνει το θριαμβευτικό του πιανιστικό ντεμπούτο σε ηλικία μόλις έντεκα ετών στη Salle Pleyel του Παρισιού και ως encore είχε προσφερθεί να παίξει όποια από τις 32 Σονάτες του Μπετόβεν ήθελε το κοινό! Διόλου τυχαία, ο ίδιος ήταν ο σολίστ στις πρεμιέρες και των πέντε κοντσέρτων του για πιάνο.

Παρόλο που η γραφή του για το πιάνο ήταν εξαιρετικά δεξιοτεχνική, αυτό δεν ήταν επ’ ουδενί αυτοσκοπός· αντίθετα, όσον αφορά στα έργα του Σαιν-Σανς για πιάνο και ορχήστρα η σαφής επιρροή του Λιστ συμπληρωνόταν πάντα με έναν τρόπο από μία εξίσου ισχυρή επιρροή από το κρυστάλλινο και κομψό ύφος του Μέντελσον.

Το Τρίτο Κοντσέρτο γράφτηκε το 1869, λίγο καιρό μετά την ολοκλήρωση του Δεύτερου, ενώ η πρεμιέρα του δόθηκε στις 25 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς στη Λειψία από την Ορχήστρα Γκεβάντχαους. Το Τρίτο Κοντσέρτο δεν κατόρθωσε ποτέ να αγγίξει τα επίπεδα αποδοχής του Δεύτερου, του Τέταρτου και του Πέμπτου και παραμένει ως σήμερα ένα σχετικά παραμελημένο έργο. Ο ίδιος ο συνθέτης το θεωρούσε υπερβολικά δύσκολο – και με το δίκιο του, καθότι τόσο οι δεξιοτεχνικές όσο και οι εκφραστικές προκλήσεις για τον εκάστοτε σολίστα είναι υψηλές. Είναι επίσης ένα έργο με ενδιαφέρουσες καινοτόμες επιλογές, που σίγουρα ξένιζαν τη συντηρητική μερίδα του κοινού του 19ου αιώνα αλλά που σήμερα μπορούν να εκτιμηθούν όπως τους αρμόζει.

Ήδη το άνοιγμα του κοντσέρτου είναι πρωτόγνωρα μυστηριώδες, με συνεχείς αρπισμούς του πιάνου, που για ώρα φαίνονται να μην καταλήγουν μελωδικά και αρμονικά πουθενά. Η αίσθηση αυτή ωστόσο, αποδεικνύεται ψευδής, μιας και καταλήγουν στη στιβαρή παρουσίαση του πρώτου θέματος. Το δεύτερο θέμα, λυρικό και νηφάλιο, εκτίθεται παραδόξως στη ρε μείζονα αντί της αναμενόμενης σι ύφεση μείζονας. Οι καινοτομίες συνεχίζονται με την «πρόωρη» παρεμβολή μίας εκτενούς σολιστικής καντέντσας πριν την ενότητα της ανάπτυξης και μίας δεύτερης καντέντσας αμέσως μετά την ενότητα αυτή.

Αυτό πάντως που σόκαρε περισσότερο από όλα στην πρεμιέρα του έργου ήταν η αρχή του δεύτερου μέρους. Μία αργή χρωματική, κατιούσα κίνηση των εγχόρδων οδηγεί σε ένα κρατημένο σι στο οποίο απαντά το πιάνο αινιγματικά με συγχορδίες της λα ελάσσονας. Χωρίς να δοθεί καμία λύση αυτής της διαφωνίας, η ορχήστρα προχωρά στην έκθεση του θεματικού υλικού του μέρους στην απροσδόκητη τονικότητα της μι μείζονας. Στην πορεία το πιάνο επανέρχεται συμβάλλοντας με κομψές χειρονομίες στην ειδυλλιακή ατμόσφαιρα, που έρχεται να διαλύσει το φινάλε χωρίς διακοπή. Εδώ, πέραν της γενικότερα εύθυμης, πανηγυρικής διάθεσης, δεσπόζει το στοιχείο της δεξιοτεχνίας στο σολιστικό μέρος με πυκνή συγχορδιακή γραφή, «ατσάλινες» οκτάβες και ταχύτατα περάσματα.

ΦΕΛΙΞ ΜΕΝΤΕΛΣΟΝ (1809 – 1847)

Συμφωνία αρ.3 σε λα ελάσσονα, έργο 56, «Σκωτική»
Andante con moto – Allegro un poco agitato –
Vivace non troppo –
Adagio –
Allegro vivacissimo – Allegro maestoso assai

Η πρώτη από τις πολλές επισκέψεις του Φέλιξ Μέντελσον στη Βρετανία, όπου λατρεύτηκε και εκτιμήθηκε περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, πραγματοποιήθηκε την άνοιξη του 1829. Πρώτος σταθμός του ταξιδιού ήταν το Λονδίνο, όπου ο εικοσάχρονος συνθέτης και πιανίστας γοήτευσε το κοινό με διαδοχικές εμφανίσεις του. Στα μέσα Ιουλίου, συνοδευόμενος από τον φίλο του Καρλ Κλίνγκεμαν, Γερμανό διπλωματικό εκπρόσωπο του Βασιλείου του Ανόβερου στο Λονδίνο, ο Μέντελσον επισκέφθηκε τη Σκωτία, έναν τόπο που στη σκέψη του ήταν κυρίως συνδεδεμένος με τη Μαρία Στιούαρτ, καθώς και με τα μυθιστορήματα και τα ποιήματα του Σερ Γουόλτερ Σκοτ.

Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον Σκοτ από κοντά και να δει τη Γλασκώβη, το Περθ, το Ινβερνές και κάποια από τα νησιά των Εβρίδων. Περνώντας από το Εδιμβούργο επισκέφτηκε το βασιλικό παλάτι Χόλυρουντ. Σε επιστολή της 30ης Ιουλίου έγραψε για την επίσκεψη αυτή: «Όταν πήρε να σουρουπώνει, επισκεφτήκαμε το παλάτι, όπου η Μαρία [Στιούαρτ] έζησε και αγάπησε… Το παρεκκλήσι κοντά του δεν έχει πια στέγη, κισσοί και χλόη φυτρώνουν ολόγυρα, και στον κατεστραμμένο βωμό η Μαρία είχε στεφθεί Βασίλισσα της Σκωτίας. Όλα γύρω είναι διαλυμένα και μουχλιασμένα, ανοιχτά στον καθαρό ουρανό. Πιστεύω πως εκεί σήμερα βρήκα την αρχή της Σκωτικής Συμφωνίας μου».

Τον Νοέμβριο του 1930 ο Μέντελσον ταξίδεψε στη Ρώμη, όπου έκανε κάποια σχέδια για τη Συμφωνία, αν και σύντομα αναγκάστηκε να τα αφήσει στην άκρη, μιας και του ήταν δύσκολο να ανακαλεί εκείνη την ομιχλώδη, μελαγχολική ατμόσφαιρα σε μία πόλη σαν τη Ρώμη. Τελικά μόλις το 1841 επέστρεψε στη σύνθεση της συμφωνίας, έχοντας στο μεταξύ ολοκληρώσει μεταξύ άλλων την Ιταλική Συμφωνία, τη Συμφωνία της Μεταρρυθμίσεως, δύο κοντσέρτα για πιάνο, τέσσερα κουαρτέτα εγχόρδων και το ορατόριο Παύλος.

Η Συμφωνία, που αφιερώθηκε στη βασίλισσα Βικτωρία, εκτελέστηκε για πρώτη φορά στις 3 Μαρτίου 1842 στη Λειψία από την ορχήστρα Γκεβάντχαους υπό τη διεύθυνση του συνθέτη. Αν και είναι η τελευταία συμφωνία του Μέντελσον, φέρεται ως τρίτη στον κατάλογο των συμφωνιών του, λόγω της σειράς με την οποία εκδόθηκε.

Ο όρος «Σκωτική» σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ο συνθέτης χρησιμοποίησε θεματικό υλικό σκωτσέζικης προέλευσης· απεναντίας, απεχθανόταν τους ήχους της παραδοσιακής μουσικής της Σκωτίας. Αργότερα ο Μέντελσον διευκρίνισε την πραγματική έμπνευση για τη συμφωνία του: «Σε εικόνες, ερείπια και φυσικά τοπία ανακαλύπτω τη μουσική». Πράγματι, η συμφωνία είναι ένα μακρύ ηχητικό οδοιπορικό, ένα έργο που αποτυπώνει το γκρίζο, μελαγχολικό και συχνά άγριο τοπίο της σκωτσέζικης γης και τα ποικίλα συναισθήματα που αυτό αναδύει. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η επιλογή, τα επιμέρους μέρη της Συμφωνίας να ακούγονται χωρίς ουσιαστική διακοπή.

Ο Μέντελσον σε πολλά έργα του ακολούθησε την πρακτική αυτή, θέλοντας να αποφύγει τα χειροκροτήματα ανάμεσα στα μέρη του έργου και βέβαια να προσδώσει σε αυτό μεγαλύτερη συνοχή. Αυτή ακριβώς η αίσθηση συνοχής υπηρετείται επιπλέον από την ομοιογένεια των θεμάτων της Συμφωνίας. Ωστόσο, καμία επανάληψη δεν πραγματώνεται χωρίς κάποια μορφή παραλλαγής είτε αρμονικής, είτε μελωδικής είτε -κυρίως- ενορχηστρωτικής.

Ο Ρόμπερτ Σούμαν έγραψε σχετικά: «Κάθε σελίδα της παρτιτούρας αποδεικνύει με πόση μαεστρία ο Μέντελσον επιστρέφει σε κάποια από τις προηγούμενες ιδέες του, πόσο λεπτεπίλεπτα διανθίζει μία επιστροφή στο θέμα, ώστε να το εκλάβουμε φωτισμένο διαφορετικά, με πόσο πλούτο και ενδιαφέρον καθιστά αντιληπτές τις λεπτομέρειες χωρίς να τις υπερφορτώνει ή να κάνει επίδειξη σχολαστικής γνώσης».

Η μακρά, θλιμμένη εισαγωγή ανοίγει με τη μελωδία που ο Μέντελσον είχε εμπνευστεί στο παλάτι του Εδιμβούργου. Το κυρίως γρήγορο τμήμα, γραμμένο σε φόρμα σονάτας ξεκινά με ένα χαριτωμένο, γεμάτο ζωντάνια θέμα ακολουθούμενο από ένα δεύτερο, λυρικό και ατμοσφαιρικό. Η επεξεργασία, προοδευτικά καταλαγιάζει σε ένταση καταλήγοντας σε μία γλυκιά μελωδία των βιολοντσέλων, πάνω στην οποία τα υπόλοιπα έγχορδα και τα κλαρινέτα εισδύουν απαλά στην επανέκθεση του θεματικού υλικού. Μία εκτενής coda, που λειτουργεί ως δεύτερη επεξεργασία κλείνει το μέρος επιστρέφοντας στη μελαγχολική ιδέα της εισαγωγής.

Το δεύτερο μέρος είναι ένα λαμπερό σκέρτσο, το μόνο μέρος με μία πινελιά λαϊκότροπης μελωδικότητας, που χτίζεται πάνω σε δύο θεματικές ιδέες, μία από το κλαρινέτο και μία από τα έγχορδα που παίζουν με πιτσικάτο. Δύο αντίρροπα στοιχεία συμπλέκονται στο αριστουργηματικό τρίτο μέρος: μία ευγενική, αισθαντική cantilena στα έγχορδα και μία ιδέα πιο ελεγειακή βασισμένη σε έντονα παρεστιγμένα, που εμφανίζονται στα πνευστά πριν κυριαρχήσουν σε όλη την ορχήστρα. Το φινάλε στο μεγαλύτερο μέρος του έχει πολεμικό χαρακτήρα, το πρώτο στίγμα του οποίου δίνουν δεξιοτεχνικά περάσματα των βιολιών υπό έναν σταθερό ρυθμικό παλμό σε κόρνα, φαγκότα και βιόλες.

Μια τυπική φόρμα σονάτας με δραματικές κορυφώσεις εξελίσσεται χωρίς ιδιαίτερες εκπλήξεις· προς το τέλος της επανέκθεσης όλα δείχνουν πως και αυτό το μέρος θα κλείσει με τρόπο γαλήνιο, όπως και τα τρία προηγούμενα. Όμως ο συνθέτης επιφυλάσσει μία ύστατη έκπληξη: μία εντελώς νέα θεματική ιδέα, σε μείζονα τονικότητα παρουσιάζεται με μεγαλοπρέπεια και οδηγεί σε αισιόδοξη και λαμπερή ολοκλήρωση.

*Cover photo: Τζιάκοπο Σιπάρι ντι Πεσκασερόλι