Μια πολύ σημαντική αλλά ελάχιστα γνωστή στο ευρύ κοινό ποιήτρια του μοντερνισμού, τη Μάτση Χατζηλαζάρου φέρνει στο προσκήνιο η ομάδα AMOUR-AMOUR με το “Σβήσε το πρόσωπό μου και ξαναρχίζουμε” σε νέα δραματουργική επιμέλεια και σκηνοθεσία της Δήμητρας Κονδυλάκη.

Βασισμένη κυρίως σε κάποια ποιήματα με έντονο το δραματικό στοιχείο που γράφει στο Παρίσι μετά τον πόλεμο στην «Αντίστροφη αφιέρωση» και στην ανέκδοτη αλληλογραφία της προς τον Εμπειρίκο, η θεατρική παράσταση «Σβήσε το πρόσωπό μου και ξαναρχίζουμε» συνδέει δύο ξεχωριστά επίπεδα. Το ένα είναι ο ποιητικός λόγος που καταργεί το χωροχρόνο, φωτίζοντας τη «διαχρονική» Μάτση Χατζηλαζάρου από κορίτσι έως ώριμη γυναίκα. Το άλλο, η σκηνική δράση, που τροφοδοτείται από τις επιστολές και τοποθετείται ακριβώς στο πρώτο διάστημα της διαμονής της στη Γαλλία, μετά το περιπετειώδες και δύσκολο ταξίδι με το Ματαρόα το 1945. Σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, στο μεταίχμιο μεταξύ δύο τόπων, μεταξύ δύο αντρών, δύο εντελώς ξεχωριστών τρόπων ύπαρξης. Από μια χώρα υπό το καθεστώς εμφυλίου σε μια άλλη, όπου παρά τη φτώχεια μπορούν να ανθίζουν «ο πολιτισμός, η παράδοση και το πνεύμα». Σε αυτόν το δεύτερο γύρο παραστάσεων δίνεται μεγαλύτερο βάρος στις επιστολές που απευθύνει η ποιήτρια προς τον Εμπερίκο από το Παρίσι μεταξύ 1946 και 1947, φωτίζοντας ανάγλυφα της ζωή εκείνης της περιόδου. Και τότε, όπως και σήμερα, ένας ολόκληρος κόσμος έμοιαζε να γκρεμίζεται… Σε εποχές στέρησης, αβεβαιότητας και όξυνσης των πολιτικών και κοινωνικών αντιθέσεων ποιος ο ρόλος της τέχνης; Ποιος ο ρόλος της ποίησης;

Εστιάζοντας σε ένα τέτοιο ερώτημα, η παράσταση δεν έχει καθόλου την έννοια της πιστής αναβίωσης ενός προσώπου. Σίγουρα υπάρχει μια εσάνς αισθητικής του ’50, επικρατεί όμως ο ονειρικός χωροχρόνος που είναι διαχρονικός και διαπροσωπικός. Αυτή την κατεύθυνση υπηρετούν τα σκηνικά και τα κοστούμια της Φωτεινής Γεωργίου. Μια ιστορία αιώνιας επιστροφής και επανεκκίνησης. Μια ιστορία σίγουρα όχι μόνο για την Μάτση Χατζηλαζάρου, αλλά για τη σχέση της ποίησης με τη ζωή με τα αυθεντικά υλικά του θεάτρου.

Η Μάτση Χατζηλαζάρου έκανε τα πρώτα ποιητικά βήματά της τη δεκαετία του ’30 στο πλάι του Ανδρέα Εμπειρίκου, αρχικά ψυχαναλυτή και κατόπιν ερωτικού συντρόφου και συζύγου της. Ίσως είναι η πρώτη σύγχρονη Ελληνίδα ποιήτρια που συνδέει απροκάλυπτα τη δημιουργική με την ερωτική απελευθέρωση, υπερβαίνοντας την ταύτιση της γυναικείας ποίησης με ένα μονόχορδο συναισθηματισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη της συλλογή, «Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης», χαρακτηρίστηκε άσεμνη και χυδαία από την επίσημη κριτική της εποχής, δεδομένης μάλιστα της στιγμής που εκδόθηκε, το 1944! Η ζωή όμως συνεχίζεται, διεκδικεί ακατάπαυστα τα δικαιώματά της παρά τον πόλεμο ή παρά την όποια κρίση. Η Μάτση Χατζηλαζάρου είναι φιγούρα ακριβώς μιας απελπισμένης ανάγκης για ζωή και δημιουργία και ως τέτοια σήμερα μας αφορά ακόμα περισσότερο.