Τρεις ατομικές εκθέσεις φιλοξενούνται στα Δύο Χωριά τον Ιούλιο. Πρόκειται για την πρώτη ατομική έκθεση του Σπύρου Αγγελόπουλου με την γκαλερί, καθώς και δύο ατομικές εκθέσεις των Sam Friedman και Joakim Ojanen στο πλαίσιο του προγράμματος φιλοξενίας των Δύο Χωριών. Τα εγκαίνια θα πραγματοποιηθούν στις 25 Ιουλίου παρουσία όλων των καλλιτεχνών.

Οι μπερδεμένοι, μοναχικοί χαρακτήρες του Joakim Ojanen βρίσκουν συντροφιά στη Μύκονο

Ο Σουηδός εικαστικός Joakim Ojanen επιστρέφει στα Δύο Χωριά στη Μύκονο για την πρώτη του ατομική έκθεση στην Ελλάδα. Η έκθεση Island [Νησί] είναι το αποτέλεσμα της συμμετοχής του καλλιτέχνη στο πρόγραμμα φιλοξενίας των Δύο Χωριών τον Νοέμβριο του 2018. Τα εγκαίνια θα πραγματοποιηθούν στις 25 Ιουλίου παρουσία του καλλιτέχνη.

Η καλλιτεχνική πρακτική του Joakim Ojanen αποτελείται από κεραμικά και ελαιογραφίες. Είναι ουσιαστικά αυτοδίδακτος και στα δύο μέσα, έχοντας ασχοληθεί αρχικά με το animation και τον σχεδιασμό χαρακτήρων πριν σπουδάσει εικονογράφηση. Τα έργα του Ojanen πάντα δείχνουν φιγούρες εμπνευσμένες από τον κόσμο των κινουμένων σχεδίων και αποδοσμένες με υπερβολή, οι οποίες εκ πρώτης όψεως φαίνονται αστείες και παιχνιδιάρικες αλλά διαθέτουν πολυεπίπεδες προσωπικότητες και συναισθηματικό βάθος. Χτίζει τους χαρακτήρες του με προσοχή, ούτως ώστε να ισορροπούν ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό, χρησιμοποιώντας τα αντικείμενα που κρατούν, τα ρούχα τους και τα ζωάκια που τις συνοδεύουν ως στοιχεία που αποκαλύπτουν την προσωπικότητά τους.

Κάθε έργο του Ojanen είναι μια έκφραση των προσωπικών του σκέψεων και αναμνήσεων, σαν αυτοπορτρέτα τα οποία υπάρχουν εκτός μιας γραμμικής αντίληψης του χρόνου. Για τον καλλιτέχνη, οι χαρακτήρες του είναι παιδιά και ενήλικες ταυτόχρονα, σαν μια συμπυκνωμένη έκφραση προσωπικής μνήμης και εμπειρίας. Ως εκ τούτου, τα έργα του έχουν να κάνουν και με την ενηλικίωση: συχνά μεταδίδουν το παράξενο εκείνο συναίσθημα ενός παιδιού που μεγάλωσε απότομα, αφού μπορούν να αποκαλύψουν τη συσσώρευση των εμπειριών της ζωής και τη συνεχή πάλη ανάμεσα στην προσωπική ιστορία και το παρόν. Είναι γι’αυτό το λόγο που μερικές φορές ο Ojanen περιγράφει τα έργα του σαν σελίδες από ένα ημερολόγιο, όπου κάθε σελίδα συμπυκνώνει μια συγκεκριμένη διάθεση και συναίσθημα, αλλά όλα μαζί δημιουργούν μια συνεχόμενη κόκκινη γραμμή που διατρέχει το έργο του στο σύνολό του.

Η εικαστική γλώσσα του Ojanen είναι βαθιά ριζωμένη στην αρχική αγάπη του για τα κόμικς και το γκραφίτι. Θυμίζει επίσης τα ύστερα έργα του Philip Guston και είναι επηρεασμένη από το ευφάνταστο και ασυμβίβαστο έργο καλλιτεχνών που δουλεύουν με zines και αυτοεκδόσεις. Συνειδητά αποφεύγει τα καθαρά περιγράμματα και την ομοιογένεια στο χρώμα, αφιερώνοντας περισσότερο χρόνο και προσπάθεια στο να προσθέτει υφή σε κάθε σχήμα που ζωγραφίζει. Το αποτέλεσμα είναι ένα χαρακτηριστικό εικαστικό ύφος που είναι ταυτόχρονα χαριτωμένο και προκλητικό. Οι καμβάδες του έχουν έντονες υφές, πάντα προτιμώντας λάδι αντί για ακρυλικά και χρησιμοποιώντας το πάχος της μπογιάς για να τονίσει σκιές και φόρμες πάνω στον καμβά. Στα κεραμικά έχει βρει το ιδανικό μέσο ως προς αυτό: η επιφάνεια των γλυπτών του είναι πάντα ανομοιογενής και γεμάτη σημάδια της χειροποίητης διαδικασίας, επιχρωματισμένα με μια χρωματική παλέτα χαμηλής έντασης, που όμως ζωντανεύει με ένα γυαλιστερό στρώμα εφυάλωσης.

Κατά τη διάρκεια της φιλοξενίας του στη Μύκονο ο Ojanen δημιούργησε τέσσερις πίνακες που αναφέρονται γενικά στις εμπειρίες του στο νησί. Το κεντρικό έργο είναι ένας τεράστιος καμβάς που απεικονίζει μια περίτεχνη σύνθεση με τον κεντρικό χαρακτήρα να κάθεται στο δάπεδο, το οποίο θυμίζει τα πλακόστρωτα σοκάκια της Μυκόνου, κρατώντας έναν χαμογελαστό αμφορέα γεμάτο μαργαρίτες. Τρεις μικρότεροι καμβάδες δείχνουν έναν μικρό πράσινο σκύλο που κοιτάει προς τα πάνω και δυο φιγούρες που φαίνονται ερωτευμένες, με καρδούλες να βγαίνουν από το πρόσωπό τους και τα γόνατά τους να τρέμουν από ενθουσιασμό. Ένα σύνολο κεραμικών γλυπτών είναι επίσης μέρος της έκθεσης, τα οποία δημιουργήθηκαν στο στούντιο του καλλιτέχνη στη Στοκχόλμη, μετά τη παραμονή του στη Μύκονο.

H πρώτη ατομική έκθεση του Sam Friedman στην Ελλάδα αναδεικνύει την ενσυνειδητότητα των φυσικών μορφών

Ο Αμερικανός ζωγράφος Sam Friedman επιστρέφει στα Δύο Χωριά στο πλαίσιο του προγράμματος φιλοξενίας της γκαλερί στη Μύκονο, για την πρώτη του ατομική έκθεση στην Ελλάδα. Η έκθεση Days of Kindness [Μέρες καλοσύνης] περιλαμβάνει καμβάδες και έργα σε χαρτί από την σειρά Landscape Paintings [Τοπιογραφίες] του καλλιτέχνη, και εγκαινιάζεται στις 25 Ιουλίου παρουσία του ιδίου.

Ο Sam Friedman δημιουργεί τις Τοπιογραφίες του από το 2008. Πρόκειται για αφαιρέσεις τοπίων που προκύπτουν από το ενδιαφέρον του για γραμμές, φόρμες και χρώματα που απαντώνται στη φύση, τα οποία και επαναχρησιμοποιεί ως φορμαλιστικά στοιχεία για να δημιουργήσει νέες συνθέσεις. Κάθε Τοπιογραφία έλκει την καταγωγή της από μια έντονη στιγμή, συνήθως με αφορμή ένα τοπίο ή ένα φυσικό φαινόμενο. Όμως παρά τις νατουραλιστικές του αναφορές, κάθε έργο παραμένει μη αναπαραστατικό και αυστηρά φορμαλιστικό στη σύλληψή του: ο Friedman δεν ζωγραφίζει τοπία κυριολεκτικά, αλλά υιοθετεί τη ροή και την κίνηση που βλέπει στη φύση με σκοπό να εγείρει ερωτήματα γύρω από το ίδιο το μέσο της ζωγραφικής. Ως εκ τούτου, όλα τα έργα του πρέπει να ιδωθούν πρωτίστως ως ασκήσεις πάνω στο χρώμα, τη σύνθεση, την ποιότητα των γραμμών, τη διαφάνεια, τη γυαλάδα και τη φυσική αλληλεπίδραση ανάμεσα στη μπογιά, το πινέλο, τον καμβά και τον ίδιο τον καλλιτέχνη.

Αντλώντας έμπνευση από τους μεταπολεμικούς αφαιρετικούς καλλιτέχνες της Νέας Υόρκης, τις ιαπωνικές ξυλογραφίες της εποχής Έντο, τις αφρικάνικες μάσκες, την τέχνη της Ινδονησίας, τον Rousseau, τον Matisse, τον Picasso και άλλους, ο Friedman προσεγγίζει την αφαίρεση όχι σαν αισθητικό αποτέλεσμα αλλά σαν διεργασία. Οι Τοπιογραφίες του προκύπτουν από την αναγνώριση ότι τα ανθρώπινα όντα δεν υπάρχουν μέσα στη φύση ως ξένα σώματα, αλλά είναι μέρος της φύσης. Tα έργα του Friedman αποτελούνται από ομαλές, οργανικές γραμμές, όχι γιατί επιδιώκουν να αναπαραστήσουν τη φύση, αλλά γιατί τα φυσικά περιγράμματα που χρησιμοποιεί είναι πιο κοντά στην κίνηση του ανθρώπινου σώματος. Αυτό το οργανικό στοιχείο επίσης σχετίζεται με την κλίμακα των κινήσεων του ίδιου του καλλιτέχνη πάνω στον καμβά: το μήκος μιας γραμμή ή η ακτίνα μιας καμπύλης πάντα εξαρτώνται από την έκταση και την κίνηση του χεριού του. Αυτό κάνει τα έργα πιο προσεγγίσιμα, αφού ο θεατής μπορεί να νιώσει μια ουσιαστική σύνδεση με το κάθε έργο, με έναν σιωπηλό και καθαρά σωματικό τρόπο.

Στο ποίημα Days of Kindness (1985), ο Leonard Cohen θυμάται τη ζωή του στην Ύδρα τη δεκαετία του 1960 και τη σχέση που είχε εκεί με την Marianne Ihlen. Πρόκειται για ένα ποίημα γεμάτο με τη ζεστασιά μιας καλοκαιρινής νύχτας που φωτίζεται από το φεγγάρι, κεριά και παραδοσιακά καντήλια λαδιού (δεν υπήρχε σταθερή παροχή ηλεκτρισμού στο νησί τότε), και απηχεί τα τρυφερά συναισθήματα μιας σχέσης που εν τω μεταξύ έχει φτάσει στο τέλος της. Στην έκθεση του Sam Friedman, ένας ήλιος που δύει, οι κυματισμοί του νερού και τα φύλλα του χορταριού μας θυμίζουν την άνιση σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους, τη φύση και τον χρόνο. Όντας ένας καλλιτέχνης με έντονη τη συνείδηση της παράδοσης και της ιστορίας του μέσου του, ο Friedman τοποθετεί τον εαυτό του σε μια σχεδόν άχρονη καλλιτεχνική πρακτική, όπου η επανάληψη, η αφοσίωση και η αυτοσυγκέντρωση είναι απαραίτητα για την ύπαρξή της. Τα έργα του απαιτούν μια πιο αργή ροή και ηρεμία, δίνοντας έμφαση σε απαλούς ρυθμούς και κινήσεις χωρίς τριβή. Είναι για τον ίδιο λόγο που ο Friedman αγαπά να ζωγραφίζει το ίδιο θέμα επανειλημμένα: πρέπει να τον φανταστούμε όχι σαν μια ανθρώπινη μηχανή που μηχανικά αναπαράγει τις ίδιες εικόνες, αλλά σαν ένα Ιάπωνα κεραμίστα που με αφοσίωση πλάθει το ίδιο βάζο ξανά και ξανά, χρόνο με τον χρόνο, σε μια συνεχή αναζήτηση του απλού, του τέλειου και του ανάλαφρου.

Η ελληνική λαϊκή τέχνη σμίγει με την αμερικάνικη ποπ κουλτούρα στο “Donut Factory” του Σπύρου Αγγελόπουλου

Η πρώτη ατομική έκθεση του εικαστικού Σπύρου Αγγελόπουλου με την γκαλερί Δύο Χωριά εγκαινιάζεται στη Μύκονο στις 25 Ιουλίου, παρουσία του καλλιτέχνη. Η έκθεση Donut Factory περιλαμβάνει νέα ζωγραφικά έργα, φιγούρες θεάτρου σκιών, μια εγκατάσταση με μπερντέ και βίντεο από το έργο Amusementorium, το οποίο παρουσιάστηκε και στην 6η Μπιενάλε της Αθήνας.

Ο Σπύρος Αγγελόπουλος είναι ένας εικαστικός που συνεχίζει την παράδοση των μεγάλων παραμυθάδων, η οποία ξεκινά με τον Όμηρο, περνάει από τους Αδελφούς Γκριμ και καταλήγει στον Terry Gilliam και τον Ridley Scott. Η δουλειά του κυρίως αποσκοπεί στο να λέει ιστορίες και να ανατρέπει προϋπάρχουσες αφηγήσεις, μέσα από την αυθεντική έκφραση και ένα παιχνιδιάρικο αλλά και αυθάδικο σμίξιμο ανάμεσα στην ελληνική λαϊκή τέχνη και την αμερικάνικη ποπ κουλτούρα. Τα έργα του γεννούν παράδοξα τα οποία δεν βρίσκουν εύκολα τη λύση τους, και που την ίδια στιγμή επιχειρούν να δώσουν απαντήσεις σε ερωτήματα που έχουν να κάνουμε το τι σημαίνει να ζούμε στον κόσμο που ζούμε σήμερα.

Το ντόνατ είναι αδιαμφισβήτητα ένα από τα πιο ευρέως γνωστά σύμβολα της αμερικάνικης κουλτούρας. Έχει χαρακτηριστεί ως το υπέρτατο junk food, και έχει χρησιμοποιηθεί για να θρέψει τον αμερικανικό στρατό κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Πιο πρόσφατα, έχει συνδεθεί με την αστυνομική βία και την στερεοτυπική εικόνα του λευκού αστυνομικού που τρώει συνέχεια ντόνατς. Ο ήρωας κινουμένων σχεδίων Homer Simpson είναι διαβόητος για την υπερβολική κατανάλωση ντόνατς που κάνει, ενώ δεν νοείται αμερικάνικη πόλη χωρίς 24ωρο κατάστημα ντόνατ. Ένα ντόνατ είναι γλυκό και νόστιμο, αλλά είναι επίσης βλαβερό. Έχει σχήμα κυκλικό, σαν δαχτυλίδι χωρίς αρχή ή τέλος, και γι’αυτό παραδοσιακά καταναλώνεται σε ορισμένα μέρη της Ευρώπης σε γιορτές του κύκλου των εποχών. Έχει τόσες πολλές αντιθετικές σημασίες που το καθιστούν κάτι σαν αντικείμενο λατρείας. Ταυτόχρονα, υπάρχει η πιθανότητα να ζούμε όλοι μέσα σε ένα ντόνατ, αφού επιστήμονες εικάζουν ότι το σύμπαν έχει ένα τέτοιο σχήμα.

Στην έκθεση Donut Factory ο Αγγελόπουλος παρουσιάζει μια ενότητα από πίνακες που αντανακλούν την προσωπική του αίσθηση του χιούμορ και την αγάπη του για το παράλογο και το απρόοπτο. Οι καμβάδες του είναι ζωγραφισμένοι με έναν ελεύθερο και αυθόρμητο τρόπο που παραπέμπει στο ύφος και την τεχνική των λαϊκών Ελλήνων ζωγράφων όπως ο Θεόφιλος, ο Παναγιώτης Ζωγράφος και ο Ευγένιος Σπαθάρης. Τα έργα του Αγγελόπουλου εσκεμμένα αποφεύγουν τις συμβάσεις της ακαδημαϊκής ζωγραφικής υπέρ μιας ωμής ενέργειας που πηγάζει από το συναίσθημα και όχι από τη διάνοια. Πρόκειται για μια εικαστική γλώσσα που είναι τοπικά και πολιτισμικά συγκεκριμένη, και μέσα στην οποία ο καλλιτέχνης ενθέτει τους πρωταγωνιστές της αμερικάνικης ποπ κουλτούρας και του κόσμου της σύγχρονης τέχνης. Στο Donut Factory ο επισκέπτης συναντά τη Marina Abramovic, τον Ai Weiwei, τον Σούπερμαν, τον Donald Trump, τον Hulk, τον Μαραντόνα, τον Μπρους Λη, την Catwoman και πολλούς άλλους χαρακτήρες, οι οποίοι όμως βρίσκονται διαρκώς σε σύγκρουση. Στους καμβάδες συγκεκριμένα, το προάστιο της Νέας Φιλαδέλφειας συνορεύει με μαγικό τρόπο με το Sunset Boulevard του Λος Άντζελες, σαν να θέλει να μιλήσει για τα προσωπικά βιώματα του καλλιτέχνη και τη ζωή του στην Ελλάδα και την Καλιφόρνια, αλλά ταυτόχρονα να επισημάνει τις αντιθέσεις ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, το τοπικό και το παγκόσμιο, το λαϊκό και το ποπ.

Παράλληλα με τα φανταστικά αφηγήματα των καμβάδων του, το έργο Amusementorium γεννήθηκε μέσα από την προσωπική ανάγκη του καλλιτέχνη για ανεξαρτησία. Για τον Αγγελόπουλο, το θέατρο σκιών είναι μια δημοκρατική μορφή τέχνης που επιτρέπει την ατομική έκφραση και την υλοποίηση κάθε δημιουργικής ιδέας με όποια μέσα υπάρχουν διαθέσιμα. Είναι DIY και πανκ στην προσέγγισή του αλλά μελετημένο και προσεγμένο στην υλοποίησή του. Στο Donut Factory παρουσιάζεται ο μπερντές του καλλιτέχνη μαζί με τον «θίασο» των φιγούρων του σαν να είναι όλα έτοιμα για μια παράσταση θεάτρου σκιών. Ένα βίντεο που καταγράφει μια παράσταση του Amusementorium είναι επίσης μέρος της έκθεσης, για να προσφέρει στους επισκέπτες μια γρήγορη ματιά μέσα στον κόσμο του Σπύρου Αγγελόπουλου και τον τρόπο που απολαμβάνει να είναι δημιουργικός με πολλούς τρόπους, από το να γράφει το σενάριο και να σκηνοθετεί την παράσταση μέχρι το να φτιάχνει όλες τις μαριονέτες στο χέρι και να παίζει όλους τους ρόλους ο ίδιος.