«Δουλεύω από χθες και πάλι πάνω στον Τριστάνο. Είμαι ακόμα στη Β’ Πράξη. Τι μουσική είναι αυτή! […]Ζω μέσα της αιώνια», έγραφε ο Ρίχαρντ Βάγκνερ – χωρίς ψεύτικη μετριοφροσύνη – στη μούσα του Ματθίλδη Βέζεντονκ. Μιλούσε σα να επρόκειτο για κάποιον άλλο, ενισχύοντας τη ρήση του Σοπενχάουερ από τον οποίο είχε βαθιά επηρεαστεί, που έλεγε: Μη μιλάς για το ταλέντο σου, γιατί δεν είναι δικό σου. Ο Δεκέμβριος του 1858 έβρισκε τον συνθέτη στη Βενετία βυθισμένο στον αυτοβιογραφικών αναφορών παθιασμένο έρωτα του Τριστάνου και της Ιζόλδης. Έναν φιλοσοφικής πνοής ύμνο στον διακαή, άσβεστο πόθο, που βρίσκει λύτρωση στον θάνατο.

Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών παρουσιάζει σε μορφή κοντσερτάντε την περίφημη Β΄ Πράξη, που ο Βάγκνερ χαρακτήριζε ως κορυφαίο αριστούργημά του όσον αφορά στην τέχνη της απαλής, σταδιακής μετάβασης. Έργο που αποτελεί μια από τις υψηλότερες κορυφές του ρομαντισμού και ταυτόχρονα άνοιγμα σε ένα νέο ηχητικό κόσμο. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους διάσημοι ερμηνευτές του βαγκνερικού ρεπερτορίου: η Πέτρα Λανγκ και ο Στέφαν Φίνκε, συμπράττουν με την Ορχήστρα, πλαισιωμένοι από εκλεκτούς λυρικούς τραγουδιστές. Στο πόντιουμ, ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών.

Το σχόλιο της Πέτρα Λανγκ:

«Μία διάσημη Σουηδή σοπράνο, όταν ρωτήθηκε ποιες είναι οι προκλήσεις κατά την ερμηνεία της Ιζόλδης, απάντησε με τον εξής τρόπο: «Χρειάζεσαι ένα ζευγάρι καλά παπούτσια για να τραγουδήσεις την Ιζόλδη». Αυτό είναι κάτι παραπάνω από αλήθεια. Η Ιζόλδη είναι ένας εκτενής και ιδιαίτερα απαιτητικός ρόλος. Η ερμηνεύτρια χρειάζεται μία εξαιρετική φυσική κατάσταση για να ανταπεξέλθει στις 5 ώρες που διαρκεί η παράσταση. Αλλά ταυτόχρονα, θα πρέπει να το απολαμβάνει. Μόνο τότε μπορεί να ενσαρκώσει την ηρωίδα, η οποία είναι μια ισχυρή, αλλά προδομένη γυναίκα που μένει πάντα πιστή στην αγάπη της για τον Τριστάνο. Λατρεύω τον συγκεκριμένο ρόλο.»

Το σχόλιο του Στέφαν Φίνκε:

«Στη Β’ Πράξη του Τριστάνος και Ιζόλδη, ο Βάγκνερ αξιοποιεί όλο το εύρος των μουσικών και στυλιστικών δυνατοτήτων. Το ντουέτο, το οποίο είναι το εκτενέστερο που έχει γραφτεί ποτέ, είναι έντονο και ταυτόχρονα τρυφερό, έχει σημεία που προσιδιάζουν σε άρια και άλλα όπου οι φωνές των ερμηνευτών ενώνονται. Οι ερμηνευτές πρέπει καταρχάς να βρουν τον σωστό βηματισμό, ώστε να μην παρασυρθούν. Τα πρώτα δέκα λεπτά του ντουέτου, με την Ορχήστρα να παίζει πολύ δυνατά, είναι ιδιαίτερα απαιτητικά, ακριβώς γιατί είναι επικίνδυνο να ξεφύγει η ένταση της φωνής. Η βασικότερη, όμως, πρόκληση είναι να έχουμε πάντα στο μυαλό μας ότι πρόκειται για ένα απολύτως ερωτικό ντουέτο.»

Το σχόλιο του Τζέιμς Μέλλενχοφ:

«Ο Βασιλιάς Μάρκος, μέσα από τον μονόλογό του, κάνει τα πάντα για να περιγράψει τον πόνο αλλά και την προδοσία που αισθάνεται από τον Τριστάνο. Είναι απαρηγόρητος και ατιμασμένος. Είναι λοιπόν σημαντικό να μπορέσει ο ερμηνευτής να αποδώσει τα αυθεντικά του συναισθήματα, χωρίς όμως να φτάσει σε σημείο μεμψιμοιρίας, διατηρώντας δηλαδή μία ηγεμονική, μεγαλοπρεπή συμπεριφορά.»

Το σχόλιο του μαέστρου:

«Στη Β’ Πράξη του Τριστάνος και Ιζόλδη, ο αρχιμουσικός αντιμετωπίζει μία πρόκληση σε όλα τα επίπεδα. Οι τραγουδιστές δεν βρίσκονται μπροστά, αλλά δίπλα του, με αποτέλεσμα να είναι διαφορετική η μεταξύ τους επικοινωνία. Επίσης, οι τεχνικές απαιτήσεις για την Ορχήστρα είναι τεράστιες, σκεφθείτε ότι το έργο αυτό στην εποχή του θεωρήθηκε αδύνατον να παιχτεί. Χρειάζεται ισορροπία, ώστε η μουσική να μην επισκιάσει τους τραγουδιστές, οι οποίοι χρειάζονται στήριξη και όχι να κάνουν έναν αγώνα δρόμου για να προλάβουν την Ορχήστρα. Είναι, όμως ιδιαίτερα σημαντικό να αναδειχθεί και το μεταφυσικό, φιλοσοφικό περιεχόμενο του μουσικού δράματος, να εκφραστεί μουσικά ο ανεκπλήρωτος πόθος. Η μουσική του Βάγκνερ έχει τρομερή συναισθηματική φόρτιση και ένταση, η οποία απαιτεί μία ιδιαίτερα προσεκτική προσέγγιση, αλλά και βαθιά γνώση της παρτιτούρας.»