Το Θέατρο του Νέου Κόσμου, με αίσθημα ευθύνης και με δεδομένα τα κυβερνητικά μέτρα που έχουν ληφθεί προληπτικά κατά της εξάπλωσης του κορωνοϊού, αναστέλλει προσωρινά τις παραστάσεις του.

Ο Γιώργος Παπαγεωργίου έρχεται σε επαφή με το εμβληματικό έργο του Tenesse Williams, «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι», ίσως το ποιητικότερο έργο του συγγραφέα, με αυτοβιογραφικές αναφορές και ιδιαίτερα φορτισμένο «παρελθόν».

Ο θάνατος του ομοφυλόφιλου ποιητή Σεμπάστιαν, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, θα ωθήσει τη μητέρα του κα. Βέναμπλ να έρθει σε σύγκρουση με την ξαδέρφη του, την Κάθρην ώστε μέσω του γιατρού Κούκροβιτς να ζητήσει τη λοβοτομή της Κάθρην.

Καταξιωμένοι καθώς και νεότερης γενιάς ηθοποιοί και σταθεροί συνεργάτες του Γ. Παπαγεωργίου, θα προσπαθήσουν να «βυθίσουν» το θεατή στην προβληματική του συγγραφέα και στον τρόπο που δύο γυναίκες μπορούν να αγαπήσουν τον ομοφυλόφιλο Σεμπάστιαν, έναν ποιητή που υποστήριζε ότι «η ζωή ενός ποιητή είναι το έργο του και το έργο του είναι η ζωή του».

Προτείνοντας ένα έντονο πεδίο νατουραλισμού, ο συγγραφέας θέτει το ζήτημα του ακρωτηριασμού της μνήμης ως τρόπο καταστολής εν γένει του ζωοποιού στοιχείου, φέρνοντας στο μυαλό τους στίχους του Ράινερ Μαρία Ρίλκε, που μοιάζουν να μπορούν να περιγράψουν τον Σεμπάστιαν:

«Τα μύχια βάθη του αγαπούσε, το εσώτερο αγριοτόπι του, εκείνο το αρχέγονο δάσος μέσα του, που, στο βουβό γκρέμισμα του, η καρδιά του φωτεινά πράσινη στεκόταν. Αγαπούσε».