Το Αρχαιολογικό Μουσείο Τήνου φιλοξενεί έκθεση του ζωγράφου Κωνσταντίνου Παπαμιχαλόπουλου «Ζευς και Αθηνά», από 20 Ιουλίου έως 15 Σεπτεμβρίου. Η έκθεση διοργανώνεται με την υποστήριξη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κυκλάδων.

Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος (Αθήνα, 1975) σπούδασε ζωγραφική και χαρακτική στην Α.Σ.Κ.Τ. Το 2014 τελείωσε το μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Ψηφιακές Μορφές Τέχνης» (Α.Σ.Κ.Τ. ) Από το 2016 είναι υποψήφιος διδάκτωρ στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Πιο πρόσφατες ατομικές του: «Το Μεγάλο Χρυσό Δωμάτιο» στο Λουτρό των Αέρηδων του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, «Τάλως – Αναπαραστάσεις του Τεχνητού Ανθρώπου» στο café του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου Αθηνών και «Ισχύς μου η Αγάπη του Λαού» στο Μουσείο Βορρέ. Συνεργάζεται με την “Athens Review of Books” και με την Ολλανδική De Groene Amsterdammer.

Έργα του υπάρχουν σε ιδιωτικές & δημόσιες συλλογές Ελλάδος και εξωτερικού.

«Ο ελληνικός πολιτισμός δεν ήταν – και εξακολουθεί να μην είναι – μια παγιωμένη, μονολιθική έννοια, αναλλοίωτη στο χρόνο. Ως παράδειγμα αρκεί να αναλογιστεί κανείς τον ίδιο τον Παρθενώνα: δεν ήταν απλώς και μόνο ένας δωρικός ναός της κλασικής Αθήνας – στην πραγματικότητα ήταν η τρίτη κατά σειρά ανέγερση ναού στο συγκεκριμένο σημείο του Ιερού Βράχου. Πέραν όμως αυτού υπήρξε και ρωμαϊκός ναός και χριστιανική βασιλική και φράγκικη εκκλησία και ισλαμικό τέμενος (και αργότερα πυριτιδαποθήκη) επί Τουρκοκρατίας – και παρ’ολίγο να μετατρεπόταν και στο ανάκτορο του πρώτου βασιλιά του νεότευκτου τότε ελληνικού κράτους κατά το 19ο αιώνα.

Αυτές οι πρακτικές μεταπαραγωγής και αφομοίωσης ξένων επιρροών είναι εμφανείς και στον εξαίσιο αρχαϊκό αμφορέα του Εξωμβούργου, ο οποίος εκτίθεται σε περίοπτη θέση στο Αρχαιολογικό Μουσείο Τήνου. Σε αυτό το μνημειακό έργο ο Δίας και η Αθηνά απεικονίζονται ως πτερωτές θεότητες της Μεσοποταμίας, εμφανέστατα ασσυριακών επιρροών στην τεχνοτροπία τους. Ο Walter Burkert αναφέρει πλείστα ανάλογα παραδείγματα κατά τους αρχαϊκούς χρόνους σε ολόκληρο σχεδόν τον ελλαδικό χώρο – από το τύμπανο του Ιδαίου Άντρου στην Κρήτη μέχρι διακοσμητικά ελάσματα ασπίδας του 560 π.Χ. στην Ολυμπία, όπου απεικονίζονται ο Περσέας να αποκεφαλίζει τη Γοργώ – και εδώ εμφανίζεται η Αθηνά ως βοηθός του ήρωα στο φόνο του τέρατος.

Εκεί που άλλοι λαοί αντιλαμβάνονται την ιστορία τους ως την παράδοση μιας σχετικώς αδιάσπαστης συνέχειας, με ορισμένες ελάχιστες τομές ως εξαιρέσεις, ο ελληνικός πολιτισμός μπορεί να θεωρηθεί ως η Παράδοση της Τομής, παραφράζοντας ελαφρώς τον Jean Clair, η οποία δεν υπονοεί μόνο την άρνηση της παράδοσης αλλά σημαίνει και άρνηση της ίδιας της ρήξης. Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε και την παρατήρηση του ζωγράφου Γιάννη Τσαρούχη: «Όταν οι αρχαίοι Έλληνες δημιουργούσαν τα έργα και τους ναούς τους, δεν θεωρούσαν επ’ ουδενί τους εαυτούς τους «αρχαίους» – και ασφαλώς δεν θεωρούσαν ούτε και τα έργα τους «αρχαία». Κάθε άλλο. Τα θεωρούσαν σύγχρονα, πρωτοποριακά και ριζοσπαστικά, σε σύγκριση με τα αρχαϊκά ασσυριακά ή αιγυπτιακά πρότυπά τους».

Ακολουθώντας το πρότυπο των Ελλήνων που, από τον 8ο π.Χ. έως τον 5ο π.Χ. αιώνα μετέπλασαν τα ανατολικά πρότυπα της Ασίας και της Αιγύπτου, οι εκδοχές μιας νέας Γεννήσεως της Αθηνάς από την κεφαλή του Διός του 21ου αιώνα, δεν πρέπει να θεωρηθούν ρηξικέλευθες και επ’ ουδενί επαναστατικές. Με επίκεντρο την αίθουσα που περιέχει τον αρχαϊκό αμφορέα του Εξώμβουργου που εξεικονίζει τη γέννηση της Αθηνάς από την κεφαλή του Δία, κεντρικό έργο της έκθεσης είναι το τετράπτυχο με το ίδιο θέμα.

Έχοντας λοιπόν ως κεντρικό άξονα τη γέννηση, στις λοιπές δυο αίθουσες παρουσιάζονται δυο εξίσου σημαντικά στάδια του ανθρώπινου βίου: η ακμή και τέλος ο θάνατος.

Στο τρίπτυχο των «Τριών Αυτοκρατόρων» που εξεικονίζουν την ζωτική ακμή, τη μεσημβρία, το απόγειο της σοφίας, της ισχύος και του κάλλους του ανθρώπινου βίου. Σε αυτό το έργο παρουσιάζονται μορφές βασισμένες στους τρεις κορμούς των ρωμαίων στρατωτικών από μάρμαρο οι οποίοι εκτίθενται στο αίθριο του Μουσείου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για εμένα έχουν οι απεικονίσεις μαχών επί των ρωμαϊκών θωράκων, εν είδει εικόνων εντός εικόνων.

Τέλος, στο τρίτο σκέλος της έκθεσης, παρουσιάζονται φανταστικοί κορμοί για τις δυο εικονιστικές ρωμαϊκές κεφαλές που στέκουν αντικρυστά ως νεκρικά μνημεία. 

Προτείνω τους δυο ζωγραφιστούς κορμούς ως ένα είδος φαγιούμ, πλην όμως άνευ προσώπου – που εδώ είναι ήδη απεικονιζόμενα, ως γλυπτά της ρωμαϊκής περιόδου. Θα μπορούσε κανείς να δει αυτές τις ζωγραφιές ως νεότερες εκδοχές των σωμάτων τους που έχουν πλέον προ πολλού χαθεί (και ως έργα αυτά καθαυτά αλλά και ως σαρκία).

Οι ζωγραφιές αυτές πρέπει να ιδωθούν ως λογικά επακόλουθα, ως συνεπείς απεικονιστικές εκδοχές των αρχαϊκών και ρωμαϊκών προτύπων τους όπως αυτά στεγάζονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Τήνου, σύμφωνες με τον πνεύμα της σύγχρονης εποχής.

Ως τέτοιες – σας διαβεβαιώ – δημιουργήθηκαν.»