Πιστεύετε ότι εκτιμάμε τις μεγαλοφυΐες όταν περπατούν ανάμεσά μας; Τις εκτιμάμε όσο είναι ακόμα εν ζωή και έχουν πιθανότητες να κάνουν λάθη, ή περιμένουμε τη στιγμή που θα παραστρατίσουν και θα παριστάνουμε ότι η μεγαλοφυΐα τους ήταν κάτι της μιας στιγμής; Ίσως κάτι που συνέβη μονάχα μια φορά και δεν γίνεται να επαναληφθεί. Πόσες φορές μια μεγαλοφυΐα πρέπει να αποδείξει την εξυπνάδα της τελικά; Και αν αποτύχει, τι σημαίνει αυτό; Ότι η μεγαλοφυΐα άλλαξε, έχασε το ταλέντο της, ή έκανε κάτι που εμείς δεν καταλαβαίνουμε; Τελικά, μάλλον οι καλλιτέχνες πρέπει να έχουν το δικαίωμα να πειραματιστούν και να κάνουν λάθη πριν δημιουργήσουν το επόμενο μεγάλο έργο.
Όταν σκέφτομαι τέτοιους καλλιτέχνες, μου έρχεται στο μυαλό εκείνη η ανάρτηση του Φράνσις Φορντ Κόπολα όταν ήταν προτεινόμενος για αρκετά βραβεία Razzie για το Megalopolis: «Είμαι ενθουσιασμένος να αποδεχτώ το βραβείο Razzie σε τόσες σημαντικές κατηγορίες για το Megalopolis και για την τιμή να είμαι προτεινόμενος για χειρότερος σκηνοθέτης, χειρότερος σεναριογράφος και για τη χειρότερη ταινία της χρονιάς σε μια εποχή όπου λίγοι έχουν το θάρρος να πάνε ενάντια στις κινηματογραφικές τάσεις. Σε αυτό το χάος που βρίσκεται ο κόσμος σήμερα, όπου στην τέχνη δίνουν πόντους λες και είναι επαγγελματικός αγώνας πάλης, επιλέγω να μην ακολουθήσω τους δειλούς κανόνες, φτιαγμένους από μια βιομηχανία που είναι φοβισμένη να πάρει ρίσκα και παρά τη μεγάλη διαθεσιμότητα νέων ταλέντων, ίσως να μην δημιουργήσω ταινίες που θα είναι σημαντικές και ζωντανές σε πενήντα χρόνια από τώρα.
Τι τιμή να είμαι δίπλα σε σπουδαίους και θαρραλέους σκηνοθέτες όπως ο Ζακ Τατί που έμεινε φτωχός για να φτιάξει μια από τις πιο αγαπημένες επιτυχίες του σινεμά, το Playtime. Ευχαριστώ τους συναδέλφους μου που με συντρόφευσαν για να δημιουργήσουμε το δικό μας έργο τέχνης, το Megalopolis, και ας υπενθυμίσουμε στους εαυτούς μας πως το box office είναι μόνο για τα χρήματα, και όπως και ο πόλεμος, η ανοησία και η πολιτική δεν έχει θέση στο μέλλον μας».

Ακόμα και σκηνοθέτες όπως ο Κρίστοφερ Νόλαν, που έχουν αποδείξει ξανά και ξανά ότι μπορούν να προσελκύσουν θεατές στα σινεμά, αντιμετωπίζονται από το κοινό περιφρονητικά. Ακόμα θυμάμαι τα σχόλια όταν κυκλοφόρησε το Dunkirk που όλοι περίμεναν να δουν ξανά το Saving Private Ryan, αλλά ο Νόλαν τελικά τους έδωσε κάτι διαφορετικό που πολλοί άνθρωποι δεν ταυτίστηκαν αμέσως με το έργο. Και μην ξεχνάμε το Tenet που πολλοί μιλάνε γι’ αυτό λες και είναι μια ταινία δίχως αξία.
Σκηνοθέτες τέτοιου μεγέθους συγκρίνονται πάντα με τη μεγαλύτερη επιτυχία τους και αν το νέο έργο κριθεί ανεπαρκές (ό,τι και να σημαίνει αυτό στο μυαλό του καθενός), λιθοβολείται αμέσως. Και αν υπάρχουν σκηνοθέτες που έχουν τιμωρηθεί για τη μεγαλοφυΐα τους, αυτές είναι οι αδελφές Γουατσόφσκι.
Αν δεν ήταν κάποιος ζωντανός στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και στα πρώτα πέντε με έξι χρόνια της δεκαετίας του 2000, τότε δεν μπορεί να καταλάβει τη θύελλα που είχε προκαλέσει το Matrix. Ξαφνικά όλοι φορούσαν μαύρα δερμάτινα, γυαλιά ηλίου και όλα φαίνονταν σαν να πήγαιναν σε αργή κίνηση. Οι μιμητές ήταν άπειροι και όλοι προσπαθούσαν να συλλάβουν αυτό που έκανε το Matrix να ξεχωρίζει από τον ανταγωνισμό… ακόμα και το ίδιο το Matrix. Το πρώτο Matrix είχε τέλεια αρχή, μέση και τέλος. Η τελευταία σκηνή άφηνε περιθώρια για συνέχεια, αλλά η αλήθεια είναι πως ήταν το τέλειο κλείσιμο και ας μην ήταν απόλυτο. Βέβαια, έβγαλε τόσα λεφτά και ήταν τόσο μεγάλη επιτυχία που έπρεπε να γυρίσουν τις δύο συνέχειες τη μία πίσω από την άλλη, έτσι το 2003 πήραμε το Reloaded και το Revolutions. Και σιγά σιγά ακόμα και το Matrix άρχισε να χάνει τη μαγεία του. Ακολούθησαν βιντεοπαιχνίδια όπως το Enter the Matrix, το Path of Neo και το Matrix Online, που εκείνη την περίοδο οι Γουατσόφσκι το θεωρούσαν τη φυσική συνέχεια των ταινιών από τη στιγμή που δεν θα έκαναν και τέταρτη ταινία· και το Animatrix, μια αξιόλογη ταινία ανθολογίας κινουμένων σχεδίων. Τέλος, το 2021 ήρθε το αναπόφευκτο Resurrections, η τέταρτη ταινία την εποχή που το Χόλυγουντ είναι απεγνωσμένο να επαναφέρει στη ζωή κάθε franchise που κάποτε είχε απήχηση.
Εκτός του σύμπαντος του Matrix τα πράγματα δεν πήγαιναν καλύτερα. Το Sense8 πήγε καλά και ταινίες όπως το Speed Racer και το Cloud Atlas έχουν το κοινό τους, αλλά το Jupiter Ascending από πολλούς θεωρούνταν το νέο Phantom Menace του 2015. Έτσι οι συζητήσεις ότι οι αδελφές Γουατσόφσκι δεν έχουν κάνει κάτι καλύτερο από τη μεγαλύτερη επιτυχία τους συνεχίζονταν. Το θέμα είναι ότι ο κόσμος έχει μικρή μνήμη και όταν συγκρίνουν έναν μεγάλο καλλιτέχνη με τη μεγαλύτερη επιτυχία του τον αδικούν. Πριν τα Dark Knight, το Interstellar ή το Oppenheimer, ο Νόλαν είχε το Memento. Εκτός από τα Godfather, το Apocalypse Now και το Dracula, ο Κόπολα έχει το Conversation. Για τις Γουατσόφσκι, πριν το Matrix υπήρξε το Bound, το πρώτο τους αριστούργημα.


Η Κόρκι, μια πρώην κατάδικος που εργάζεται ως υδραυλικός, ερωτεύεται τη Βάιολετ η οποία έχει δεσμό με τον Σίζαρ, έναν εγκληματία που ξεπλένει χρήματα για λογαριασμό της Μαφίας. Οι δύο γυναίκες καταστρώνουν ένα σχέδιο για να κλέψουν δύο εκατομμύρια δολάρια από τον Σίζαρ πριν αυτός τα παραδώσει στα αφεντικά του, αλλά για κακή τους τύχη τα πάντα θα πάνε λάθος.
Το Bound είναι ένα νεονουάρ, ερωτικό, θρίλερ του 1996, στου οποίου τα καρέ βασιλεύει ο νόμος του Μέρφι· ό,τι είναι να πάει λάθος θα πάει και δεν θα υπάρχει επιστροφή μετά απ’ αυτό. Η Τζίνα Γκέρσον και η Τζένιφερ Τίλι πρωταγωνιστούν απέναντι στον Τζο Παντολιάνο, ο οποίος παραδίδει μαθήματα υποκριτικής στον ρόλο του Σίζαρ. Και αυτό είναι στον πυρήνα του το Bound. Ούτε ειδικά εφέ, ούτε τεράστιο μπάτζετ, ηθοποιοί με χημεία, κοφτερό σενάριο και δυναμική σκηνοθεσία. Η σεξουαλικότητα ξεχειλίζει σε κάθε σκηνή δίχως όμως να το κάνει φτηνό ή να εκμεταλλεύεται με κάποιο τρόπο τους χαρακτήρες του. Δεν είναι δύσκολο να δεις πώς εκείνες που έκαναν το Matrix σκηνοθέτησαν το Bound. Η αισθητική τους και το στυλ είναι ευδιάκριτα από το πρώτο δευτερόλεπτο.
Όμως, το πιο όμορφο στοιχείο του έργου κατά την άποψή μου, είναι το ότι σε μια ταινία γεμάτη ανατροπές, φόνους και αδίστακτους μαφιόζους, οι αδερφές Γουατσόφσκι δεν ενδίδουν στον μοντέρνο κυνισμό και πανηγυρικά διαδηλώνουν πως υπάρχει πραγματική αγάπη. Και αυτό είναι το θαυμαστικό στο τέλος της ταινίας, αφού σε όλο το έργο σε κάνουν να μαντεύεις για το τι ακόμα μπορεί να πάει στραβά στο σχέδιο της Κόρκι και της Βάιολετ.

Τελικά, πάντα φτάνω στο συμπέρασμα πως καμία ιδιοφυΐα δεν ονόμασε τον εαυτό της ιδιοφυΐα. Αυτός είναι ένας τίτλος που της δώσαμε εμείς επειδή αναγνωρίσαμε τις δεξιότητές της. Οι καλλιτέχνες είναι πάντα οι ίδιοι άνθρωποι στις επιτυχίες και στις αποτυχίες τους. Άλλες φορές τα πειράματά τους καταλήγουν στο Bound και το Matrix και άλλες στο Jupiter Ascending. Η βιομηχανία του θεάματος χτίζει θρύλους όσο γρήγορα τους αγνοεί μόλις έρθει η πρώτη εισπρακτική αποτυχία, αλλά το μόνο που έχουμε να κάνουμε εμείς είναι να δούμε το έργο των καλλιτεχνών από το παρελθόν τους και να βρούμε τους ανθρώπους μέσα σε αυτά και όχι τα είδωλα που φτιάξαμε εμείς στο μυαλό μας. Όπως λέει και η Βάιολετ, “you don’t know…”. Δικό σας.
Από την άλλη, όταν η βιομηχανία ψάχνει την επόμενη βουνοκορφή για να κατακτήσει και να ξεπεράσει το ένα δισεκατομμύριο στις εισπράξεις, καλό θα ήταν σκηνοθέτες όπως οι αδελφές Γουατσόφσκι να επιλέξουν να επιστρέψουν ξανά σε μικρότερες παραγωγές που, όπως και το Bound, βασίζονται αποκλειστικά στις βασικές κινηματογραφικές τεχνικές.
