Στο Cherry-Brandy παντρεύονται μαγικά η τέχνη του χορού και η τέχνη του λόγου. Ο γνωστός και αγαπητός στο ελληνικό κοινό Γιόζεφ Νατζ, προερχόμενος από το χώρο των εικαστικών τεχνών και του τσίρκου και συνδυάζοντας την εμπειρία του στη μιμική, την υποκριτική, τις πολεμικές τέχνες και τον αυτοσχεδιασμό, αφορμάται για το έργο αυτό από ένα κείμενο του Άντον Τσέχωφ (Το κύκνειο άσμα, 1886-87) με κύρια θεματική το χρόνο, το παρελθόν και τη μνήμη, καθώς και από ποιήματα του επίσης Ρώσου λογοτέχνη Όσιπ Μαντελστάμ. Η ανάγνωση του έργου από τον Νατζ στέκεται ιδιαίτερα στη βαρύτητα και τη φορτισμένη από μνήμες ατμόσφαιρα του «μαύρου κουτιού», δηλαδή της άδειας θεατρικής σκηνής, όπου κρύβονται φαντάσματα μιας περασμένης ζωής. Όπως και με το Βόυτσεκ του Γκέοργκ Μπύχνερ, έργο που ανέβασε το 1994, έτσι και στο Cherry-Brandy ο Νατζ δεν ενδιαφέρεται να μεταφράσει την πλοκή του θεατρικού έργου σε χορογραφία, αλλά να αποδώσει με αποσπασματικό τρόπο το βαθύτερο προβληματισμό που κρύβεται μέσα στο κείμενο. Εξάλλου, ο πολυβραβευμένος χορογράφος και καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Χορογραφικού Κέντρου της Ορλεάνης της Γαλλίας, παρότι συχνά καταπιάνεται με θέματα ή και έργα που ανήκουν παραδοσιακά στο θέατρο, εντάσσει τη δουλειά του στο χώρο του σύγχρονου χορού, γεγονός που του επιτρέπει μια σύμμειξη μέσων και τεχνοτροπιών με σκοπό την ελεύθερη πτήση στο μαγικό κόσμο των εικόνων, όπως λέει και ο ίδιος.
Με το Cherry-Brandy, που ανατέθηκε στον Νατζ στο πλαίσιο ενός προγράμματος συνεργασίας μεταξύ Γαλλίας και Ρωσίας το 2010, τού δίνεται η δυνατότητα να επιστρέψει μαζί με μια ομάδα από 12 περφόρμερ στον αρχέτυπο χώρο του θεάτρου, να παίξει με τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και ψευδαίσθησης. Με μια θεατρική γλώσσα αφαιρετική και λιτή, στήνει τελικά μια σειρά εικόνων, των οποίων η φιλοσοφική ή και μεταφορική χροιά μάς επανενώνει με τις ρίζες της ίδιας της τέχνης του θεάτρου.
