Ο David Uclés ήταν μόλις δεκαεννέα ετών όταν αποφάσισε πως θα γράψει το μεγάλο μυθιστόρημα για τη χώρα του. Δεν γνώριζε ακόμη σχεδόν τίποτα για τον Ισπανικό Εμφύλιο. Γνώριζε όμως τις ιστορίες του παππού του και είχε την αίσθηση ότι γύρω από τον Ισπανικό Εμφύλιο υπήρχε μια συλλογική σιωπή που κάποτε έπρεπε να σπάσει.
Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το «Η Χερσόνησος με τα άδεια σπίτια» αφηγείται την ιστορία μιας οικογένειας που διαλύεται, ενός λαού που πληγώνεται και μιας χώρας που προσπαθεί να επιβιώσει μέσα από τη μνήμη και τη φαντασία. Ένας ποιητής που ράβει τη σκιά ενός κοριτσιού ύστερα από έναν βομβαρδισμό, ένας δάσκαλος που μαθαίνει στους μαθητές του πώς να παριστάνουν τους νεκρούς, ένας φωτογράφος που μένει ακίνητος πάνω σε μια νάρκη επί σαράντα χρόνια· εικόνες που κινούνται ανάμεσα στην Ιστορία και τον μύθο, μετατρέποντας τον Ισπανικό Εμφύλιο σε ένα επικό, ποιητικό αφήγημα.
Μεταφρασμένο πλέον σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες και με περισσότερα από μισό εκατομμύριο αντίτυπα, το μυθιστόρημα καθιέρωσε τον Uclés ως μία από τις σημαντικότερες νέες φωνές της ισπανικής λογοτεχνίας. Συναντηθήκαμε στην Αθήνα, με αφορμή την ελληνική έκδοση του βιβλίου του αλλά και τη συμμετοχή του στο Φεστιβάλ ΛΕΑ. Μίλησε με τον ίδιο ενθουσιασμό που διατρέχει και τη γραφή του, για τον παππού που του χάρισε τις πρώτες ιστορίες, τον Σαραμάγκου που του έδειξε έναν διαφορετικό τρόπο να αφηγείται την Ιστορία, τα δεκαπέντε χρόνια που αφιέρωσε σε αυτό το μυθιστόρημα και για μια φράση που συνοψίζει ολόκληρη τη διαδρομή του: «Αυτό το βιβλίο δεν το έγραψα με μελάνι. Το έγραψα με τον χρόνο.»
Το «Η Χερσόνησος με τα άδεια σπίτια» μοιάζει με βιβλίο που κουβαλά πολλά χρόνια σκέψης και έρευνας. Από πού ξεκίνησε πραγματικά; Από ένα ιστορικό γεγονός, μια οικογενειακή μνήμη ή από την ανάγκη να κατανοήσεις κάτι για την ίδια την Ισπανία;
Είναι ενδιαφέρον ότι τότε δεν είχα σκοπό να εξηγήσω τον Ισπανικό Εμφύλιο. Στην πραγματικότητα, δεν γνώριζα σχεδόν τίποτα γι’ αυτόν. Όπως συμβαίνει με τους περισσότερους Ισπανούς, δεν τον μαθαίνουμε ούτε στο σχολείο ούτε μέσα στις οικογένειές μας. Υπήρξαν στη ζωή μου δύο καθοριστικές στιγμές ή καλύτερα αναλαμπές που με οδήγησαν σε αυτή την απόφαση. Η πρώτη ήρθε από την επιθυμία να γράψω ένα έπος. Ήθελα να αφηγηθώ μια ιστορία που να διατρέχει ολόκληρη τη χώρα μου. Ήμουν μόλις δεκαεννέα ετών όταν πήρα αυτή την απόφαση και ήθελα να βασιστώ στις ιστορίες που μου είχε αφηγηθεί ο παππούς μου. Η δεύτερη ήρθε περίπου επτά χρόνια αφότου είχα ξεκινήσει να γράφω. Πήγα σε ένα βιβλιοπωλείο και ζήτησα από τον βιβλιοπώλη να μου προτείνει ένα μυθιστόρημα που να αφηγείται ολόκληρο τον Ισπανικό Εμφύλιο, ώστε να αποκτήσω μια συνολική εικόνα για το βιβλίο που έγραφα. Μου απάντησε ότι υπήρχαν αμέτρητα μυθιστορήματα για τον Εμφύλιο, αλλά σχεδόν όλα επικεντρώνονταν σε μία περιοχή, σε ένα χωριό ή σε έναν μόνο άνθρωπο. Δεν υπήρχε ένα σύγχρονο, πανοραμικό μυθιστόρημα για ολόκληρη τη χώρα. Εκείνη ήταν η μεγάλη μου επιφοίτηση. Σκέφτηκα: «Μπορώ να το κάνω εγώ». Είχα ήδη δημιουργήσει ογδόντα χαρακτήρες και, επειδή ήμουν νέος, ένιωθα ότι είχα ακόμη χρόνο. Οι εκδότες δεν ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για μένα και το είδος του βιβλίου που είχα γράψει. Έλεγαν ότι ο μαγικός ρεαλισμός δεν πουλάει και ότι έχουν ήδη γραφτεί πάρα πολλά βιβλία για τον Ισπανικό Εμφύλιο. Όμως ακριβώς γι’ αυτό αποφάσισα να το επιχειρήσω.
Αρχικά, όλοι οι χαρακτήρες μου ζούσαν μόνο στο χωριό μου. Μετά από εκείνη τη στιγμή, όμως, πήρα μια ριζική απόφαση: θα τους άφηνα να ταξιδέψουν σε ολόκληρη την Ισπανία. Και ήξερα ήδη από την αρχή πως όλοι θα πέθαιναν. Δεν είναι spoiler, το λέω από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Η πρωταγωνίστριά μου ονομάζεται Οδέσσα. Διάλεξα το όνομά της, γιατί ήθελα το βιβλίο να έχει κάτι από τη μοίρα μιας ελληνικής τραγωδίας, αλλά και την κλίμακα ενός έπους.
Δεκαπέντε χρόνια είναι πολύ μεγάλο διάστημα για να ζει κανείς μέσα σε ένα βιβλίο. Δεν φοβήθηκες ποτέ ότι θα εξαντληθείς ή ότι κάποιος άλλος θα προλάβει να γράψει μια αντίστοιχη ιστορία;
Ναι, αυτός ήταν ένας από τους μεγαλύτερους φόβους μου. Από τη στιγμή που αποφάσισα ότι το βιβλίο θα αφηγούνταν ολόκληρο τον Ισπανικό Εμφύλιο, χρειάστηκαν άλλα επτά χρόνια για να ολοκληρωθεί. Και όλο αυτό το διάστημα ζούσα με μια μόνιμη αγωνία. Κάθε μέρα άνοιγα τις εφημερίδες και παρακολουθούσα τις νέες εκδόσεις. Έλεγα μέσα μου: «Σε παρακαλώ, όχι… όχι ένα βιβλίο για τον Ισπανικό Εμφύλιο». Κάποιες φορές οι φίλοι μου μού έλεγαν ότι κυκλοφόρησε ένα καινούργιο μυθιστόρημα και πραγματικά πανικοβαλλόμουν. Φοβόμουν μήπως κάποιος είχε ήδη γράψει αυτό που προσπαθούσα να γράψω εγώ τόσα χρόνια.

Στην αρχή, όμως, δεν έγραφες ακόμη για ολόκληρη την Ισπανία. Έγραφες μόνο για ένα χωριό και για τους ανθρώπους του.
Ναι. Για περίπου επτά χρόνια η ιστορία περιοριζόταν στο χωριό μου. Είχα δημιουργήσει ογδόντα χαρακτήρες και ο καθένας είχε τη δική του ιστορία. Δεν υπήρχε ακόμη αυτή η μεγάλη, ενιαία αφήγηση. Ήθελα απλώς να καταγράψω τις ζωές των ανθρώπων ενός τόπου. Αν δείτε την αρχή του βιβλίου, υπάρχει ακόμη και ένας χάρτης με όλους αυτούς τους χαρακτήρες. Στην πραγματικότητα, όμως, οι πρώτοι σπόροι αυτού του βιβλίου είχαν φυτευτεί πολύ νωρίτερα. Όλα ξεκίνησαν από τον παππού μου. Είχε εκπληκτική μνήμη και περνούσε ατελείωτες ώρες αφηγούμενος ιστορίες. Το παράξενο είναι πως σχεδόν κανείς δεν τον άκουγε. Εγώ άρχισα να τον ακούω όταν ήμουν δεκαοκτώ ετών. Πολύ αργά, όπως νιώθω σήμερα. Άρχισα να καταγράφω τις αφηγήσεις του. Έχω ακόμη ηχογραφήσεις και βίντεο με τη φωνή του. Εκείνη την εποχή, όμως, δεν είχα καμία πρόθεση να γίνω συγγραφέας. Ήμουν ζωγράφος, μουσικός. Σκεφτόμουν: «Όχι ακόμη μία τέχνη στη ζωή μου». Όμως οι ιστορίες του δεν με εγκατέλειψαν ποτέ. Αναρωτιόμουν συνεχώς τι θα μπορούσα να κάνω με αυτόν τον πολύτιμο θησαυρό που μου είχε αφήσει. Από εκεί γεννήθηκε η πρώτη εκδοχή του βιβλίου: οι ιστορίες ενός χωριού και των ανθρώπων του. Μόνο αργότερα κατάλαβα ότι αυτή η ιστορία μπορούσε να ανοίξει και να γίνει το μεγάλο έπος ολόκληρης της Ισπανίας.
Επέλεξες να μιλήσεις για πραγματικά ιστορικά γεγονότα όχι μέσα από τον ρεαλισμό, αλλά μέσα από τη μυθοπλασία και τον μαγικό ρεαλισμό. Μπορεί τελικά η φαντασία να αποδώσει την αλήθεια ενός πολέμου πιο βαθιά από την πιστή αναπαράσταση των γεγονότων;
Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος που επέλεξα τον μαγικό ρεαλισμό. Πιστεύω ότι όταν χρησιμοποιείς μεταφορές, συμβολισμούς, αναλογίες και εικόνες που ξεπερνούν τα όρια του ρεαλισμού, η ιστορία χαράζεται βαθύτερα στη μνήμη του αναγνώστη. Σκέψου την «Γκερνίκα» του Πικάσο. Δεν είναι μια κυριολεκτική απεικόνιση του πολέμου, όμως η δύναμή της είναι τέτοια που δύσκολα μπορεί κανείς να την ξεχάσει. Σήμερα έχουμε κουραστεί από τον ρεαλισμό. Ζούμε μέσα στον υπερρεαλισμό της τηλεόρασης, των ειδήσεων, των βιντεοπαιχνιδιών και του διαδικτύου. Έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ τη βία και το αίμα, ώστε πολλές φορές μια ωμή περιγραφή δεν μας αγγίζει πια. Αντίθετα, η φαντασία, οι ποιητικές εικόνες και η μεταφορά μπορούν να φτάσουν βαθύτερα. Μπορούν να πουν την αλήθεια με έναν τρόπο που μένει μέσα σου. Ιδιαίτερα όταν θέλεις να μιλήσεις για τη βία, πιστεύω ότι η μυθοπλασία μπορεί να γίνει πιο ισχυρή από την κυριολεξία. Φυσικά, δεν υπάρχει ένας μόνο τρόπος να αφηγηθείς μια ιστορία. Κάποιος μπορεί να επιλέξει τον καθαρό ρεαλισμό. Εγώ, όμως, δεν μπορώ να γράψω διαφορετικά. Αυτή είναι η δική μου γλώσσα.
Νιώθει κανείς πως αυτό το βιβλίο μεγάλωσε μαζί σου.
Ακριβώς έτσι συνέβη. Το βιβλίο ξεκίνησε με μια ιδέα και, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, κατέληξε να είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Μεγάλωσε μαζί μου. Μαζί με τις σχέσεις μου, τις μετακομίσεις μου, τις αλλαγές της ζωής μου. Ό,τι κι αν συνέβαινε, αυτό το βιβλίο ήταν πάντα εκεί. Κουβαλά μέσα του όλα αυτά τα χρόνια, ακόμη κι αν δεν φαίνονται άμεσα στις σελίδες του. Γι’ αυτό και λέω ότι είναι το βιβλίο της ζωής μου. Δεν νομίζω ότι θα μπορέσω ποτέ να γράψω κάτι αντίστοιχο. Ανήκω στους συγγραφείς που κάθε φορά θέλουν να γράψουν το καλύτερο δυνατό βιβλίο. Έτσι θα αντιμετωπίσω και το επόμενο μυθιστόρημά μου. Όμως ξέρω πως αυτό δεν θα επαναληφθεί ποτέ.
Πώς άλλαξε η ζωή σου μετά τη μεγάλη επιτυχία της «Χερσονήσου με τα άδεια σπίτια»;
Άλλαξε ολοκληρωτικά. Είμαι ένας άνθρωπος που αγαπά πολλές μορφές τέχνης. Ζωγραφίζω, γράφω, ασχολούμαι με τη μουσική. Πριν γίνει γνωστό το βιβλίο, οι φίλοι μου μού έλεγαν συνεχώς: «David, πρέπει να διαλέξεις. Δεν μπορείς να τα κάνεις όλα. Είσαι ήδη τριάντα πέντε χρονών». Τελικά αποφάσισα να αφοσιωθώ στη συγγραφή. Η επιτυχία, όμως, άλλαξε τα πάντα. Ξαφνικά άνοιξαν μπροστά μου πόρτες που πριν ήταν αδιανόητες. Αν θελήσω, μπορώ να ηχογραφήσω έναν δίσκο με τους καλύτερους μουσικούς της Ισπανίας, να κάνω μια έκθεση στο Μουσείο Reina Sofía ή ακόμη και να γυρίσω μια ταινία. Παρ’ όλα αυτά, αποφάσισα να παραμείνω προσηλωμένος στη λογοτεχνία. Άλλαξε και η καθημερινότητά μου. Γνώρισα ανθρώπους που μέχρι πρότινος μόνο διάβαζα. Έχω δειπνήσει με την Όλγκα Τοκάρτσουκ και τον Σαλμάν Ρούσντι. Την επόμενη εβδομάδα θα συναντήσω την Μάργκαρετ Άτγουντ. Υπάρχουν ακόμη και άνθρωποι που θαύμαζα και σήμερα είναι φίλοι μου. Αυτά είναι δώρα που μου χάρισε η ζωή.
Παρ’ όλα αυτά, η μεγαλύτερη χαρά μου δεν είναι η επιτυχία, ούτε οι γνωριμίες. Είναι ότι το βιβλίο μεταφράζεται σε τόσες γλώσσες. Όταν το διαβάσετε, θα ταξιδέψετε σε ολόκληρη την Ισπανία. Θα γνωρίσετε τις διαφορετικές παραδόσεις, τις τοπικές κουλτούρες και τις μικρές ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής. Αυτό ήταν πάντα το πιο σημαντικό για μένα. Νιώθω σαν να ταξιδεύει μαζί με το βιβλίο και η ίδια η χώρα μου. Κατά κάποιον τρόπο, αισθάνομαι πρεσβευτής της Ισπανίας.
Θυμάσαι τον εαυτό σου ως παιδί να διαβάζει; Υπήρξε κάποιος συγγραφέας που σου έκανε να πεις «αυτό θέλω να κάνω»;
Χωρίς δεύτερη σκέψη, ο Ζοζέ Σαραμάγκου. Είναι ο μεγάλος μου δάσκαλος. Μάλιστα, έχω κάνει την υπογραφή του τατουάζ στο χέρι μου. Την απέκτησα στη Λισαβόνα, μαζί με τη σύζυγό του, μετά τον θάνατό του. Είναι κάτι πολύ πολύτιμο για μένα. Κάποια στιγμή είχα σχεδόν εμμονή με τα βιβλία του. Όμως δεν ήταν ο μόνος συγγραφέας που με διαμόρφωσε. Αγάπησα επίσης τον Στρατή Μυριβήλη και ιδιαίτερα το «Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα». Με συγκίνησε γιατί κάνει κάτι αντίστοιχο με αυτό που προσπάθησα να κάνω κι εγώ: μιλά για το τραύμα του πολέμου μέσα από την ποίηση και τις εικόνες. Με διαμόρφωσαν επίσης ο Σαλμάν Ρούσντι, η Ιζαμπέλ Αλιέντε, η Όλγκα Τοκάρτσουκ, αλλά και ο Κάφκα. Η «Μεταμόρφωση» είναι ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία. Και δεν το λέω επειδή βρίσκομαι στην Ελλάδα. Το πιστεύω πραγματικά. Όλοι αυτοί οι συγγραφείς μού έδειξαν ότι μπορείς να αφηγηθείς τις μεγαλύτερες ιστορικές πληγές μέσα από τον μύθο, την ποίηση και τον μαγικό ρεαλισμό. Είδα ότι ήταν συγγραφείς με παγκόσμια αναγνώριση, οι οποίοι επέλεξαν αυτόν τον δρόμο. Μου έδωσαν το θάρρος να πιστέψω ότι μπορούσα να κάνω κι εγώ το ίδιο.

Μιλάς πολλές γλώσσες και έχεις ζήσει σε διαφορετικές χώρες. Ποια είναι η γλώσσα που προτιμάς να διαβάζεις λογοτεχνία ή αγαπάς περισσότερο;
Διαβάζω κυρίως στα ισπανικά, αλλά και στα αγγλικά, τα γερμανικά, τα γαλλικά και τα πορτογαλικά. Τώρα προσπαθώ να μάθω και ιταλικά, αν και ομολογώ πως αρχίζω να κουράζομαι! (γέλια) Η αλήθεια είναι ότι ερωτεύομαι πολύ εύκολα. Και αυτό συμβαίνει και με τις γλώσσες. Για δύο χρόνια μάθαινα Αρχαία Ελληνικά. Δεν τα μιλάω, αλλά μπορώ να διαβάζω τις επιγραφές στους δρόμους και αυτό μου δίνει μεγάλη χαρά. Θα ήθελα πραγματικά να συνεχίσω να μαθαίνω ελληνικά, όμως η ζωή μου αυτή την περίοδο είναι μια συνεχής μετακίνηση. Κάθε φορά που επισκέπτομαι μια πόλη που αγαπώ, σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να ζήσω εκεί. Έτσι ένιωσα και στην Αθήνα. Μου αρέσει γιατί είναι μια πόλη ζωντανή. Έχει μια όμορφη ατέλεια· είναι λίγο χαοτική, λίγο φθαρμένη, αλλά γεμάτη ζωή. Αυτό την κάνει γοητευτική.
Ζεις συνεχώς ανάμεσα σε διαφορετικές χώρες. Νιώθεις νομάς;
Ναι, μου αρέσει πολύ να ταξιδεύω και να ζω στο εξωτερικό. Έχω ζήσει στο Παρίσι, στη Γενεύη, στη νότια Αγγλία, στη Γερμανία, δύο χρόνια στην Τουλούζη, αλλά και σε πολλές διαφορετικές περιοχές της Ισπανίας – στη Βαρκελώνη, στη Χώρα των Βάσκων, στη Γαλικία, στη Μαδρίτη και στη Γρανάδα. Για πολλά χρόνια μετακόμιζα σχεδόν κάθε χρόνο. Στην αρχή το έκανα για να μάθω γλώσσες. Είμαι μεταφραστής και οι γλώσσες ήταν πάντα πολύ σημαντικές για μένα. Αργότερα, όμως, κατάλαβα ότι ήθελα να γνωρίσω καλύτερα και τη δική μου χώρα. Έμαθα λίγα καταλανικά, λίγα βασκικά, μιλάω αρκετά καλά γαλικιανά. Ήθελα να καταλάβω τις περιοχές της Ισπανίας που έχουν τόσο ισχυρή ταυτότητα. Τώρα ταξιδεύω συνεχώς εξαιτίας του βιβλίου. Τον Σεπτέμβριο θα ζήσω έναν μήνα στη Λισαβόνα, μετά δύο μήνες στη Βενετία, έξι μήνες στην Πράγα και άλλους έξι στη Βιρτζίνια, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Κάθε φορά που επισκέπτομαι μια πόλη που αγαπώ, σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να μείνω εκεί. Έτσι ένιωσα και στην Αθήνα. Το μόνο δύσκολο σε αυτή τη ζωή είναι ότι δεν σου αφήνει πολύ χώρο για προσωπική ζωή. Θα ήθελα να ερωτευτώ. Πραγματικά θα το ήθελα. Όμως αυτή τη στιγμή δεν μπορώ. Ταξιδεύω συνεχώς και δουλεύω ασταμάτητα. Βέβαια, έχω ερωτευτεί πολλές φορές στη ζωή μου και αυτό με βοήθησε πολύ να γράψω αυτό το βιβλίο. Και, κατά κάποιον τρόπο, υπάρχει ακόμη ένας μεγάλος έρωτας στη ζωή μου. Αυτό το βιβλίο.
Υπάρχει μια φράση του Λόρκα ότι «στην Ισπανία οι νεκροί είναι πιο ζωντανοί από οπουδήποτε αλλού». Γράφοντας αυτό το βιβλίο, ένιωσες ποτέ ότι συνομιλούσες περισσότερο με τους νεκρούς παρά με τους ζωντανούς;
Κάθε φορά που επιστρέφω στο χωριό μου, την Κεσάδα, μου συμβαίνει κάτι παράξενο. Περπατώ στους δρόμους και θυμάμαι τους ανθρώπους που έχασα. Τον παππού μου, τη γιαγιά μου, τους θείους μου. Κάθε γωνιά είναι συνδεδεμένη με κάποιον που δεν βρίσκεται πια στη ζωή. Το παράξενο είναι ότι μαζί με αυτούς θυμάμαι και τους ήρωες του βιβλίου μου, σαν να υπήρξαν πραγματικά. Περνάω από ένα σημείο και σκέφτομαι: «Εδώ πέθανε η Μαρτίνα». Μόνο που η Μαρτίνα δεν υπήρξε ποτέ. Είναι ένας φανταστικός χαρακτήρας. Κι όμως, μέσα μου υπάρχει σαν αληθινός άνθρωπος. Δεν μου συμβαίνει καθημερινά. Μου συμβαίνει μόνο όταν επιστρέφω στο χωριό. Εκεί όπου γεννήθηκαν όλες αυτές οι ιστορίες.
Παρότι το βιβλίο ανήκει στη μυθοπλασία, αισθάνθηκες ποτέ ότι έπρεπε να λογοδοτήσεις απέναντι στους ανθρώπους που έζησαν πραγματικά τον Ισπανικό Εμφύλιο;
Ναι, απολύτως. Πιστεύω ότι η φαντασία μάς δίνει μεγάλη ελευθερία, αλλά ταυτόχρονα μας επιβάλλει και μεγάλη ευθύνη. Εμείς οι συγγραφείς γνωρίζουμε ότι οι αναγνώστες μάς εμπιστεύονται. Αν γράψω κάτι ψευδές, πολλοί θα το πιστέψουν. Γι’ αυτό δεν μπορώ να είμαι ανέντιμος απέναντι στην Ιστορία. Είμαι βαθιά πνευματικός άνθρωπος και αισθάνομαι ότι οφείλω σεβασμό σε όσους έχασαν τη ζωή τους. Αν ένας άνθρωπος ανήκε στην ίδια πολιτική πλευρά με εμένα αλλά είχε διαπράξει εγκλήματα, όφειλα να το γράψω. Η δικαιοσύνη είναι σημαντικότερη από την ιδεολογία. Πιστεύω ότι μπορείς να γράψεις τα πάντα. Μπορείς να χρησιμοποιήσεις τη φαντασία, τον μύθο, τον μαγικό ρεαλισμό. Αρκεί να το κάνεις με απόλυτο σεβασμό απέναντι στους ανθρώπους που έζησαν και πέθαναν μέσα σε αυτή την ιστορία.
Υπάρχει κάποιο μέρος που νιώθεις ότι αποτυπώνει καλύτερα την ψυχή της Ισπανίας;
Αν έπρεπε να σας προτείνω έναν προορισμό, θα σας έλεγα χωρίς δεύτερη σκέψη να πάτε στην Ανδαλουσία. Και κυρίως στη Γρανάδα. Η Αλάμπρα είναι ένα από τα πιο μαγικά μέρη που έχω επισκεφθεί ποτέ. Είναι από τους ελάχιστους τόπους στον κόσμο όπου ένιωσα μια σχεδόν ανεξήγητη ενέργεια. Βρίσκεσαι σε μια ζωντανή, θορυβώδη πόλη και ξαφνικά περνάς τις πύλες της Αλάμπρας. Όλα ησυχάζουν. Νιώθεις μια απίστευτη γαλήνη. Είναι συγκλονιστικό να περπατάς σε έναν χώρο που υπάρχει εδώ και χίλια χρόνια και να αισθάνεσαι ότι ο χρόνος έχει σταματήσει.

