Μάρτιος 2012
Dia:Beacon, Νέα Υόρκη
Κυριακή πρωί και βρισκόμαστε στις πλατφόρμες του σιδηροδρομικού σταθμού Grand Central στο Manhattan περιμένοντας το τρένο που θα μας μεταφέρει από τη χαοτική μητρόπολη σε ένα προάστιο αποσυμπίεσης. Η διαδρομή προς το μουσείο Beacon ενσαρκώνει όλα τα ρομαντικά στοιχεία της γνήσιας Americana: ο σιδηρόδρομος, ένα άπλετο φυσικό τοπίο και σποραδικά σπίτια με περήφανες αμερικάνικες σημαίες να κυματίζουν στις βεράντες περιβάλλουν τον ποταμό Hudson. Το μόνο που μας λείπει είναι μια μηλόπιτα. Μιάμιση ώρα αργότερα αποβιβαζόμαστε από το τρένο και η πινακίδα «Dia: Beacon Via Walkway» μας υποδεικνύει το δρόμο που θα μας οδηγήσει στον τελικό μας προορισμό. Η μέρα είναι ηλιόλουστη, το κρύο όμως τσουχτερό. Καθώς περπατάμε, σκέφτομαι ότι η επίσκεψή μας στο μουσείο συνοδεύεται από μια αίσθηση «ιεροτελεστίας», παρόμοια με αυτή που είχα νιώσει παλιότερα όταν κατευθυνόμουν προς το μικρό θέατρο της αρχαίας Επιδαύρου ή στο Théâtre du Soleil της Ariane Mnouchkine στην Cartoucherie de Vincennes, λίγο πιο έξω από το Παρίσι. Έπειτα από περίπου ένα 10λεπτο οι παραλληλισμοί τελειώνουν. Είμαστε επιτέλους εκεί.
Το Dia: Beacon, Riggio Galleries άνοιξε τις πόρτες του το Μάιο του 2003 για να στεγάσει τη μόνιμη συλλογή του φημισμένου Dia Art Foundation (πήρε το όνομά του από την ελληνική λέξη «διά») – μια συλλογή από έργα τέχνης από τη δεκαετία του ’60 μέχρι και σήμερα. Πέρα όμως από το καλλιτεχνικό και το εκθεσιακό του περιεχομένου, το μουσείο είναι γνωστό και για την αρχιτεκτονική του. Ο Αμερικανός καλλιτέχνης Robert Irwin, πρωτοπόρος του καλιφορνέζικου κινήματος Light and Space, ανέλαβε μαζί με την αρχιτεκτονική εταιρεία OpenFirm να ανακαινίσουν ένα παλιό εργοστάσιο της Nabisco του 1929 και να δημιουργήσουν έναν εκθεσιακό χώρο έκτασης περίπου 240.000 τ.μ. (συνολικά μαζί με τους εξωτερικούς χώρους 300.000 τ.μ.) διατηρώντας τον αρχικό χαρακτήρα του κτιρίου. Χτισμένο εξ ολοκλήρου από ατσάλι, τσιμέντο και τούβλο και με ένα αντισυμβατικά ανοιχτό -για μουσείο- χώρο, το Dia: Beacon αποτελεί πρότυπο μινιμαλιστικής και βιομηχανικής loft αισθητικής. Ταυτόχρονα, έχει σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να εκμεταλλεύεται στο έπακρο το φυσικό φως και να χρησιμοποιεί ελάχιστα -έως καθόλου- τεχνητούς φωτισμούς. Γι’ αυτόν το λόγο, άλλωστε, οι ώρες λειτουργίας του μουσείου διαφέρουν κατά τους χειμερινούς και τους θερινούς μήνες, ανάλογα με τη διάρκεια της ημέρας. Από τη μία οικολογική ευαισθησία και από την άλλη πίσω από την αξιοποίηση του φυσικού φωτισμού κρύβεται μια πρωτοποριακή μέθοδος βελτιστοποίησης της έκθεσης έργων. Ως αποτέλεσμα, οι πολλαπλές εκθέσεις έχουν μοιραστεί σε τρία διαφορετικά επίπεδα και έχουν τοποθετηθεί στο χώρο με βασικό, πάντα, κριτήριο το φως.
Πράγματι, μπαίνοντας κανείς στο αχανές ισόγειο του Dia, παρατηρεί μια έκρηξη φωτός να εισβάλλει από τα τεράστια παράθυρα και τους πολλαπλούς φεγγίτες. Εκεί χανόμαστε στην έκθεση-ορόσημο του Sol LeWitt, Drawing Series–Composite, Part I–IV, #1-24, A + B. Πρόκειται για έργο του 1968, το οποίο όμως εκτελέστηκε για πρώτη φορά μόλις το 2003 αποκλειστικά για το μουσείο. Ευθείες, τεθλασμένες, παράλληλες, τέμνουσες γραμμές, κύκλοι, τόξα, τρίγωνα και τετράγωνα ζωγραφισμένα στους τοίχους με κιμωλία, μολύβι, κραγιόν και τέσσερα μόνο χρώματα δημιουργούν μια σειρά από περίπλοκα και επαναλαμβανόμενα γεωμετρικά σχέδια και συνωμοτούν σε ένα παιχνιδιάρικα αφαιρετικό, οπτικό και μαθηματικό παζλ για δυνατούς λύτες.
Ύστερα από απλοί παρατηρητές της τέχνης γινόμαστε μέρος της. Στην έκθεση του Franz Erhard Walther Work as Action ο θεατής καλείται να διαλέξει ένα από τα περίπου 58 υφασμάτινα εργαλεία-όργανα που υπάρχουν στο δωμάτιο. Κάθε ύφασμα έρχεται με συγκεκριμένες οδηγίες χρήσης όπως και με συγκεκριμένο τρόπο που πρέπει κανείς να το διπλώσει και να το ξεδιπλώσει -πάντα με προσοχή!– όπως φροντίζει να μας υπενθυμίζει το προσωπικό του μουσείου, μιας και αυτά τα υλικά χρονολογούνται από το 1963 έως το 1969. Ο σκοπός είναι η συμμετοχή, η αλληλεπίδραση και η δημιουργία μιας ατομικής ή συλλογικής δράσης με βασικό μέσο το σώμα. Εμείς δοκιμάζουμε το Sehkanai (Channel of Sight, 1968): τα δύο άκρα ενός υφάσματος, μήκους περίπου 5 μέτρων, τοποθετούνται και καλύπτουν σαν σακούλα τα πρόσωπα των δύο συμμετεχόντων. Το ζητούμενο είναι να βρεθεί στα τυφλά η σωστή ισορροπία κρατώντας το ύφασμα τεντωμένο και διατηρώντας την απαιτούμενη απόσταση.
Ο στόχος επιτυγχάνεται και προχωράμε έπειτα σε μια περιπλάνηση ανάμεσα στις ατσάλινες λαβυρινθικές ελλείψεις του Richard Serra (Torqued Ellipses), εκεί όπου η αίσθηση του προσανατολισμού και τα όρια του γλυπτικού χώρου αμφισβητούνται και προκαλούνται. Αφού κοιταχτούμε καλά στους έξι γκρι καθρέφτες του Gerald Richter (Six Gray Mirrors No. 884/1-6, 2003), μετράμε το χρόνο που περνά στην έκθεση του On Kawara (Date Paintings) – μια σειρά από πίνακες 8 διαφορετικών διαστάσεων, καθένας από τους οποίους απεικονίζει μια ημερομηνία αποτυπωμένη σε λευκό χρώμα πάνω σε μονόχρωμο φόντο και στη γλώσσα της χώρας όπου δημιουργήθηκε.
Στη συνέχεια, αποφασίζουμε να αλλάξουμε επίπεδο. Στη σκιερή και πιο απομονωμένη σοφίτα του Dia εξερευνούμε τα γλυπτά της Louise Bourgeois και περπατάμε δίπλα στη γιγαντιαία και άκρως εντυπωσιακή μεταλλική αράχνη της (Crouching Spider, 2003). Τέλος, στο σκοτεινό υπόγειο βρίσκουμε κρυμμένο όλο το οπτικοακουστικό υλικό του μουσείου. Εκεί, ο χώρος φωτίζεται σχεδόν αποκλειστικά από τις οθόνες πολυάριθμων τηλεοράσεων που προβάλλουν πρώιμη video και media art από καλλιτέχνες-μέλη της Electronic Arts Intermix (Circa 1971: Early Video & Film from the EAI Archive).
Το αξιοσημείωτο είναι ότι τα παραπάνω δεν είναι παρά ένα μικρό δείγμα από τις πολυάριθμες σύγχρονες εκθέσεις που φιλοξενούνται στο μουσείο. Εκεί όμως που κερδίζει το Dia δεν είναι στην ποικιλία, αλλά στο γεγονός ότι η τέχνη εδώ βρίσκει τον απαραίτητο χώρο που χρειάζεται για να αναπνεύσει και το απαιτούμενο φως για να αναδειχθεί, δίνοντας πάντα στον επισκέπτη μια αίσθηση ηρεμίας και λιτότητας. Αναμφισβήτητα, μια επίσκεψη στο Dia: Beacon αξίζει, καθώς καταφέρνει να συνδυάσει την τέχνη, την αρχιτεκτονική και μια ημερήσια εκδρομή – όλα σε ένα. Για να μην αναφέρουμε και τα γευστικότατα μπέργκερς που απολαύσαμε μετά στην πόλη. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;
