Αφήνοντας πίσω το 27ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης κι αφού πρώτα μιλήσαμε πιο αναλυτικά για το «Συνύπαρξη, Λέμε Τώρα!» της Άμπερ Φάρες που κέρδισε τον Χρυσό Αλέξανδρο του Διεθνούς Διαγωνιστικού, μερικά σύντομα ακόμα λόγια για δυο ταινίες που επίσης είχαμε την χαρά να παρακολουθήσουμε:

 

«Πέστε, ο Πόθος πού Φυτρώνει;»

 

 

Τρία σημεία για το «Πέστε, ο Πόθος πού Φυτρώνει;», το όχι αυστηρά βιογραφικό και εργογραφικό, αλλά τρυφερά αποκαλυπτικό – εξομολογητικό ντοκιμαντέρ του Στέργιου Πάσχου για τον Γιώργο Πανουσόπουλο. Πρώτον: Οι ερωτικές σκηνές στον φακό του Πανουσόπουλου που ανθολογούνται και προβάλλονται εδώ, ναι, εννοείται ότι είναι ερωτικές σκηνές εντελώς δικές του, της ιδιαίτερης δικής του ηδονικής και ηδονοβλεπτικής ματιάς, της ιδιαίτερης δικής του θερμοκρασίας και στάσης απέναντι στη ζωή, ταυτόχρονα όμως είναι και ερωτικές σκηνές μιας άλλης εποχής. Κινηματογραφημένες τη δεκαετία του ογδόντα και το τέλος της δεκαετίας του εβδομήντα, μοιάζουν πολύ τολμηρές για σήμερα. Δεν βλέπουμε πια τέτοιες σκηνές. Φέρουν κάτι το απαγορευμένο, κάτι το δύσκολα διαχειρίσιμο, σε ξεβολεύουν. Σου δημιουργείται η αίσθηση και σου μεταφέρεται η εικόνα μιας εποχής σημαντικά μεγαλύτερης σεξουαλικής ελευθερίας.

Δεύτερον: Ο πατέρας του, η μητέρα του, η μητριά του, ο παππούς του. Η διαφορά του αποτυπώματος των ανθρώπων στη μνήμη. Όπως βέβαια και ο ίδιος παραδέχεται – υποψιάζεται, ίσως καμιά φορά οι μνήμες δημιουργούνται πλαστά και εκ των υστέρων, αποτελώντας ψυχολογικούς μηχανισμούς άμυνας. Αλλά και πάλι: υπάρχει άραγε σημαντικότερη κληρονομιά απ’ το να μην σε θυμούνται άσχημα, απ’ το να σε θυμούνται γλυκά και όχι τραυματικά;

Τρίτον: Ο Πανουσόπουλος περιγράφει μια κρίσιμη στιγμή στη ζωή του, μερικές δεκαετίες πριν. Βρίσκεται ψηλά σε κάποιο κτίριο και σκέφτεται σοβαρά να αυτοκτονήσει. Εκείνη την ώρα διακρίνει κάτω έναν άνθρωπο να αφοδεύει στα κρυφά σε μια γωνιά. Κάνει πολύ κρύο, από τα περιττώματά του αρχίζει κι αναδύεται ατμός. «Εγώ να πέσω να πεθάνω κι ο άλλος να χέζει;». Του φάνηκε κάπως. Συνέχισε να ζει. Ευτυχώς. Δυστυχώς ο Κούντερα έχει πεθάνει, θα έγραφε κάτι καταπληκτικό πάνω σε μιας τέτοιας ασύλληπτης υπαρξιακής ειρωνείας στιγμή. Να τι δεν θα καταλάβει ίσως ποτέ η τεχνητή νοημοσύνη: τη σύνδεση ανάμεσα στα δύο. Δεν θα την καταλάβει γιατί μας ξεπερνά κάπως κι εμάς.

 

 

Όσοι παρακολουθούσαμε το “Mistress Dispeller” της Ελίζαμπεθ Λο, περιμέναμε εναγωνίως να τελειώσει για να της κάνουμε ερωτήσεις και να μας εξηγήσει πώς γίνεται να ισχυρίζεται ότι πρόκειται για αληθινές σκηνές, όπου αληθινοί άνθρωποι κάνουν τους συγκεκριμένους διαλόγους, πώς γίνεται να μην πρόκειται αν όχι για σκηνές προϊόντα μυθοπλασίας, έστω για αναπαράσταση σκηνών που διαδραματίστηκαν σε προηγούμενο χρόνο κάπου εκτός κάμερας. Περί τίνος πρόκειται όμως; Αντιγράφω από τη σύνοψη της ταινίας: «Τι συμβαίνει όταν ένας γάμος δοκιμάζεται από την παρουσία ενός τρίτου προσώπου; Μόλις στη δεύτερη ταινία της, η Ελίζαμπεθ Λο διερευνά μια απροσδόκητη προοπτική: την προσθήκη ενός τέταρτου ατόμου στην ερωτική εξίσωση. Στην αχανή επικράτεια της Κίνας έχει αναπτυχθεί μια νέα βιομηχανία, αφιερωμένη στη διάσωση των γάμων που απειλούνται από την απιστία. Η Γουάνγκ είναι μια επαγγελματίας σε αυτόν τον τομέα – μια εντεταλμένη «εξολοθρεύτρια ερωμένων», η οποία αναλαμβάνει να διατηρήσει τους δεσμούς ενός γάμου και να τερματίσει εξωσυζυγικές σχέσεις με κάθε δυνατό τρόπο».

Πώς γίνεται λοιπόν οι εμπλεκόμενοι να λένε, τόσο μπροστά στην κάμερα, όσο μπροστά και σε έναν ξένο ουσιαστικά άνθρωπο, λίαν προσωπικά πράγματα; Στο Q & A οι ερωτήσεις πέφτουν βροχή και η σκηνοθέτις αρχίζει να εξηγεί: Yπήρξαν έξι προηγούμενες περιπτώσεις που κατέγραψε με τον φακό της, αλλά τελικά οι συμμετέχοντες δεν έδωσαν την τελική συναίνεσή τους για να προβληθούν οι ιστορίες τους. Αρχικά όλη την αλήθεια για το θέμα του ντοκιμαντέρ την γνωρίζει ο/η επαγγελματίας που αναλαμβάνει να διώξει τον εραστή/ερωμένη και ο σύζυγος ή η σύζυγος που τον/την έχουν προσλάβει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο ο σύζυγος όσο και η ερωμένη συμμετείχαν αρχικά νομίζοντας ότι πρόκειται για ένα γενικότερο ντοκιμαντέρ για τις σχέσεις και τον έρωτα στη σημερινή Κίνα. Όταν στο τέλος η Λο τους ενημέρωσε για το αληθινό θέμα του ντοκιμαντέρ, δέχτηκαν με τον όρο ότι δεν θα προβληθεί στην Κίνα.

Ακόμα κι έτσι όμως: με την πρώτη ευκαιρία που βρίσκει η επαγγελματίας «εξολοθρεύτρια», μανιπουλάρει τον σύζυγο να της ομολογήσει την απιστία του. Γιατί αυτός το κάνει τόσο εύκολα σε μια γυναίκα που πιστεύει ότι είναι φίλη της συζύγου του; Η Λο απαντάει ότι οι άνθρωποι είναι μυστηριώδεις και μας εκπλήσσουν με τη συμπεριφορά τους. Απαντάει επίσης ότι ίσως και να ήταν περήφανος κατά βάθος που έχει σχέση με μια πολύ νεότερη του γυναίκα. Κι ότι στην Κίνα μπορεί να συγχωρείται κάπως το να διατηρείς εξωσυζυγικές σχέσεις, αλλά το να πάρεις διαζύγιο εξαιτίας του σε καθιστά ηθικά υπόλογο. Ίσως όμως η πιο εντυπωσιακή απάντηση που δίνει στις ερωτήσεις είναι η εξής: η ερωμένη δέχτηκε να συμμετάσχει επειδή πίστευε ότι ο άντρας είχε δεχτεί ως δώρο προς εκείνη, ως μια καταγραφή κι έναν τεκμήριο θριάμβου του έρωτά του. Πίστεψε στο χάπι εντ. Αλλά εδώ δεν είναι ρομ κομ, εδώ είναι η ζωή.