Το «Έτσι Ξαφνικά» του Ριουσούκε Χαμαγκούτσι κέρδισε το βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο Φεστιβάλ Καννών και για τις δύο πρωταγωνίστριές του, τη Βιρζινί Εφιρά και την Τάο Οκαμότο, στις οποίες απονεμήθηκε εξ ημισείας, ενώ αποτελεί την επίσημη πρόταση της Ιαπωνίας για όσκαρ διεθνούς ταινίας, μια κατηγορία στην οποία ο Χαμαγκούτσι και η Ιαπωνία βραβεύτηκαν πριν λίγα χρόνια με το  “Drive my Car”.

Η Εφιρά είναι η διευθύντρια ενός παρισινού οίκου ευγηρίας για άτομα με άνοια. Δεν είναι απλά μια δουλειά για εκείνη, καθώς είναι δοσμένη ψυχή τε και σώματι στη μέθοδο φροντίδας “Humanitude”. Είναι μια μέθοδος που δίνει έμφαση στη διαπροσωπική επαφή με τον ηλικιωμένο και τον ανοϊκό. Βλέμμα, λόγος, αφή, αλλά και όρθια στάση, οι βασικοί πυλώνες της. Ο ασθενής δεν αντιμετωπίζεται ως κάποιος που βρίσκεται στον δικό του κόσμο και απέναντι στον οποίο οι μόνες μέριμνες πρέπει να είναι όσες αφορούν την υγεία του, αλλά ως κάποιος με τον κόσμο του οποίου ο νοσηλευτής και ο φροντιστής μπορούν να συναντηθούν. Όχι βέβαια για να κάνουν θαύματα και να τον κάνουν πάλι καλά, αλλά για να του προσφέρουν μια επικοινωνία, μια τρυφερότητα και μια σωματική και συναισθηματική κινητοποίηση, με τις οποίες θα νιώσει καλά.   

«Έτσι Ξαφνικά» του Ριουσούκε Χαμαγκούτσι

Όταν η Τακαμότο μπαίνει στη ζωή της και πληροφορείται τα βασικά της μεθόδου, περίπου αναρωτιέται τι το τόσο διαφορετικό έχει από μια αληθινή ανθρώπινη φροντίδα με νοιάξιμο. Ίσως στη Δύση έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη να τα θεωρητικοποιούμε όλα, να τα ορίζουμε και περιορίζουμε, να τα βάζουμε μέσα σε κουτάκια και κανόνες, ώστε ακόμα κι όταν το ζητούμενο είναι η αντιμετώπιση του άλλου ως πρόσωπο που έχει ανάγκη να το δούμε, να του μιλήσουμε και να το αγγίξουμε και όχι ως γερασμένο σαρκίο με εκφυλισμένες εγκεφαλικές λειτουργίες, να πρέπει να το εντάξουμε σε ένα απρόσωπο σχήμα και σε ένα σακί ιδεών. Ο απρόσωπος δρόμος προς το διαπροσωπικό ένα πράγμα.   

Παρόλα αυτά, οι προθέσεις της Εφιρά είναι οι καλύτερες του κόσμου. Αντιμετωπίζει όμως δυσκολίες σε δύο μέτωπα. Από τη μια οι προϊστάμενοί της που δεν καλοβλέπουν οτιδήποτε μπορεί να συνεπάγεται αύξηση εξόδων και μείωση εσόδων, από την άλλη οι νοσηλευτές που για να ανταποκριθούν στα σεμινάρια της μεθόδου, στα οποία περνάει εκ περιτροπής το προσωπικό, είναι αναγκασμένοι να επωμίζονται περισσότερες δουλειές. Άλλους νοσηλευτές έχει ψήσει με τον ιδεαλισμό της και την ακολουθούν σαν απόστολοι, άλλοι έχουν στυλώσει τα πόδια στον τρόπο που είχαν μάθει ότι λειτουργούν οι φροντίδες ανοϊκών αλλά και το εργατικό δίκαιο. Άλλωστε ασθενείς που σηκώνονται, πρέπει να μένουν όρθιοι και να περπατάνε, είναι ασθενείς που κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή να πέσουν. Και τότε τι; Κάθε φορά και σε κάθε τομέα, όταν φεύγεις από τα μαθημένα, δεν γίνεται να μην υπάρξουν αντιδράσεις.

Η Τακαμότο μπαίνει στη ζωή της Εφιρά μέσα από μια σειρά συμπτώσεων. Kάπως τραβηγμένων συμπτώσεων αν θέλουμε να είμαστε αυστηροί. Κι αφού το γεγονός που τελικά τις φέρνει κοντά είναι ένα θεατρικό έργο το οποίο σκηνοθετεί η Τακαμότο και η προβληματική του οποίου είναι πολύ κοντά στον κόσμο και τη θεραπευτική φιλοσοφία της Εφιρά, δεν θα ήταν άραγε πιο αβίαστο δραματουργικά να έφτανε κάπως στα αυτιά της ότι παίζεται ένα τέτοιο έργο, να πήγαινε να το δει και να το πιάναμε στη συνέχεια από εκεί; Εν πάση περιπτώσει, ας μην κάνουμε τους μπάτσους στα σενάρια των άλλων, πάει πάντως να το παρακολουθήσει και ό,τι βλέπει την εκπλήσσει και τη συγκινεί βαθιά. Είναι ένας θεατρικός μονόλογος, όπου ο Ιάπωνας ηθοποιός υποδύεται τον Φράνκο Μπαζάλια, έναν ψυχίατρο και νευρολόγο, η ματιά του οποίου έφερε επανάσταση στην ψυχιατρική στην Ιταλία, με αποτέλεσμα τη δια νόμου κατάργηση των ψυχιατρείων το 1978. Αμέσως μετά το τέλος της παράστασης, η Τακαμότο και ο ηθοποιός συζητάνε με το κοινό για το έργο και τις ιδέες του. Η Εφιρά φυσικά παίρνει τον λόγο.

«Έτσι Ξαφνικά» του Ριουσούκε Χαμαγκούτσι

Και ακολουθεί ένα κομμάτι της ταινίας που εμένα μου χτύπησε αρκετά άσχημα. Οι δυο γυναίκες παθαίνουν μια κεραυνοβόλα ψυχική σύνδεση και αρχίζουν να περπατάνε στο Παρίσι συζητώντας. Καλά κάνουν και την παθαίνουν τη σύνδεση, καλά κάνουν και περπατάνε συζητώντας. Το πρόβλημα όμως είναι πως όσα συζητάνε δεν είναι διάλογοι αλλά διαλέξεις. Ή, έστω, αν οι διαλέξεις θα έρθουν λίγο μετά, πάντως δυσκολεύεσαι πάρα πολύ να πειστείς ότι τώρα βλέπουμε δυο ανθρώπους που όντως μιλάνε και όχι δυο ηθοποιούς που έχουν αποστηθίσει τα λόγια τους. Όχι γιατί δεν παίζουν καλά, αλλά γιατί τα λόγια είναι γραπτός λόγος και όχι προφορικός. Και δεν το κάνει καθόλου πιο πειστικό το γεγονός ότι συζητάνε εναλλάξ στα Ιαπωνικά και στα Γαλλικά. Όταν δε μετά τους περιπατητικούς τους διαλόγους φτάνουν στον Οίκο Ευγηρίας, ο Χαμαγκούτσι βρίσκει καλή ιδέα το να τις βάζει να ετοιμάζουν κάτι να τσιμπολογήσουν, μόνο και μόνο για να τους επιτρέψει να συνεχίσουν την ατελείωτη πάρλα. Συνηθέστατο είναι στο σινεμά και στην τηλεόραση διαλογικές σκηνές να συνοδεύονται από τέτοιες παράλληλες δραστηριότητες, αλλά εδώ αλείφουν φρυγανιές μόνο και μόνο για να συνεχίσουν μπουκωμένες τα τσιτάτα που ανταλλάσσουν, τα οποία ποιος ξέρει πόσες συνεχείς σελίδες διαλόγου τελικά πιάνουν, από όταν αλληλογοητεύτηκαν και ξεκίνησαν τη γνωριμία τους. 

Για να φτάσουμε στο αποκορύφωμα, όταν η Οκαμότο αρχίσει να εξηγεί στην Εφιρά πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός και τους λόγους για τους οποίους καταστρέφει τα πάντα στο διάβα του και συνάμα οδεύει προς την αυτοκαταστροφή του, με ένα πινακάκι που βρήκε εύκαιρο, ζωγραφίζοντας με κιμωλία σχήματα και γράφοντας δίπλα τους λέξεις κλειδιά. Είναι ενδιαφέροντα όσα δείχνει στο πινακάκι, είναι αυτοτελώς ενδιαφέρουσα η διάλεξή της; Πολύ. Στη γενικότερη ιεράρχηση των πραγμάτων δεν είναι το πιο σημαντικό να συζητάμε για αυτά τα θέματα, να προσπαθούμε να δούμε τι άλλες πιθανές διέξοδοι υπάρχουν, να σταματήσουμε να παίρνουμε τον τρόπο ζωής μας και το οικονομικό σύστημα που τον διέπει, ως τα μόνα πιθανά; Ναι, αλλά μάλλον δουλειά σου ως δημιουργού που θες να βάλεις στο τραπέζι (και) αυτά τα θέματα, είναι να βρεις έναν τρόπο που θα λειτουργεί κινηματογραφικά, ώστε να ταρακουνήσουν τον θεατή και να τον κάνουν να θέλει μετά να τα σκεφτεί και συζητήσει. Όταν με το πέσιμο των τίτλων διαπιστώνουμε ότι μια αρχική πηγή έμπνευσης του Χαμαγκούτσι υπήρξε ένα βιβλίο αλληλογραφίας μεταξύ μιας φιλόσοφου και μιας ιατρικής ανθρωπολόγου, όλα αρχίζουν να βγάζουν περισσότερο νόημα στο τι πήγε λάθος.

«Έτσι Ξαφνικά» του Ριουσούκε Χαμαγκούτσι
«Έτσι Ξαφνικά» του Ριουσούκε Χαμαγκούτσι

Δεν πήγαν όμως όλα λάθος, υπάρχουν και πράγματα που πήγαν σωστά. Κι επειδή θέλω να κλείσω με αυτά, ας ξεμπερδέψω με μια τελευταία γκρίνια. Στο “Drive my Car” είχαμε γράψει για την εκεί συνθήκη και τις πρόβες ενός θεατρικού έργου που παρακολουθούσαμε: «Το βασικό γνώρισμα της μεθόδου του θεατρικού σκηνοθέτη είναι ότι ανεβάζει παραστάσεις πολύγλωσσες: ο κάθε ηθοποιός παίζει τον ρόλο του στη μητρική του γλώσσα και οι θεατές μπορούν να διαβάζουν από μια οθόνη υποτίτλους. Η διαφορά στη γλώσσα των ηθοποιών και ταυτόχρονα των ηρώων των παραστάσεων δεν εμποδίζει τη λειτουργικότητά τους, καθώς δημιουργείται ένα ενιαίο καλλιτεχνικό σύμπαν, ένας κόσμος εξίσου πειστικός με εκείνον στον οποίο θα μιλούσαν όλοι την ίδια γλώσσα, οι ηθοποιοί μπορούν να αλληλεπιδράσουν, να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, να συγκινηθούν και να συγκινήσουν. Βέβαια γνωρίζουν το έργο, ξέρουν τα λόγια του άλλου, ξέρουν τι τους λέει κι ας μην καταλαβαίνουν τη γλώσσα, έχουν προβάρει το πότε τελειώνει ο διάλογος του καθενός. Και ίσως εκ των υστέρων και όσο σκέφτεται κανείς την ταινία, μπορεί να πει ότι ένα βασικό θέμα του “Drive My Car” είναι η επικοινωνία και η σχέση της με τη γλώσσα». Στο «Έτσι Ξαφνικά» λοιπόν, όταν στο τέλος της παράστασης η Τακαμότο και ο ηθοποιός δέχονται ερωτήσεις από το κοινό, η Εφιρά τη ρωτάει στα ιαπωνικά και η Τακαμότο της απαντάει στα ιαπωνικά. Κάποιοι από το κοινό διαμαρτύρονται. Ο ηθοποιός τότε παρεμβαίνει και ζητά να μην μεταφράσουν στα γαλλικά, γιατί από τη χροιά της φωνής των δύο γυναικών το κοινό πρέπει να κατάλαβε ότι συζήτησαν κάτι πολύ σοβαρό. Βλακείες. Έχει περαστεί η λεπτή γραμμή που από το ψαγμένο έχουμε περάσει στο δήθεν.

Ό,τι αποτυγχάνουν όμως να πουν τα λόγια, στα γαλλικά και τα γιαπωνέζικα, ο Χαμαγκούτσι (αξίζει παρεμπιπτόντως να δει εκτός από το “Drive my Car” και τις «Ιστορίες της Τύχης και της Φαντασίας») μας το δείχνει στο τελευταίο κομμάτι της ταινίας με τις εικόνες του. Με εικόνες σωματικές, με εικόνες διασωματικές, με ανθρώπους ασθενείς και υγιείς να συνδέονται ως ένα σύνολο. Εκεί ναι, μπορείς και να συγκινηθείς και να εμπνευστείς και τελικά να πειστείς ότι υπάρχουν και άλλοι τρόποι σύνδεσης με τους ανθρώπους, ότι υπάρχουν και άλλες εναλλακτικές ζωής. 

«Έτσι Ξαφνικά» του Ριουσούκε Χαμαγκούτσι