Το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας είναι από εκείνα τα φεστιβάλ που γυρίζεις από αυτό σαν κάτι να ‘χει μετατοπιστεί μέσα σου πολύ άμεσα. Η σωματικότητα που έχει ο ίδιος ο χαρακτήρας των παραστάσεων, ίσως είναι ο λόγος που επιτελεί αυτή την πιο άμεση εσωτερική εργασία του νου και αυτής της αίσθησης. Τα σώματα που βλέπεις να κινούνται, ανθρώπινα σώματα που «γράφουν» πάνω τους όλη την πολύχρονη εντατική σκληρή διαδικασία, την οποία έχουν υποστεί για να ορθωθούν μπροστά σου, να κουλουριαστούν, να τεντωθούν, να συνδεθούν οι τένοντές τους με ό,τι πιο υπερβατικό μπορεί να βγάλει η σωματική και ανθρώπινη έκφραση, κάτι πέρα από το σώμα. Όσο κι αν κάθεσαι στη θέση σου αυτό που βλέπεις με κάποιο τρόπο σε ανυψώνει και σε συνδέει. Κι εδώ έρχεται και η ξεχωριστή μαγεία του χορού. Και ίσως τίποτα δεν θα μπορούσε να αποδώσει καλύτερα τις υπερβατικές δυνάμεις του από την πρώτη φράση που αντίκρισα μόλις πέρασα την πόρτα του Μεγάρου Χορού Καλαμάτας, για το KIDF 32, το οποίο φέτος έχει ως θεματικό άξονα τη «μαγεία» της τέχνης του χορού:
«Αληθινά πιστεύω πως αν όλοι οι άνθρωποι στη γη μας χόρευαν, ο κόσμος μας θα ήταν καλύτερος.»,
έχει πει η Ζουζού Νικολούδη και τα λόγια της τα διαβάζω πάνω από μία γλάστρα με ανθισμένη λεβάντα, στον τοίχο του Φουαγιέ, στο οποίο και αρχίζει να ξετυλίγεται η έκθεση «Ζουζού Νικολούδη. Η μεθοδολογία ως πράξη». Μια έκθεση που έχει το άρωμα και το χρώμα της λεβάντας, γιατί όπως μοιράζονται οι γυναίκες της οικογένειας της χορογράφου, ο χώρος της μοσχοβολούσε λεβάντα και πάντα ακουγόταν -ήδη από τον διάδρομο- «πολύ ενδιαφέρουσα μουσική». Η έκθεση με την «εγγύηση» της μουσειογραφικής επιμέλειας από την Ερατώ Κουτσουδάκη-Γερολύμπου αναδεικνύει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την τρομερή για τη μεθοδολογία χορογραφική γραφή, άρα και καλλιτεχνική πράξη της πολύ σημαντικής Ελληνίδας χορογράφου, Ζουζούς Νικολούδη (1917-2004). Είναι μια έκθεση που καταφέρνει μοναδικά στον περιορισμένο αυτό χώρο της να εξελίσσεται κατά την περιήγησή της με έναν -πάλι εδώ η λέξη- μαγικό τρόπο σε μια μεγάλη -για το περιεχόμενό της- έκθεση μέσα από: παρτιτούρες, σημειωματάρια, φωτογραφίες και βίντεο, αξιοποιώντας κάθε σπιθαμή του χώρου. Η «Ζουζού Νικολούδη. Η μεθοδολογία ως πράξη» επιτυγχάνει και στην ουσία της, όπως ακριβώς γράφει και ο τίτλος της, προμηνύοντας το θέμα και την εστίασή της. Η/ο επισκέπτρια/ος όσο περιηγείται και να μην γνωρίζει τη Ζουζού Νικολούδη, μαθαίνει μέσα από το χρονολόγιο την πορεία της ζωής της, αλλά το σημαντικότερο είναι ότι μπορεί πολύ καθαρά να γνωρίσει τη μεθοδολογία της, αυτό ακριβώς το στοιχείο που την ξεχωρίζει και μάλιστα μέσα από αντιπροσωπευτικά κι εύστοχα τεκμήρια (Επιστημονική Σύμβουλος – Τεκμηρίωση: Στεριανή Τσιντζιλώνη) της έκθεσης.


Μαθαίνει για το πώς δημιουργούνταν τα «Χορικά» της, τη χορογραφία των αποσπασμάτων αρχαίων έργων ως αυτόνομων χορευτικών έργων για τα οποία ξεχώρισε, και αποτελούσε και το όνομά της ομάδας της. «ΠΩΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΤΑΙ Η ΚΙΝΗΣΗ;», είναι το ερώτημα που είναι γραμμένο σε μία επιφάνεια καθρέφτη, όπου διαβάζοντας βλέπουμε και τα δικά μας είδωλα. Και πάνω σε αυτό τον καθρέφτη με εύληπτο και απλό τρόπο συναντάμε τις απαντήσεις για τη διαφορετική μέθοδο που ανέπτυξε η Ζουζού Νικολούδη. Και όπως περιγράφει η Ρένα Λουτζάκη, ανθρωπολόγος χορού: Οι χορογράφοι συνήθως χρησιμοποιούν βίντεο, φωτογραφίες και σημειώσεις. Η Ελληνίδα χορογράφος Ζουζού Νικολούδη…«επεξεργάζεται ζωγραφικά την ιδέα της μέχρι να μετασχηματιστεί σε χορογραφία. Έτσι, χρησιμοποιώντας μια φιγούρα σε κίνηση, χρώματα, τόξα, σχήματα, νότες, λέξεις και αριθμούς, τα οποία τοποθετεί στα σχηματοποιημένα στο χαρτί της τετράγωνα – κάθε τετράγωνο απεικονίζει ένα μέτρο της μουσικής- περιγράφει τις κινήσεις και μετακινήσεις κάθε χορευτή, τις σχέσεις του με τους άλλους χορευτές, τα σχήματα στον χώρο». Οι παρτιτούρες, όπως διαβάζω στον καθρέφτη, σχεδιάζονται πριν από την έναρξη της διδασκαλίας. Δεν είναι απλές σημειώσεις αλλά εργαλεία δημιουργίας. Καθώς η χορογραφία εξελίσσεται, η Νικολούδη σχεδιάζει νέες εκδοχές της «παρτιτούρας», δημιουργώντας ένα πολύπλοκο οπτικό αρχείο της σκέψης και της σύνθεσής της.
Κάπως έτσι όλα όσα βλέπω στην έκθεση δένουν κι αρχίζουν να εξηγούνται: Οι ζωγραφικές σημειώσεις της με μικρές ανθρώπινες φιγούρες σε κίνηση, τις οποίες τις έπλαθε και σε πηλό αποτελούμενες από μικροσκοπικά χρωματιστά σώματα είναι βασικό στοιχείο-μέρος της μεθοδολογίας της για τη σύνθεση των χορογραφιών. Οι μουσικές σπουδές της διακρίνονται κι αυτές στην ιδιάζουσα αυτή χορογραφική γραφή της με τις φιγούρες στις σημειώσεις της να συνδέονται με νότες. Στην έκθεση μεγάλα «λάβαρα» από ριζόχαρτο κρέμονται φτάνοντας μέχρι το δάπεδο, στα οποία αποτυπώνεται πάνω τους όλη η διαδικασία της μεθοδολογίας της έως την χορευτική πράξη. Παρουσιάζεται το «εργαστήριό» της από τα έξι «Χορικά» – τις παραστάσεις της Ζουζούς Νικολούδη, συνοδευμένα από τεκμήρια, φωτογραφίες και σημειώσεις της. Η πορεία της συνδέεται με ονόματα μεγάλα όπως: Κούλα Πράτσικα, Τσαρούχης, Κουν, Νικηφόρος Ρώτας, Γιώργος Κουρουπός… αλλά και με τον ίδιο τον θεσμό του Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, αφού η πρώτη του διοργάνωση το 1995 ήταν αφιερωμένη τιμητικά στην Ελληνίδα χορογράφο. Και όπως διαβάζω στο σχετικό απόκομμα της έκθεσης από την εφημερίδα «Τύπος της Μεσσηνίας», την Τετάρτη 5 Ιουλίου 1995, υπογραμμίζοντας τότε η καλλιτεχνική διευθύντρια Βίκυ Μαραγκοπούλου: «Το κύριο κορμό του Φεστιβάλ αποτελούν εκδηλώσεις που θίγουν τρεις ιστορικές στιγμές του έντεχνου χορού: Την Αρχαία Ελλάδα, το Ρώσικο Μπαλέτο και το χορό σήμερα. Συναυλίες μουσικής, λαϊκοί χοροί, τραγούδια και δρώμενα καθώς και εικαστικές δράσεις εμπλουτίζουν το φεστιβάλ και σηματοδοτούν την άποψη ότι ο χορός δεν είναι μόνο μία γλώσσα παγκόσμια, αλλά και μία τέχνη διαχρονική και πολύμορφη που συνθέτει με τρόπο μοναδικό όλες τις τέχνες.».


Επιστροφή στο 2026 και η καλλιτεχνική διευθύντρια του KIDF, Τζένη Αργυρίου, μας καλωσορίζει κι επίσημα στο 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας εγκαινιάζοντας την έκθεση «Ζουζού Νικολούδη. Η μεθοδολογία ως πράξη», που όπως μας ενημέρωσε η Ερατώ Κουτσουδάκη-Γερολύμπου ήταν ιδέα της ίδιας της Τζένης Αργυρίου και η οποία δεν είχε μόνο σκοπό να μας κάνει να θυμηθούμε μια πολύ σημαντική χορογράφο, αλλά είχε σκοπό να δείξει τη μέθοδο που κρύβεται πίσω από το αποτέλεσμα που εισπράττουμε όλοι σε μία χορευτική παράσταση. Η Ερατώ Κουτσουδάκη-Γερολύμπου ανέφερε σχετικά στα εγκαίνια της έκθεσης:
«Η περίπτωση της Ζουζούς Νικολούδη είναι μοναδική, γιατί ανέπτυξε με τα χρόνια ένα σύστημα σημειογραφίας, δηλαδή μιας χορογραφικής παρτιτούρας, εντελώς προσωπικό και πολύ ενδιαφέρον, που φτάνει μέχρι τις μέρες μας από τα αρχεία της, το σημαντικότερο μέρος των οποίων φυλάσσεται στο Μουσείο Μπενάκη… η Ζουζού Νικολούδη έχει αφήσει ως βασικό έργο σε εμάς για να το μελετάμε και να το απολαμβάνουμε ως σήμερα τα Χορικά. Τα «Χορικά» ήταν η ομάδα της, αλλά ήταν και το προϊόν που προέκυψε όταν σκέφτηκε ότι θέλει να αυτονομηθεί ως καλλιτέχνις, ως χορογράφος και διάλεξε κάποια από τα Χορικά των αρχαίων τραγωδιών και τις Όρνιθες και τους Ιχνευτές και τα χορογράφησε χρησιμοποιώντας τον λόγο, τη μουσική και την κίνηση. Πάνω σε αυτή την τριπλέτα λοιπόν, έχτισε τη δουλειά της με φοβερή επιμέλεια, επιλέγοντας πάντα πολύ σημαντικές μεταφράσεις από πολύ έγκυρους συγγραφείς, επιλέγοντας να συνεργάζεται με σπουδαίους σύγχρονους μουσικούς, όπως ο Νικηφόρος Ρώτας, ο Γιώργος Κουρουπός ή ο Θόδωρος Αντωνίου και επέλεξε να χρησιμοποιεί ηθοποιούς και χορευτές και να τους συνεκπαιδεύει, κάτι που το μακρινό 1968 που ξεκίνησε ήταν ρηξικέλευθο για την εποχή του».

Στο βίντεο της έκθεσης από την εκπομπή Παρασκήνιο παρατηρώ τη Ζουζού Νικολούδη πώς μιλάει, πώς κινείται, πώς εξηγεί την ολόδική της χορογραφική παρτιτούρα μιλώντας για τη ζωή της, για τους γονείς της που δεν ήθελαν να γίνει χορεύτρια, αλλά εκείνη τελικά άκουσε τη χορογράφο Μαίρη Βίγκμαν που της είπε: «Έχεις Φτερά. Ξεκίνα Πέτα» και ξεκίνησε τη χορευτική της πορεία, αφού έγινε μητέρα, και με καθοριστικό σημείο για τη ζωή της τις σπουδές της στη Σχολή της Κούλας Πράτσικα, με την οποία συμπορεύτηκε μαζί της μέχρι τον θάνατο της τελευταίας. Αποσπάσματα από χορογραφίες της παίζουν σε μικρές οθόνες, ένα μάγμα σύγχρονης κινησιολογίας με αρχαιοελληνική θεματολογία, με μάσκες και αρχαιοελληνική ενδυμασία και στ’ αυτιά μου ακούω όλα όσα μοιράζονται οι κόρες-εγγονές-δισέγγονες της Ζουζούς Νικολούδη (Ελίζα Προκοπίου, Μαρίνα Προκοπίου, Ιωάννα Προκοπίου, Αγγελική Δεκουλάκου, Μαργαρίτα Χρυσάκη, Αθηνά Χρυσάκη):
«Ήταν ένας τρομερά πνευματικός άνθρωπος. Την ενδιέφερε να γνωρίσει τον αληθινό της εαυτό και έλεγε ότι δεν είμαστε το σώμα μας, αλλά κάτι πολύ πιο πάνω πιο βαθύ, κάτι που πρέπει να ανακαλύψουμε. Έζησε πραγματικά όπως ήθελε να ζήσει και θεωρώ ότι ήταν τρομερά ευτυχισμένη η ίδια, γιατί έκανε στη ζωή της ακριβώς αυτό που ήθελε. Ήταν ένας άνθρωπος γεμάτος φως, μια πολύ φωτεινή ύπαρξη. Είχε αυτό που οι Γάλλοι ονομάζουν la joie de vivre: μεγάλη χαρά για τη ζωή, χαιρόταν την ζωή της πάρα πολύ, την οποία απολάμβανε.
…Αγαπούσε πάρα πολύ τη φύση και τη ζωή στην ύπαιθρο. Όταν ερχόταν το καλοκαίρι έλεγε στα παιδιά της και αργότερα στα εγγόνια της: “Τώρα βγάλτε τα παπούτσια σας, δεν σας χρειάζονται στον κήπο”. Μεγάλωνε με χάρη και αξιοπρέπεια, είχε πλήρη σεβασμό για της ηλικίας της. Θεωρούσε τον εαυτό της μέρος της φύσης, το οποίο μας δίδαξε και εμάς: ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να υπάρξει έξω από τη φύση, είναι ένα με την φύση και αυτό είναι το σωστό και το φυσικό και για τα παιδιά, πάρα πολύ έλεγε ότι πρέπει να μεγαλώνουν στην φύση. Μας έλεγε: “Τα παιδιά θέλουν φως. Προπαντός θέλουν φως”…Θυμάμαι επίσης υπέροχες εικόνες, όπου να παίζω στον κήπο και η γιαγιά να βάφει, πάνω στη σιδερώστρα, τα κοστούμια για παραστάσεις, όπως οι Όρνιθες. Ήταν μαγικό.».


Από τα έξι «Χορικά» της Ζουζούς Νικολούδη βρίσκομαι έπειτα να κοιτάζω τα έξι πρόσωπα του Yoann Bourgeois στην εναρκτήρια παράσταση του KIDF 32 “He Who Falls”. Έξι σώματα, έξι άτομα, τρία ζευγάρια πάνω σε ένα αιωρούμενο ξύλινο δάπεδο. Το τρίξιμο του ξύλου της πλατφόρμας ηχεί έντονα κι εξακολουθητικά στην Κεντρική Σκηνή του Μεγάρου Χορού Καλαμάτας. Τα σώματα βρίσκονται σε έναν διαρκή αγώνα ισορροπίας. “Ι did it my way” ανάμεσα στα τραγούδια που ακούστηκαν και σε αντίστροφο ήχο, μετά τη θέση της πήρε ο ήχος της όπερας. Στην αρχή σε ένα έκρυθμο γύρω γύρω όλοι, μετά με την ξύλινη πλατφόρμα να λειτουργεί σαν τραμπάλα, σαν μια ζυγαριά που μία γέρνει προς τη μία, μία γέρνει προς την άλλη πλευρά. Οι άνθρωποι πάνω στο ξύλινο πάτωμα παλεύουν για να επιβιώσουν. Άλλοτε χάνουν τη γη κάτω από τα πόδια τους, άλλοτε βρίσκονται κάτω από το ξύλινο πάτωμα, άλλοτε κρέμονται από αυτό, από πολύ ψηλά, και άλλοτε προσπαθούν να πάνε με τη ροή του, πέρα δώθε κινδυνεύοντας να χτυπηθούν από αυτό. Τα σώματά τους κινούνται ξυστά κατά την αιώρηση αυτή, ξυστά να μην τα πάρει σβάρνα. Ένα σώμα -μέσα στην κυκλική δίνη του έργου- δεν τα καταφέρνει και πέφτει, τα υπόλοιπα συνεχίζουν να τρέχουν πηδώντας απλώς πάνω από το πεσμένο σώμα όταν το συναντάνε μπροστά τους, έπειτα πέφτει και το δεύτερο πρόσωπο, συνεχίζουν τα εναπομείναντα με τα εμπόδια στον δρόμο τους να γίνονται δύο και ούτω καθεξής, έπειτα τα εμπόδια γίνανε πέντε και κάπως έτσι όλα τα σώματα πέφτουν στο ξύλινο πάτωμα.


Το έργο του Yoann Bourgeois εντυπωσιακό, σε σημεία σου κόβει την ανάσα ως προς την επικινδυνότητα σε εκείνα ειδικά που είχαν πιο έντονα τα ακροβατικά στοιχεία. Άρτιο τεχνικά και ευρηματικό αξιοποιώντας με κάθε τρόπο, από κάθε πλευρά της τον μηχανισμό της ξύλινης πλατφόρμας, κατά τον οποίο φαντάζομαι και από άποψη τεχνικής δυσκολίας στο στήσιμο της σκηνής είχε σοβαρές απαιτήσεις. Η περιστροφή και η αιώρηση του “He Who Falls” είναι κάτι που δεν μπορεί να μην σε συνεπάρει σε αυτά τα 65 λεπτά, διακρίνοντας καθαρά και τον συμβολισμό όλης αυτής της αν-ισορροπίας με τη συνεχή προσπάθεια της ανθρώπινης μας ύπαρξης να πορευτούμε, να ζήσουμε, να τα καταφέρουμε, να πέσουμε, να ξανασηκωθούμε, να κινηθούμε όπως μπορεί ο καθένας και η καθεμία.



Εμένα όμως μου «μίλησε» περισσότερο η δεύτερη παράσταση που είδα στο φετινό KIDF. Με αυτήν είναι που συνδέθηκα, με αυτήν κάποιες στιγμές δεν άντεξα να παραμείνω για ώρα στα βλέμματα των χορευτών, με αυτήν κάτι μου συνέβη πιο εσωτερικά, με την παράσταση Mercury Rising στην Εναλλακτική Σκηνή. Οι Dawn Jani Birley, Rita Mazza και Lukas Malkowski ανατριχιαστικά τρομεροί ερμηνευτές συνδημιουργούν με τον χορογράφο Jefta van Dinther (Σουηδία/Γερμανία) και μας βάζουν στο πιο βαθύ σπήλαιο του ανθρώπινου ασυνείδητου. Μπήκα από το πρώτο δευτερόλεπτο στο «σπήλαιό» τους, παρακολουθώντας πώς μπορείς να εκφράσεις με το ίδιο το ανθρώπινο σώμα την εξέλιξη της γλώσσας, της ανθρώπινης επικοινωνίας από την απαρχή της ανθρώπινης ύπαρξης μέχρι το μέλλον που δεν έχουμε ζήσει. Γλωσσικά σημεία, σωματικές κινήσεις, εσωτερικός ρυθμός, βλέμμα με ερμηνευτική δεινότητα και τα ανθρώπινα νεύρα όλα σε μια διαδικασία ανασκαφής, υπερβατικής, αλλά ταυτόχρονα με μία ανεξήγητη βαθιά σύνδεση στα έγκατα της ανθρώπινης μας ύπαρξης. Είναι πραγματικά τρομερό να ζεις μπροστά σου τις ερμηνείες των Dawn Jani Birley, Rita Mazza και Lukas Malkowski. Να σημειώσω ότι διαβάζω για το έργο Mercury Rising ότι ενσωματώνονται πολλαπλές νοηματικές γλώσσες γι’ αυτό και απευθύνεται σε κάθε πιθανό κοινό -συμπεριλαμβανομένων κωφών και ακουόντων θεατών. Σημαντικό μέρος του κοινού χειροκροτήσαμε στη νοηματική γλώσσα, ακολουθώντας κι εμείς τους ερμηνευτές όπως έπραξαν κατά την υπόκλισή τους.

Μετά από την χορογραφική αυτή ανασκαφή βγήκα στο φως, πολύ έξω όμως, και οδηγήθηκα στην Κεντρική Πλατεία Καλαμάτας για την πιο αγαπημένη μου ενότητα από το KIDF που φέρει το όνομα Χορός στην Πόλη. Μου αρέσει πολύ, γιατί όποιος ζει στην Καλαμάτα ή την επισκέπτεται αν δεν έχει κλείσει να δει έστω και μία παράσταση, είναι η ώρα που το ίδιο το Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας έρχεται να τον βρει στο διάβα του. Και αυτό είναι ωραίο κι έχει σημαντική αξία από κάθε άποψη. Θυμάμαι από πέρσι το εντυπωσιακό “Future Cargo” από το Μπαλέτο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής που είχε σκίσει και γινόταν χαμός στην Πλατεία. Λέω φέτος εντάξει δεν θα ‘ναι και σαν πέρσι, γιατί από μόνο του ένα ολόκληρο τεράστιο φορτηγό στημένο στην πλατεία έχει ανεβάσει τον πήχη και τις προσδοκίες. Όμως τελικά ο χορός είναι χορός και η ανθρώπινη έκφραση μπορεί να σε μαγέψει, ειδικά όταν προέρχεται από τους νέους χορευτές, γιατί φέτος πέτυχα την Ανώτερη Επαγγελματική Σχολή Χορού της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με την παράσταση Metamorphosis, υπό την καθοδήγηση του Διευθυντή Σπουδών της Γιώργου Μάτσκαρη με τους σπουδαστές της Σχολής να δοκιμάζονται στο δίπτυχο σύγχρονου χορού, σε χορογραφίες των Cyril Baldy και Jesús Rubio Gamo.

Η Κεντρική Πλατεία Καλαμάτας και φέτος ήταν γεμάτη από κόσμο και σε αυτήν ξεχώρισα το απόσπασμα της χορογραφίας του Gran Bolero. Αξίζει να ειπωθούν ένα-ένα τα ονόματα που το ερμήνευσαν γιατί οι: Κωνσταντίνος Κρεούζης, Ισιδώρα Λάντζη, Κλειώ Σκιαδά, Άγγελος Τσάνι, Νικόλας Χάρκα, Λάμπρος Μπιντάκος, Γεωργία Δήμου, Λυδία Καπούνη, Αλεξάνδρα Σπανού, Γεώργιος Τσίγγος, Πάτρα Χριστοδούλου έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό. Τα έδωσαν όλα. Χόρεψαν, ερμήνευσαν, φώναξαν, ούρλιαξαν, ένιωσαν και μετέδωσαν μέχρι εξαντλήσεως χορεύοντας με όλο τους το είναι. Όταν βλέπεις να χορεύουν και να ερμηνεύουν έτσι σπουδαστές χορού, είναι διπλή η χαρά για την ελπίδα που συμβολίζουν και το μέλλον που φέρουν. Και ακόμα πιο πολύτιμο, αυτό που συνέβη αβίαστα κι αυθόρμητα, όταν κατά τη διάρκεια της χορογραφίας, κάτω από τη σκηνή μικρά παιδιά δεν σταματούσαν να χορεύουν στους ήχους του Ραβέλ, στον ρυθμό του, προσπαθώντας να μιμηθούν και να ακολουθήσουν αυτό που παρατηρούσαν πάνω στη σκηνή, χορεύοντας ακριβώς τις κινήσεις που έβλεπαν. Κι όταν η χορογραφία τελείωσε και η σκηνή ερήμωσε, αυτά τα πολύ μικρά παιδιά ανέβηκαν και συνέχισαν να χορεύουν αυτή τη φορά πάνω στη σκηνή, όλα όσα θυμούνταν και είδαν πριν λίγο, αυτοσχεδιάζοντας τώρα με τη δική τους φαντασία. Η πιο όμορφη εικόνα, η τρανή απόδειξη μπροστά στα μάτια μας, της σημασίας που έχει να γίνονται φεστιβάλ και μάλιστα διεθνή εκτός Αθηνών. Μια ευκαιρία να γνωρίσεις την τέχνη όχι ως κάτι μακρινό, αλλά ως μια ζωντανή εμπειρία στην οποία συμμετέχεις κι έρχεσαι σε επαφή από μικρή ηλικία. Αξία ανεκτίμητη και γιατί όχι σε περιπτώσεις και καθοριστική.


Το 32ο Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας όμως έχει και Χορό στην Οθόνη και στις μέρες που ήμουν Καλαμάτα πέτυχα τα video installations: All She Likes Is Popping Bubble Wrap της χορογράφου Ιωάννας Παρασκευοπούλου και το BARE under της χορογράφου Βιτόριας Κωτσάλου. Το πρώτο είναι μια «σκαλωτική» κι ευρηματική περφόρμανς ήχου και εικόνας, αφού η οθόνη χωρίζεται στα δύο και στο ένα μισό προβάλλονται κινηματογραφικές εικόνες ενώ στο άλλο μισό, η Ιωάννα Παρασκευοπούλου «συνομιλεί» μαζί τους παράγοντας μέσα από σωματικές κινήσεις και αντικείμενα εκ νέου τους ήχους ακολουθώντας πιστά την εικόνα, σαν ένα παιχνίδι ήχου και εικόνας μέσα από το σώμα.
Το BARE under της χορογράφου Βιτόριας Κωτσάλου ήταν η απόλυτη υποβρύχια κατάδυση. Το μπλε χρώμα φώτιζε από την οθόνη και γέμιζε όλο το δωμάτιο. Κάθισα αναπαυτικά στο πουφ και η μουσική σύνθεση του Jeph Vanger απογείωσε την εμπειρία θέασης. Ένα σώμα που χορεύει, αιωρείται, κινείται στο νερό και το σώμα μας είναι σαν να συντονίζεται ακαριαία μέσα στον υδάτινο αυτό κόσμο της οθόνης που καταπίνει και το δωμάτιο και ακολουθεί πολύ φυσικά τον ρυθμό της ανθρώπινης αναπνοής, του αέρα που χρειάζεσαι για να ζήσεις. Του αέρα που καμιά φορά αισθάνεσαι ότι δεν έχεις, κι άλλες φορές είσαι έτοιμος να πάρεις την πιο βαθιά εισπνοή. Αέρας και ζωή.
Κάπως έτσι φτάνοντας στην εκπνοή… οι πρώτες μέρες του Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας είχαν αυτή τη «μαγεία» του Χορού, την υπερβατική του γλώσσα αλλά και την αλήθεια του, την άκρως σωματική, όπως έγραψε στα λόγια της η Τζένη Αργυρίου ανάμεσα σε άλλα για τον πυρήνα του KIDF 32 «…σώματα που όσο κι αν πληγώθηκαν δεν σταμάτησαν να δίνουν τις μάχες τους».

