Μπαίνοντας στο πλοίο για τους Παξούς, ανυπομονούσα να φτάσει η ώρα να ανακαλύψω αν παραμένουν τόσο γοητευτικοί όσο πριν από 20 χρόνια. Τόσα χρόνια είχαν περάσει από την τελευταία φορά που τους είχα επισκεφτεί.
Είναι ένας τόπος που αποκαλύπτει αμέσως την ομορφιά του. Τα διάφανα νερά, οι σπηλιές και τα μικρά λιμάνια που σχηματίζονται στην ανατολική ακτή τα θαυμάζεις πριν ακόμη το πλοίο μπει στο λιμάνι του Γάιου. Περπατώντας στα παλιά πλακόστρωτα στενά, παρατηρούσα τις υπέροχες αυλές, παραδοσιακές, γεμάτες χρώματα και ζεστασιά, και ένιωσα μια τεράστια ανακούφιση που έχω ακόμη την τύχη να τις συναντώ. Χάζευα τη ζωντάνια τους, τα μονοπάτια ανάμεσα στα λουλούδια και τα δέντρα, ενώ κάποιες βοτσαλωτές αυλές ξεμύτιζαν πίσω από τις χρωματιστές εξώπορτες. Πραγματικά πολύ γοητευτική εικόνα. Παρατήρησα σε ορισμένες πόρτες στεφάνια ή μικρές ανθοδέσμες. Τα άνθη είχαν πια ξεραθεί και τα χρώματά τους είχαν γίνει πιο ήσυχα, ένα μικρό ίχνος από την εποχή της άνοιξης που είχε περάσει.
Μια γλυκιά ηλικιωμένη κυρία, καθώς έβγαινε από την εξώπορτά της, με καλησπέρισε και δεν έχασα την ευκαιρία να τη ρωτήσω και να επιβεβαιώσω ότι αυτό το ξερό μπουκέτο είχε μείνει εκεί από την Πρωτομαγιά. Με ένα γλυκό χαμόγελο μου είπε πως παραμένει εκεί μέχρι τον Άη Γιάννη τον Λαμπατάρη και καίγεται στις λαμπάτες, στις φωτιές με λιόφυλλα και ξερά χόρτα. Η ίδια, όμως, δεν θέλησε να το αποχωριστεί.

Περιπλανήθηκα στους Παξούς πέρα από τις διάσημες παραλίες και τα νερά τους, ως έναν τόπο καθημερινής ζωής και παράδοσης. Και όσο περνούσαν οι ώρες, τόσο περισσότερο αυτή η πλευρά του νησιού άρχισε να με κερδίζει.
Το απόγευμα, σιγά σιγά, οι ντόπιοι κάθονταν και απολάμβαναν τον καφέ τους βλέποντας τα υπέροχα νερά. Τα παιδιά απολάμβαναν την ελευθερία τους, παίζοντας ποδόσφαιρο και αυτοσχέδια παιχνίδια, ενώ άλλα πουλούσαν κοχύλια, ζωγραφιστά βότσαλα και χειροποίητα παιδικά βραχιόλια. Μια εικόνα σπάνια για την πόλη: παιδιά ανέμελα, συντροφιά με το παιχνίδι, χωρίς ηλεκτρονικές συσκευές και χωρίς καμία αίσθηση κινδύνου.

Αν όμως υπάρχει ένα στοιχείο που εξηγεί βαθύτερα το παξινό τοπίο, αυτό είναι η ελιά. Το νησί μοιάζει με έναν ενιαίο ελαιώνα, με ψηλά, παλιά δέντρα, πέτρινα περάσματα και μονοπάτια που συνδέουν χωριά, ξωκλήσια και ακτές. Η ελαιοπαραγωγή δεν ήταν απλώς μια συμπληρωματική δραστηριότητα. Για αιώνες καθόρισε τον ετήσιο ρυθμό των οικογενειών. Το 1781 καταγράφονται 102 ελαιοτριβεία στο νησί και το 1821 έφταναν τα 156, αριθμοί εντυπωσιακοί για το μέγεθος των Παξών. Στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, οι κάτοικοι μετέφεραν νύχτα λάδι με βάρκες στις απέναντι ηπειρωτικές ακτές και το αντάλλασσαν με σιτάρι, καλαμπόκι και κριθάρι. Μέσα σε αυτή τη μικρή ιστορία επιβίωσης φαίνεται καθαρά τι σήμαινε το λάδι για τους Παξινούς: τροφή, εισόδημα, εμπορεύσιμο αγαθό και ασφάλεια.
Η ελιά πέρασε φυσικά και στην κουζίνα. Η παξινή γαστρονομία ανήκει στον ευρύτερο επτανησιακό κόσμο και μοιράζεται με την Κέρκυρα πιάτα όπως η παστιτσάδα, το σοφρίτο, το μπουρδέτο και το σαβούρο. Παράλληλα, όμως, διαθέτει δικές της γεύσεις, στενά δεμένες με την οικονομία του σπιτιού και με ό,τι έδιναν η θάλασσα, ο κήπος και η εποχή.
Η τσιλιχουρδόπιτα, πίτα με αρνίσια εντόσθια και ρύζι, είναι από τις πιο χαρακτηριστικές παρασκευές. Το πατελόριζο, πιλάφι με πεταλίδες, μεταφέρει στο πιάτο μια παλαιότερη σχέση με την παράκτια συλλογή, ενώ αναφέρονται ακόμη η χορτόπιτα, η κουκόπιτα και η κουκοσαλάτα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και ο τρόπος με τον οποίο αξιοποιούνταν οι ελιές και τα γαλακτοκομικά. Στις παλιότερες καταγραφές συναντώνται χαρακωτές, τσακιστές, θρουμπολιές, νερολιές και ελιές της σαλαμούρας, καθώς και τυρί του λαδιού, τυρί της σαλαμούρας και φρέσκο τυρί. Δεν πρόκειται μόνο για ονόματα συνταγών, αλλά για μικρές τεχνικές συντήρησης, απαραίτητες σε μια νησιωτική κοινωνία που έπρεπε να οργανώνει την τροφή της για ολόκληρο τον χρόνο.
Στα γλυκά εμφανίζονται η μουσταλευριά, η συκομαΐδα, τα λαδοκούλουρα, τα ξεροτήγανα και γλυκά του κουταλιού από σύκο, σταφύλι, κυδώνι, κίτρο ή νεραντζάκι. Ελληνικές παραδοσιακές γεύσεις.
Στους Αντίπαξους πάλι, το τοπίο αλλάζει, οι ελαιώνες υποχωρούν μπροστά στα αμπέλια, από τα οποία παράγεται σε μικρές ποσότητες το δυνατό αντιπαξιώτικο κρασί, κυρίως για οικογενειακή κατανάλωση.
Η καθημερινότητα του τόπου οργανώθηκε και γύρω από τη θάλασσα. Η αλιεία αναφέρεται ως σημαντικό επάγγελμα, ενώ ο παλιός Λογγός δεν ήταν μόνο ένα γραφικό λιμάνι, αλλά και τόπος εργασίας. Στην άκρη του σώζονται τα κατάλοιπα του πυρηνελαιουργείου και σαπωνοποιείου Ανεμογιάννη, που λειτουργούσε μέχρι το 1980. Έτσι, πίσω από τη σημερινή γαλήνια εικόνα των λιμανιών, υπάρχει μια ολόκληρη καθημερινότητα από βάρκες, ελαιοτριβεία, αποθήκες, ψάρεμα, καλλιέργεια και μικρές οικογενειακές παραγωγές.
Τα φυτά συμμετείχαν σε αυτή τη ζωή με πολλούς τρόπους. Στη χλωρίδα των Παξών καταγράφονται, μεταξύ άλλων, μυρτιές, σκίνα, λαδανιές, θυμάρια, ρείκια, φασκόμηλα, φλόμοι, κρίταμο και βόραγο. Η τοπική λαογραφία αναφέρει ως αφεψήματα το χαμασκακήδι, τον αγιασμό, το πετροκαλαμίθρι και τη μολόχα, ενώ σημειώνει επίσης ότι η ρίγανη, το χαμομήλι, ο δυόσμος και άλλα βότανα κάλυπταν ανάγκες των κατοίκων.
Οι παλιές ονομασίες έχουν ιδιαίτερη αξία, ακόμη κι όταν δεν μπορούμε να τις αντιστοιχίσουμε με απόλυτη βεβαιότητα σε σύγχρονα βοτανικά είδη: διασώζουν τον τρόπο με τον οποίο ένας τόπος αναγνώριζε και ταξινομούσε το τοπίο του.
Είκοσι χρόνια μετά την τελευταία μου επίσκεψη, η απάντηση στο ερώτημα με το οποίο ανέβηκα στο πλοίο είχε πια δοθεί. Οι Παξοί παραμένουν γοητευτικοί, ίσως όμως για μένα σήμερα είναι για περισσότερους λόγους απ’ όσους μπορούσα να δω τότε.
Ίσως αυτό είναι τελικά το πιο γοητευτικό στους Παξούς: η ομορφιά τους δεν βρίσκεται μόνο στο εντυπωσιακό. Βρίσκεται και στις μικρές παραδόσεις, στους ελαιώνες, σε ένα φαγητό που διατηρεί την παραδοσιακή κουζίνα, σε μια ανθοδέσμη που έχει χάσει τα χρώματά της αλλά όχι τη θέση της.

