Η εταιρεία θεάτρου «Άσκηση» ανεβάζει στο ομώνυμο θέατρό της το έργο του Αυγούστου Στρίντμπεργκ, ”Η Καταιγίδα”.

Σε μια πολυκατοικία, που τη λένε «Σιωπηλό σπίτι» μένει ο ήρωας του έργου αυτού, μόνος του αφότου άφησε την πολύ νεότερη γυναίκα του, επειδή τη στιγμή του γάμου τους, της είχε πει πως όταν η ηλικία του θα γινόταν βάρος για τη σχέση τους θα της έδινε την ελευθερία της. Αυτού του κεντρικού προσώπου δεν ξέρουμε το όνομά του, όχι τυχαία, αλλά γιατί τώρα σ’ αυτή την ολοκληρωτική απέκδυση και αποδοχή του τετελεσμένου, σ’ αυτή την πορεία προς την εσωτερίκευση είναι έτοιμος να αποβάλει οποιοδήποτε προσωπείο εξατομικεύει τις επιθυμίες και τους δίνει υπόσταση.

Τη γυναίκα που άφησε την έλεγαν Γκέρντα. Γκέρντα στα αρχαία σκανδιναβικά σημαίνει καταφύγιο. Αυτό που δεν κατάφερε να βρει ποτέ της και περιπλανώμενη αναζητεί. Ο κύριος του σπιτιού και η σύζυγός του, έμεναν στο σιωπηλό σπίτι πριν χωρίσουν. Έχουν περάσει πέντε χρόνια και η Γκέρντα επιστρέφει στην πολυκατοικία με το παιδί και το νέο της σύζυγο. Έρχεται να ανακόψει την πορεία του Κυρίου ‘εν ειρήνη’, απελπισμένη και βουτηγμένη μέσα στη ‘φασαρία’ των ενοχών της και της συνείδησής της.

‘Ποιός είναι που μπορεί να χτίσει ένα σπίτι; Το σπίτι το χτίζουν τα έργα του ανδρός και τα κρυφά αισθήματα των γυναικών’ λέει ο Ρίλκε και έτσι ο Κύριος και η Γκέρντα θα βρεθούν για μια τελευταία φορά σ’ αυτό το σιωπηλό σπίτι που μαζί έχτισαν πριν χρόνια για να γίνουν οι αστραπές καταιγίδα και να επέλθει η γαλήνη. Να σταματήσει η συνείδηση να κατατρυχάται, να βρει η δικαιοσύνη την απονομή της και η αμφιβολία τη σιγουριά. Έτσι μπορεί η ψυχή να εγκαταλείψει το ενδιαίτημά της, ο Κύριος μπορεί να μετακομίσει, μπορεί όπως λέμε να εκδυμήσει εις Κύριον. ‘Το μέλλον είναι ακίνητο, αγαπητέ μου, κύριε Kappus ‘ γράφει ο Ρίλκε, ‘εμείς κινούμαστε στον άπειρο χώρο’.