Σήμερα, η τηλεόραση δεν είναι απλά δεδομένη είναι και ξεπερασμένη. Μπορεί να βρίσκεται ανοιχτή στο σαλόνι χωρίς να την παρακολουθεί κανείς, να παίζει στο βάθος ενός καφέ ή ν’ αποτελεί ακόμα μια οθόνη ανάμεσα στις πολλές που έχουμε. Δύσκολα φανταζόμαστε ότι υπήρξε μια εποχή που για να δεις τηλεόραση έπρεπε να σταθείς μπροστά σε μια βιτρίνα ενός καταστήματος μαζί με άλλους περίεργους περαστικούς. Κι ακόμα δυσκολότερα φανταζόμαστε ότι η γέννησή της στην Ελλάδα συνδέθηκε με πολιτικές συγκρούσεις, αντιπαραθέσεις και ανθρώπους που προσπαθούσαν να δημιουργήσουν κάτι καινούργιο μέσα σε ένα εξαιρετικά ταραγμένο περιβάλλον. Αυτή την ιστορία αφηγείται η Πρώτη Μετάδοση, το graphic novel του Σπύρου Δερβενιώτη, με χρώματα της Αγγελικής Σαλαμαλίκη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Μια ιστορία που δεν αφορά μόνο την τεχνολογία ή την αρχή ενός νέου μέσου, αλλά και το ποιος ελέγχει την ενημέρωση, ποιον ρόλο μπορεί να έχει η δημόσια τηλεόραση και πόσο δύσκολο είναι να στηθεί ένας θεσμός όταν γύρω του συγκρούονται διαφορετικά συμφέροντα.
Μετά την προηγούμενη συνεργασία του Σπύρου Δερβενιώτη με τον Λεωκράτη Ανεμοδουρά, εκδότη του Μικρού Ήρωα, για τη βιογραφία του Θανάση Βέγγου σε κόμικ, σκεφτόταν ποιο θα μπορούσε να είναι το επόμενο πρόσωπο που θ’ άξιζε να μεταφερθεί στις σελίδες ενός graphic novel. Οι βιογραφίες, όμως, είχαν ένα πρόβλημα: ο όγκος της εργασίας που απαιτούσαν ήταν τεράστιος. Όπως είπε στην παρουσίαση, δεν ήθελε να ξανακάνει ολόκληρη τη ζωή ενός ανθρώπου. Υπήρχε, βέβαια, μια εξαίρεση, ο Φρέντυ Γερμανός, που τόσο αγαπούσε, αλλά όχι όλη του η ζωή, μα η εκπομπή του Αλάτι και Πιπέρι. Η έρευνα, λοιπόν, τον οδήγησε τελικά αλλού. Όπως αναζητούσε στο ίντερνετ πληροφορίες για την πρώτη εκπομπή της ελληνικής τηλεόρασης, πέφτει επάνω σε μια αφήγηση της δημοσιογράφου και παρουσιάστριας Ελένης Κυπραίου. Κι εκεί συνάντησε τη φράση που άλλαξε την πορεία της αναζήτησής του: «Κρυβόμασταν για να μην μας πιάσουν οι αποστάτες». Η φράση αυτή τον έκανε να σταματήσει και να ψάξει βαθύτερα τι είχε συμβεί. Όπως παραδέχτηκε, και συμφωνώ μαζί του, οι περισσότεροι από μας έχουμε μεγαλώσει με την τηλεόραση γύρω μας, χωρίς ν’ αναρωτηθούμε πότε και πώς εμφανίστηκε. Τελικά, αποδείχτηκε η πραγματικότητα να είναι πιο σύνθετη. Η ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης διασταυρώνεται με την πολιτική κρίση του 1965, τα Ιουλιανά, την πτώση της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου και τις κυβερνήσεις της αποστασίας. Η έρευνα του Δερβενιώτη αποκάλυψε μια περιπέτεια που του έγινε μανία. Κάπως έτσι, η ιδέα για μια ιστορία γύρω από την τηλεόραση μετατρέπεται σε ένα κόμικ για την πολιτική, την εξουσία και τους ανθρώπους που προσπάθησαν να κάνουν το όραμά τους πραγματικότητα.

Ξεφυλλίζοντας το κόμικ, είναι έντονη η απεικόνιση του λαού που αντιδρά, που είναι στους δρόμους. Με τη χρήση πρωτοσέλιδων από εφημερίδες της εποχής ως πηγών τεκμηρίωσης, διδάσκουν όχι μόνο την ιστορία της πρώτης μετάδοσης -της τηλεοπτικής- μα και τα Ιουλιανά. Η Πρώτη Μετάδοση κινείται σε δύο παράλληλες αφηγηματικές γραμμές. Η πρώτη αφορά τα μεγάλα πολιτικά γεγονότα της Ελλάδας το 1964 και το 1965, σε μια περίοδο έντονης αστάθειας και συγκρούσεων. Η δεύτερη ακολουθεί την προσπάθεια μιας μικρής ομάδας ανθρώπων να δημιουργήσει την ελληνική δημόσια τηλεόραση μέσα από το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ), τον πρόγονο της σημερινής μας ΕΡΤ.
Η διαδρομή ξεκινά από την πειραματική τηλεοπτική εκπομπή της ΔΕΗ στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, τον Σεπτέμβριο του 1960, και φτάνει στην πρώτη επίσημη εκπομπή του ΕΙΡ, στις 23 Φεβρουαρίου 1966. Ανάμεσα στα δύο γεγονότα μεσολαβούν πολιτικές ανατροπές, αντιπαραθέσεις και προσπάθειες που κινδύνευαν ν’ ακυρωθούν πριν ακόμα ολοκληρωθούν. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Αναστάσης Πεπονής, τότε γενικός διευθυντής του ΕΙΡ, που, διαβάζοντας το graphic novel, μου έγινε κατανοητό ήδη από τις πρώτες σελίδες τις πιέσεις που δεχόταν.

Ο πολιτικός επιστήμονας Γιάννης Μαυρής, μιλώντας στην παρουσίαση, είπε ότι: «Η Πρώτη Μετάδοση προσφέρει μια εξαιρετικά διεισδυτική ματιά στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της πολιτικής κρίσης. Δεν αφουγκράζεται μόνο τι παίζεται πολιτικά στους διαλόγους που γράφει ο Σπύρος, προσφέρει και ένα ερμηνευτικό σχήμα για την κατανόησή της» και στάθηκε στη διπλή διάσταση του έργου: από τη μια, τη μεγάλη πολιτική ισορροπία της δεκαετίας του ’60 και, από την άλλη, τη μικρή ιστορία ενός θεσμού που γεννιόταν μέσα σ’ αυτήν. Η επιλογή να συνδεθούν οι δύο αφηγήσεις επιτρέπει στο κόμικ να δείξει ότι η τηλεόραση δεν εμφανίστηκε σε ένα κενό. Η δημιουργία της ήταν μέρος μιας ευρύτερης μάχης για το ποιος θα διαμορφώνει την ενημέρωση και με ποιους όρους. Μας παρέπεμψε και στο οπισθόφυλλο του κόμικ, όπου υπάρχει μια φράση που συνοψίζει αυτή την προσπάθεια: «Λίγοι άνθρωποι με ελάχιστα μέσα έδωσαν μάχη για τη δημόσια τηλεόραση απέναντι σε πανίσχυρα συμφέροντα. Καθένα από τα οποία τα έβλεπε είτε σαν εχθρό είτε σαν λάφυρο».
Παρούσα ήταν και η Αναστασία Ερασμία Πεπονή, κόρη του Αναστάσιου Πεπονή, που είπε για το graphic novel: «Είναι τόσο ιδιόρρυθμο. Είναι τόσο διαφορετικό. Είναι ένας ανάλαφρος και ψυχαγωγικός, αλλά ταυτόχρονα πολύ μελετημένος και κατά την άποψή μου πάρα πολύ διεισδυτικός τρόπος να προσεγγίζει κανείς την ιστορία αλλά και να δημιουργεί την ιστορία, να την τρέπει σε μυθοπλασία».

Ο Γιάννης Μαυρής, από την πλευρά του, ανέδειξε το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσεται η αφήγηση. Η εποχή δεν ήταν εύκολη. Η Ελλάδα κουβαλούσε ακόμη τις συνέπειες της Κατοχής και του Εμφυλίου, η φτώχεια παρέμενε εκτεταμένη και οι υποδομές δεν κάλυπταν καν βασικές ανάγκες. Για πολλούς ανθρώπους η τηλεόραση ήταν πολυτέλεια. Τον Φεβρουάριο του 1966, όταν το ΕΙΡ άρχισε να εκπέμπει επίσημα στην πρωτεύουσα, οι τηλεοπτικές συσκευές στην Ελλάδα υπολογίζονταν μόλις σε 1.200 με 1.500. Οι άνθρωποι που έστηναν την τηλεόραση του ΕΙΡ δεν ήθελαν απλώς να βάλουν εικόνα στα σπίτια. Ο Αναστάσης Πεπονής, όπως τον παρέθεσε ο Μαυρής από το αυτοβιογραφικό του βιβλίο, οραματιζόταν ένα δημόσιο μέσο που θα προσέφερε ποιοτική ενημέρωση και ψυχαγωγία, με τηλεθεατές πολίτες και όχι καταναλωτές. Δεν ήθελε μια τηλεόραση που θα απονάρκωνε το κοινό με αδιάκοπη μετάδοση προγραμμάτων, αλλά ένα μέσο με ουσιαστικό περιεχόμενο και δημόσιο έλεγχο.
Αυτή η κοινωνικοπολιτική πλευρά είναι που κάνει την Πρώτη Μετάδοση κάτι περισσότερο από μια νοσταλγική αναδρομή στις πρώτες ελληνικές τηλεοπτικές εικόνες. Θα μπορούσε ν’ αποτελεί υλικό ιστορικής μελέτης. Το graphic novel, όμως, έχει ένα διαφορετικό πλεονέκτημα. Μπορεί να μετατρέψει τα γεγονότα σε εικόνες, κινήσεις, πρόσωπα και σκηνές. Η ιστορία δεν περνά μόνο μέσα από διαλόγους αλλά και από το πώς στέκεται κάποιος απέναντι στον συνομιλητή του, πώς αλλάζει η έκφρασή του όταν η κατάσταση δυσκολεύει. Η Αναστασία Πεπονή ξεχώρισε ιδιαίτερα αυτό το στοιχείο στο σχέδιο του Σπύρου Δερβενιώτη. Όπως είπε, «Όλα τα σώματα που σκιτσάρει ο Σπύρος μιλούν. Μιλούν πέρα και ανεξάρτητα από τα λόγια τους. Συνηθίζουμε να προσέχουμε αν ένα σώμα είναι όμορφο ή αν έχει καλές αναλογίες, αλλά αυτό που διακρίνει τα σώματα νομίζω είναι η ενέργειά τους. Τα σώματα έχουν προσωπικότητα. Εδώ νομίζω ότι ο Σπύρος έχει κατορθώσει κάτι υπέροχο. Τα σώματα στην αφήγηση αυτή μιλούν πολύ προτού κανείς διαβάσει τι λένε. Μιλούν και μόνο με τον τρόπο που στέκονται όρθια ή καθισμένα ή με τον τρόπο που κινούνται. Θα έλεγα ότι υπάρχει ένα έντονο σωματικό ύφος στους χαρακτήρες που έπλασε ο Σπύρος. Στην περίπτωση του πατέρα μου ο Σπύρος έχει έναν υπέροχο τρόπο να αποδίδει το σωματικό του ύφος, παρόλο που δεν τον γνώρισε ποτέ. Βρίσκω επίσης υπέροχα τα χρώματα της Αγγελικής Σαλαμαλίκη, τις εναλλαγές τους και κυρίως τις αντιθέσεις τους. Ακόμα περισσότερο βρίσκω πάρα πολύ ενδιαφέροντα τον φωτισμό των προσώπων και τις σκιάσεις τους που κατά τη γνώμη μου εντείνουν την αίσθηση της δραματικότητας».

Ο Σπύρος Δερβενιώτης δεν αρκέστηκε σε μια γενική εικόνα της εποχής. Αναζήτησε υλικό, μελέτησε αρχεία και συνομίλησε με ανθρώπους που έζησαν τα γεγονότα. Ανάλογη σημασία έχει και το χρώμα. Η Αγγελική Σαλαμαλίκη εξήγησε ότι επέλεξε να δουλέψει το graphic novel σαν technicolor, με έντονες αποχρώσεις και δυνατές αντιθέσεις. Όταν η αφήγηση γίνεται πυκνή και συμβαίνουν πολλά μέσα σε λίγες σελίδες, το χρώμα γίνεται πιο ενιαίο, ώστε το μάτι να οδηγείται στα σημαντικά στοιχεία της εικόνας. Δεν είναι απλώς μια αισθητική επιλογή, βοηθά τον αναγνώστη να ακολουθεί μια ιστορία με πολλούς ανθρώπους, γεγονότα και πολιτικές εξελίξεις χωρίς να χάνει τον ειρμό της. Η Πρώτη Μετάδοση δεν αντιμετωπίζει την ιστορία ως ένα μάθημα που πρέπει να απομνημονεύσουμε. Συνδέει τα μεγάλα πολιτικά γεγονότα με τις προσπάθειες της δημιουργίας της τηλεόρασης, θυμίζοντάς μας ότι τα μέσα που χρησιμοποιούμε καθημερινά δεν είναι ουδέτερα, ούτε γεννιούνται από μόνα τους. Πίσω τους υπάρχουν αποφάσεις, συγκρούσεις, ιδέες και άνθρωποι που διεκδικούν το δικαίωμα να ορίσουν τι θα φτάσει μέχρι εμάς και με ποιον τρόπο.
Αν θέλεις, λοιπόν, να μάθεις πώς ξεκίνησε η ελληνική τηλεόραση, αλλά και να δεις μια λιγότερο γνωστή πλευρά της πολιτικής ιστορίας της δεκαετίας του ’60 μέσα από εικόνες, χαρακτήρες και μια αφήγηση που συνδυάζει την έρευνα με τη μυθοπλασία, Η Πρώτη Μετάδοση είναι μια καλή αφορμή να ανοίξεις ένα graphic novel και να χαθείς στα καρέ του.

