«Είμαι μια καλλιτέχνις που χρησιμοποιεί εικόνες από δεύτερο χέρι και συναισθήματα από πρώτο χέρι» – Marlene Dumas
Το Palazzo Grassi φιλοξενεί μια μεγάλη, ατομική έκθεση αφιερωμένη στο έργο της Marlene Dumas ως μέρος του κύκλου μονογραφικών εκθέσεων σύγχρονων καλλιτεχνών της συλλογής Pinault που ξεκίνησε το 2012.
Με τον τίτλο “Open-end”, αυτή η πρώτη μονογραφική έκθεση, σχεδιάστηκε από την ίδια την Dumas σε συνεργασία με την Caroline Bourgeois, περιλαμβάνει περισσότερα από εκατό έργα με μια επιλογή από πίνακες και σχέδια που κάποια παρουσιάζονται για πρώτη φορά, ξεκινώντας από το 1984 μέχρι τις μέρες μας. Μερικά από τα έργα δημιουργήθηκαν τα τελευταία χρόνια μέσα από υπάρχουσες εικόνες που η Dumas επαναφέρει στο έργο της και «ενεργοποιεί ξανά» μέσω της ζωγραφικής της. Μέσα από αυτές τις κλεμμένες, και επανεπενδυμένες εικόνες, η Marlene Dumas επανεφευρίσκει την ανθρώπινη φιγούρα, επαναφέροντάς την δυναμικά στην ιστορία της ζωγραφικής.



Η Marlene Dumas που θεωρείται ως μία από τις πλέον σημαίνουσες καλλιτέχνιδες της σύγχρονης τέχνης, γεννήθηκε το 1953 στο Κέιπ Τάουν της Νότιας Αφρικής. Μεγάλωσε και σπούδασε καλές τέχνες κατά τη διάρκεια του βάναυσου καθεστώτος του Απαρτχάιντ.
Το 1976 ήρθε στην Ευρώπη για περαιτέρω σπουδές και εγκαταστάθηκε στο Άμστερνταμ, όπου ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα. Αν στα πρώτα χρόνια της καριέρας της ήταν γνωστή για τα κολάζ και τα κείμενά της, η Marlene Dumas δουλεύει σήμερα κυρίως με λάδι σε καμβά και μελάνι σε χαρτί. Το έργο της πολιτικά φορτισμένο τις περισσότερες φορές αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από πορτρέτα, τα οποία είναι καθολικές αναπαραστάσεις του πόνου, της έκστασης, του φόβου, της απόγνωσης, αλλά είναι επίσης συχνά σχόλια για την ίδια τη ζωγραφική πράξη.
Σημαντική πτυχή της δουλειάς της, η χρήση εικόνων από όπου και αντλεί έμπνευση, είτε πρόκειται για εικόνες από εφημερίδες, περιοδικά, στιγμιότυπα ταινιών ή polaroid που έχει η ίδια τραβήξει. «Είμαι μια καλλιτέχνις που χρησιμοποιεί εικόνες από δεύτερο χέρι και συναισθήματα από πρώτο χέρι», έχει αναφέρει χαρακτηριστικά.
Μια διαδικασία θα έλεγε κανείς «επιστροφής» του μηνύματος ή επανατροφοδότησης δίχως να ζητήσει την άδεια χρήσης της αρχικής εικόνας, γιατί όπως η ίδια έχει δηλώσει «το μοντέλο, δηλαδή η ίδια η φωτογραφία αποτελεί δημόσια ιδιοκτησία».
Η δουλειά της βασίζεται στη συνειδητοποίηση ότι η ατελείωτη ροή εικόνων που βλέπουμε καθημερινά επηρεάζει την αντίληψή μας για τον εαυτό μας και την ικανότητά μας να διαβάζουμε τον κόσμο. Για αυτήν, η ζωγραφική είναι μια σωματική πράξη, που περιστρέφεται γύρω από τον ερωτισμό και τις διαφορετικές ιστορίες του.





Η αγάπη και ο θάνατος, το φύλο και η φυλή, η αθωότητα και η κατηγορία, η βία και η τρυφερότητα είναι τα κύρια ερωτήματα που εγείρει με το έργο της. Η αναπαράσταση της ανθρώπινης κατάστασης στην πιο έντονη και παράδοξη έκφρασή της αποτυπωμένη με ζωντανά, έντονα χρώματα τοποθετημένη πάντα μέσα σε ένα κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο. «Η ζωγραφική αφορά το ίχνος του ανθρώπινου αγγίγματος. Πρόκειται για το δέρμα μιας επιφάνειας. Ένας πίνακας δεν είναι καρτ ποστάλ», έχει χαρακτηριστικά αναφέρει.
«Τα χρώματά της ουρλιάζουν την ταλαιπωρία, την οδύνη, τον φόβο, την απελπισία», αναφέρει σχετικά ο Francois Pinault. «Ολόκληρο το εικαστικό της έργο αρθρώνεται γύρω από την αναπαράσταση ανθρώπινων μορφών, προσώπων με τα πιο περίπλοκα και αντιφατικά συναισθήματά τους. Αυτή η ένταση αποτυπώνεται στον τίτλο που επιλέχτηκε για αυτήν την έκθεση — open end. Μια σιωπηρή ανακοίνωση ότι η ίδια η Dumas θα οδηγήσει τον επισκέπτη από το άνοιγμα έως το κλείσιμο, από την αρχή ως και την κατάληξη, τη γέννηση και το πένθος», συνεχίζει στις δηλώσεις του.
Τα έργα που παρουσιάζονται στην έκθεση, αποτελούν είτε μέρος της συλλογής Pinault, είτε είναι δάνειο από πολλά ιδρύματα και συλλέκτες ενώ συνοδεύονται από κείμενα που η ίδια η Dumas έχει γράψει, σαν ψίθυροι στο αυτί επισκέπτη που εμπιστευτικά τον προσκαλεί να εκφραστεί ελεύθερα. Η Dumas αγαπάει την ποίηση, τη γραφή και στο παρελθόν έχει δηλώσει πως «η ποίηση είναι εκείνη η γραφή που αναπνέει και δημιουργεί κενά για να μπορούμε να διαβάζουμε ανάμεσα στις γραμμές».
Τα κριτήρια επιλογής των έργων που παρουσιάζονται εντοπίζονται κυρίως στην καθοριστική σημασία του γεγονότος που αποτυπώνει, όπως ο θάνατος της μητέρας της, ο χωρισμός από έναν εραστή, η γέννηση της κόρης της και αργότερα του γιου της. Ένα άλλος καθοριστικός παράγοντας ωστόσο επιλογής μπορεί να είναι πιο γενικός και μέσα σε ένα ιστορικό πλαίσιο όπως για παράδειγμα τα παιδικά της χρόνια βιωμένα στις συνθήκες του Απαρτχάιντ, η αντίδραση σε καταστάσεις στέρησης βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Κονγκό, την Αλγερία και την Παλαιστίνη, και φυσικά η πολιτική και ηθική θέση της απέναντι σε θέματα ρατσισμού και φυλετικών διακρίσεων.

Ωστόσο, εάν το σημείο έμπνευσης ενός έργου έχει προσωπική υφή τότε η Dumas καταφεύγει σε υποκατάστατα αναπαράστασης μέσω συμβολισμών. Έτσι μια σειρά από πορτρέτα με τον τίτλο Chlorosis – δανείστηκε τον ελληνικό όρο που ειδικά την περίοδο από το 1880 έως το 1905 χρησιμοποιήθηκε ευρέως για να περιγράψει μεταφορικά την ερωτική απογοήτευση, χρησιμοποιεί πορτραίτα από εφημερίδες ή Polaroid δικών της γνωστών προσώπων που η έκφρασή τους υποδηλώνει θλίψη, πόνο, μοναξιά με πρόθεση να παρουσιάσει το πένθος για τον θάνατο της μητέρας της. «Απελευθερωμένες» από τo αρχικό τους πλαίσιο, οι εικόνες αυτές παρότι διατηρούν την αρχική τους λάμψη και νοηματική έκφραση, αποκτούν μέσα από το νέο έργο της Dumas ένα νέο αφήγημα, μια νέα δίοδο για ερμηνεία και έκφραση.
Η έκθεση συνοδεύεται από ένα podcast με τη συμμετοχή της Dumas και άλλους προσκεκλημένους και από έναν κατάλογο που δημοσιεύτηκε σε συνεργασία του Palazzo Grassi – Punta della Dogana με την εκδοτική Marsilio Editori και περιλαμβάνει κείμενα της Elisabeth Lebovici, Ulrich Loock και Caroline Bourgeois.
