Είμαι πάλι εδώ. Στο μέρος που με μεγάλωσε. Με τη μικρή μου κόρη από τη μία και τους γονείς μου από την άλλη. Ένα τραπέζι ανάμεσά μας — κι ανάμεσα στους τέσσερείς μας μια λεπτή, διάφανη κλωστή από μνήμες, χρόνια, φωνές που έρχονται και χάνονται. Το βλέπω κάθε χρόνο πια, κάθε φορά πιο έντονα: τις αλλαγές στα σώματα των γονιών μου, την κούραση στους ώμους, το περπάτημα που βαραίνει, τις λέξεις που φεύγουν σαν να τις παρασέρνει ένα ελαφρύ κύμα λήθης.

Μαζί τους στη θάλασσα, τα μεσημέρια κυλούν σαν μικρές ανάσες. Χαζολογάμε, λέμε πράγματα τετριμμένα – τι είπε ο μανάβης, πώς ήταν τα κεράσια, αν θα κάνει αύριο νοτιά. Κι όμως, μέσα σε αυτό το απλό, υπάρχει μια γαλήνη σχεδόν ιερή. Και τότε, ανάμεσα σε μια μπουκιά γαύρο και μια φέτα ντομάτα, η κόρη μου με κοιτάζει και λέει:

– Δεν το πιστεύω ότι είμαστε κιόλας στη μέση του καλοκαιριού.

Παγώσαμε όλοι για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Ίσως μόνο εγώ το ένιωσα τόσο έντονα, μα ήξερα ακριβώς τι σκέφτηκαν οι γονείς μου. Ήταν σαν να είδαν μπροστά τους, με απόλυτη διαύγεια, την έξοδο: από το καλοκαίρι, από τη συντροφιά, από την οικογενειακή εικόνα όπως είναι τώρα. Σύντομα τα παιδιά θα φύγουν, τα σχολεία θα ανοίξουν, ο χρόνος θα πετάξει. Πάλι. Μέχρι το επόμενο καλοκαίρι.

Τότε γύρισα στην κόρη μου, την κοίταξα βαθιά και της είπα:
– Μην αφήνεις τη ζωή σου να μετριέται με τα καλοκαίρια.

Όσο περνούν τα χρόνια, όλο και πιο συχνά ακούω ανθρώπους να μετρούν τη ζωή τους με τα καλοκαίρια. «Πόσα καλοκαίρια ακόμα;», «Να προλάβω αυτό το καλοκαίρι να…», «Θυμάσαι το καλοκαίρι του ’97;». Κι εγώ τα αγαπώ τα καλοκαίρια. Τις γεύσεις τους, το φως, τις ραστώνες, τα σώματα που ξυπνούν από τη λήθη του χειμώνα. Όμως τελευταία κάτι μέσα μου αντιστέκεται. Γιατί η ζωή δεν είναι μόνο καλοκαίρι. Και δεν θα έπρεπε να την τιμολογούμε με βάση τη σεζόν του τουρισμού και της ανάμνησης. Γιατί η ζωή είναι κάθε μέρα που είμαστε μαζί. Είναι κι ο χειμώνας και το ψιλόβροχο στο τζάμι. Είναι οι μυρωδιές της κουζίνας όταν όλοι λείπουν, αλλά η ανάμνηση παραμένει. Είναι οι μέρες που τίποτα δεν συμβαίνει – κι όμως είναι οι πιο σημαντικές. Είναι οι εποχές που δεν βγάζουν καρτ ποστάλ, αλλά κρατούν την καρδιά μας δεμένη.

Η ζωή κρύβεται και στα φθινόπωρα. Στις μέρες που πέφτει η πρώτη βροχή και κανείς δεν το προσέχει. Στη μυρωδιά της πρώτης άνοιξης, στα απογεύματα του Μάρτη, εκεί που δεν είναι ακόμα άνοιξη αλλά ούτε και χειμώνας. Κρύβεται στις δύσκολες μέρες, τις αφώτιστες, που δεν ποστάρονται πουθενά. Στις σιωπές που μοιράζεσαι με έναν άνθρωπο, σε έναν διάδρομο νοσοκομείου. Στις μικρές καθημερινές νίκες που δεν φωτογραφίζονται, γιατί δεν είναι «καλοκαίρια».

Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι φτιαγμένοι για τον ήλιο. Υπάρχουν και εκείνοι που ανθίζουν στο σκοτάδι, που ερωτεύονται τον Γενάρη, που ξεκινούν από την αρχή τον Φλεβάρη. Υπάρχουν ζωές που κύλησαν ολόκληρες σε διαδρόμους, σε αναμονές, σε βιβλία που δεν διαβάστηκαν στην ξαπλώστρα, αλλά κάτω από το φως ενός λαμπτήρα κουζίνας, μέσα σε ένα λεωφορείο της γραμμής 550 για το γραφείο.

Όχι, δεν μετριέται έτσι η ζωή. Όχι μόνο με ταξίδια, παραλίες και νησιά. Μετριέται με το τι έμαθες για σένα, με το πόσο κράτησες τον άλλον όταν λύγισε, με το αν τόλμησες να πεις «δεν είμαι καλά» και «φοβάμαι». Με το αν άντεξες να αγαπήσεις όταν όλα ήταν δύσκολα. Αν έκλαψες χωρίς να ντρέπεσαι. Αν στάθηκες κάπου, όχι για να φανεί στο φως, αλλά γιατί ήξερες πως εκεί έπρεπε να είσαι.

Η ζωή δεν πρέπει να μετριέται με τα καλοκαίρια. Αλλά με την πληρότητα που ένιωσες, ακόμα κι όταν δεν είχες τίποτα να δείξεις.
Η ζωή δεν είναι μονάχα οι διακοπές, τα νησιά, οι φωτογραφίες στο φως. Είναι τα γερά χέρια που πιάνουν το πιρούνι λίγο πιο αργά, είναι τα μάτια που χρειάζονται επανάληψη, η παιδική φωνή που διακόπτει ένα παλιό τραγούδι. Είναι το τώρα. Αυτό το γρήγορο τις περισσότερες φορές «τώρα» που κυλάει, κι εμείς το βαφτίζουμε αναμονή για το επόμενο καλοκαίρι.

Αλλά η ζωή, κορίτσι μου, δεν περιμένει. Δεν κάνει παύση, δεν χωρά σε εποχές. Γι’ αυτό -μην την αφήνεις να μετριέται με τα καλοκαίρια.