Τα φώτα στο αργολικό θέατρο ανάβουν φέτος με την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» του Ευριπίδη μέσα από το σκηνοθετικό βλέμμα του Τιμοφέι Κουλιάμπιν. Συνοδοιπόρος του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου φέτος είναι η ΔΕΗ, που ως Μεγάλος Χορηγός στηρίζει ενεργά τον σπουδαίο πολιτιστικό θεσμό της χώρας, αναγνωρίζοντας την τεράστια σημασία του πολιτισμού στη διαμόρφωση ενός καλύτερου αύριο. Οι «Τρεις Αδερφές» του Τιμοφέι Κουλιάμπιν στη νοηματική γλώσσα ανήκουν στις παραστάσεις που οι περισσότεροι δεν έχουν ξεχάσει. Φέτος, η επιστροφή του στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου γίνεται με ένα από τα αγαπημένα του κείμενα σε μετάφραση του Παντελή Μπουκάλα.
Μεταξύ άλλων συνοδοιπόροι του ο Νίκος Ψαρράς, αντιμέτωπος με έναν βαθιά ανθρώπινο Αγαμέμνονα αλλά και οι Δημήτρης Γεωργιάδης, Μάριος Κρητικόπουλος, Βασίλης Μπούτσικος, Χρήστος Διαμαντούδης και Αλέξανδρος Πιεχόβιακ σε έναν Χορό που είναι παντού, σε όλα παρών, γνωρίζει, οδηγεί, κινεί τα νήματα.
Λίγο πριν η ενέργεια του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου συναντήσει αυτή των θεατών, οι συντελεστές μάς μιλούν για τη συνάντησή τους με τον Ρώσο σκηνοθέτη και τη σύγχρονη ανάγνωσή του στο αρχαίο κείμενο του Ευριπίδη με επίκεντρο τον πόλεμο τη στιγμή που δίπλα μας η φρίκη του καραδοκεί.

Η διαδρομή προς την Επίδαυρο ακολουθώντας τη ματιά του Τιμοφέι Κουλιάμπιν
Ο Νίκος Ψαρράς θα βρεθεί στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου 29 χρόνια μετά το πρώτο του καλοκαίρι εκεί με την Αντιγόνη του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Μίνου Βολανάκη με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και τον Κώστα Καζάκο επί σκηνής. Το δέος εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι σήμερα και για εκείνον από τις πιο μαγικές στιγμές που μπορεί να ζήσει οποιοσδήποτε ηθοποιός είναι οι πρώτες πρόβες με τον θίασο, όταν το θέατρο είναι άδειο και ακούς τη φωνή σου να γυρίζει πίσω στα αυτιά σου ως ψίθυρος. Μετά τον Ανατόλι Βασίλιεφ ο Τιμοφέι Κουλιάμπιν είναι ο δεύτερος Ρώσος σκηνοθέτης που συναντά στην Επίδαυρο.
«Είναι δύο άλλες γενιές, δύο εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι», λέει. «Ο Τιμοφέι τον ξέρει πολύ καλά τον Βασίλιεφ, είναι ένας εν ζωή μύθος του θεάτρου για όλους μας, πάντα έλεγε “δεν είμαι σκηνοθέτης, είμαι δάσκαλος” και γι’ αυτό άλλωστε και οι πρόβες του ήταν απαιτητικές, 12 ώρες με πολλούς δασκάλους να μπαινοβγαίνουν, σαν να είναι μια δραματική σχολή. Εδώ τα πράγματα είναι αλλιώτικα. Εδώ έχουμε ένα νέο παιδί, το οποίο φλέγεται, το οποίο έχει έρθει πολύ διαβασμένο, αγαπάει πολύ το έργο, είναι ενήμερος πολύ καλά για το τι εστί Θέατρο Επιδαύρου, τι εστί αρχαία ελληνική γραμματεία και ήρθε προετοιμασμένος γι’ αυτό που ήθελε. Μας έδινε το περίγραμμα αυτού που θέλει και μας άφηνε να αυτοσχεδιάσουμε και αυτό είναι προς τιμήν του. Έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον να βλέπεις πώς ένας ξένος άνθρωπος βλέπει αυτά τα κείμενα, πώς τα πλησιάζει, τι σημαίνει ύβρις, τι σημαίνει θείο, τι σημαίνει Αρχαία Ελλάδα, πόσο σύγχρονο είναι όλο αυτό στο σήμερα. Πάντα όταν δουλεύεις με ξένους ένα είναι το σίγουρο ότι θα μετακινηθείς, θα μπεις σε περιοχές μη γνώριμες.
Ο Τιμοφέι λέει και το αποδεικνύει εμπράκτως ότι στην πρόβα πρέπει να είμαστε όλοι ίσοι, είτε είσαι πρωταγωνιστής, είτε είσαι σκηνοθέτης, είτε είσαι ένας βουβός ρόλος. Ξεχνάμε συνήθως κάτι πολύ σημαντικό ότι σε αυτή τη δουλειά, πρέπει να υπάρχει μια χαρά δημιουργίας, παιχνιδιού, φαντασίας και δοτικότητας. Για να συμβούν όλα αυτά πρέπει να υπάρχει χαλάρωση, πρέπει να παίζεις επί ίσοις όροις. Όταν νιώθεις ότι απέναντί σου έχεις κάποιον, ο οποίος ό,τι και να κάνεις σε κατακρίνει, θα στο ακυρώσει, θα στο απορρίψει, δεν μπορείς να είσαι δημιουργικός. Οι ηθοποιοί δεν είμαστε εκτελεστικά όργανα όπου πρέπει απλώς να επαναλάβουμε κάτι που μας έδειξαν, ούτε είμαστε μίμοι. Πού είμαι εγώ μέσα σε όλο αυτό το σχήμα; Πού αναπνέω; Πού υπάρχει ο δικός μου ζωτικός κόσμος μέσα σε αυτό; Εδώ όλα αυτά υπάρχουν και όχι απλώς υπάρχουν απαιτούνται με τον τρόπο τους και είναι πάρα πολύ ωραίο όταν το βλέπεις.»
Για τον Αλέξανδρο Πιεχόβιακ θα είναι η δεύτερη φορά που θα βρεθεί στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου μετά την περσινή του συμμετοχή στον Χορό του Ιππόλυτου σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου.
«Πέρυσι όταν τελειώσαμε τις παραστάσεις, πας και αποχαιρετάς αυτό τον χώρο και λες μπορεί να μην τα ξαναπούμε και ποτέ. Επομένως δεν περίμενα ότι θα είναι τόσο άμεση αυτή η συνάντηση και είναι μεγάλη χαρά. Ο Τιμοφέι ήρθε από την αρχή με ολοκληρωμένη σκηνογραφία, ολοκληρωμένη αισθητική και είναι τόσο ομαλό το ταξίδι οπότε μέρα με τη μέρα χτίζεις αυτή τη σιγουριά ότι μπορώ να το στηρίξω, μπορώ να το κάνω, θα γίνει. Σε κοιτάει σαν μικρό παιδί και σου λέει πάμε να το βρούμε μαζί.»
Ο Μάριος Κρητικόπουλος μετρά την τρίτη του κάθοδο στο αργολικό θέατρο και σκέφτεται ότι είναι όμορφο να δουλεύεις με ανθρώπους που ξέρουν τι θέλουν από την πρώτη πρόβα, στο περνάνε και σε εμπνέουν. «Είναι συγκινητική η διάθεσή του να ανεβάσει ένα τέτοιο έργο που που αν μη τι άλλο δεν “ανήκει” στην κληρονομιά του. Έχει ενδιαφέρον το πώς βλέπει την αρχαία ελληνική τραγωδία, όχι το πόσο διαφορετικά σε σχέση με το πώς το βλέπουν οι Έλληνες, αλλά τον τρόπο προσέγγισής της και περισσότερο του κειμένου. Το αντιμετωπίζει αρχικά ως ένα θεατρικό έργο και όχι ως κάτι τεράστιο, όπως έχουμε ας πούμε εδώ στην Ελλάδα ότι αυτά τα έργα συνήθως δεν τα αγγίζουμε. Το βλέπει πολύ ανθρώπινα, προσπαθεί μέσα από αυτό να βρει τις σχέσεις των ανθρώπων ανεξάρτητα με το μέγεθος των ηρώων της τραγωδίας. Ποια είναι η σχέση ενός πατέρα και μιας κόρης, ποια είναι η σχέση των δύο αδελφών. Το κάνει πιο σύγχρονο, χωρίς όμως να το τοποθετεί σε συγκεκριμένη εποχή.»
Για τον Βασίλη Μπούτσικο, «Οι τρεις αδερφές» που είχε παρουσιάσει ο Κουλιάμπιν πριν λίγα χρόνια στην Ελλάδα, είναι από τις καλύτερες παραστάσεις που έχει δει και από εκεί που θα πήγαινε να παρακολουθήσει την Ιφιγένεια ως φαν της δουλειάς του βρέθηκε για δεύτερη φορά στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου και με τη χαρά να είναι μέλος του Χορού του.
«Αυτή η χαρά συνεχίζει να επαληθεύεται και να μεγαλώνει στις πρόβες», σημειώνει. «Πέρα από σπουδαίος καλλιτέχνης, με πολύ καθαρή σκέψη και στόχο σε αυτό που θέλει να πει, είναι ένας ευγενής άνθρωπος που δημιουργεί ένα χώρο στην πρόβα για όλους να είναι ανοιχτοί και είναι πολύ σπάνιο και σημαντικό για μένα.»
Ο Χρήστος Διαμαντούδης στέκεται στην ελευθερία που τους έδωσε απλόχερα μέσα στα όρια του πλαισίου: «Είναι σημαντικό να γνωρίζεις τέτοιους ανθρώπους, ευγενικούς που είναι δοσμένοι σε αυτό που κάνουν. Σε εμπνέει, σε πάει παρακάτω. Έχει απαντήσεις στα ερωτήματα ή στις αμφιβολίες μας και δημιουργεί ένα πλαίσιο που μας αφήνει ελεύθερους μέσα σε αυτό. Μια συγκεκριμένη ελευθερία σε ένα πλαίσιο που νομίζω ότι δημιουργεί κάτι πολύ απελευθερωτικό. Πάντα ανοιχτός στο να προτείνεις, δίνει σε όλους τον χώρο γιατί είναι όλοι ισάξιοι στην πρόβα.»
Ο Δημήτρης Γεωργιάδης μετρά αρκετές συμμετοχές σε παραγωγές για την Επίδαυρο χωρίς να πιστεύει στα στεγανά της. Συνειδητοποιεί ότι το μεγαλείο του θεάτρου αυτού είναι ότι δίνει χώρο σε κάθε φαντασία και κάθε φαντασία μπορεί να τη δικαιώσει. Έχοντας παρακολουθήσει την πορεία του στη Ρωσία και εντυπωσιασμένος από τις «Τρεις αδερφές» που είχε δει στη Μόσχα, ο Κουλιάμπιν ήταν από τους σκηνοθέτες που ήθελε να συναντήσει.
«Είναι πολύ διαβασμένος, πολύ προετοιμασμένος. Έχει στο μυαλό του μια αρχική σύλληψη της κάθε σκηνής, που όμως το κάνει με απόλυτη συνείδηση ότι πρέπει να εμπνεύσει τον ηθοποιό που θα υπηρετήσει αυτή τη σύλληψη. Αυτό είναι πολύτιμο, γιατί ακούει την ερώτηση όχι φιλολογικά αλλά ψυχικά, πυρηνικά. Για μένα είναι τόσο ιδιαίτερο και το θέμα του έργου και το ότι αυτός ο άνθρωπος με αυτή τη βιογραφία κάνει αυτό το έργο, μια δύσκολη βιογραφία, γιατί μιλάμε για έναν άνθρωπο που έχει αφήσει τη χώρα του λόγω του πολέμου και το έργο διαπραγματεύεται τον πόλεμο.»

Η «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» σε ένα σήμερα που «μυρίζει» πόλεμο
Νίκος Ψαρράς:
«Το πιο ενδιαφέρον σε αυτό το κείμενο είναι η θυσία ενός αθώου παιδιού, είναι πάντα κάτι που συγκλονίζει και δεν μπορεί να αφήσει κανέναν ασυγκίνητο και αυτός είναι ο στόχος μας, κάτι να σας συμβεί, να φύγετε αλλιώτικοι από αυτό που είδατε. Από γραφής ο πόλεμος είναι στο επίκεντρο και ο πόλεμος είναι παντού και πάντα ο ίδιος. Για τους ίδιους λόγους ξεκίνησε τότε και ξεκινάει πάντα. Είναι λυπηρό και δυστυχώς η ιστορία επαναλαμβάνεται, ακριβώς επειδή οι άνθρωποι δεν μπορούν να περιοριστούν σε κάποια σύνορα, γιατί κάτι τους λείπει που υπάρχει στη γειτονική χώρα και θέλουν να το αρπάξουν. Είναι φρικιαστικό να βλέπεις ανθρώπους να λένε ότι ορμάμε, ότι πρέπει να σφάξουμε, ότι θα πάρουμε τα λάφυρα. Στα δικά μου μάτια όλοι μοιάζουν με ημίτρελους.»
Δημήτρης Γεωργιάδης:
«Το θέμα του πολέμου και την προετοιμασία γι’ αυτό, και όπως λέει εκείνος, την τεχνολογία του πολέμου, εννοώντας όχι τα μέσα, τα τεχνικά, αλλά τις πονηριές που συμβαίνουν για να γίνει ένας πόλεμος, τις οποίες ο κάθε Ρώσος και Ουκρανός τις έζησε και τις ζει στο πετσί του και εμείς οι ξένοι το παρακολουθούμε όλο αυτό από όποια πλευρά και να μας ενδιαφέρει περισσότερο να το παρατηρήσουμε.
Η αλήθεια είναι ότι παλιότερα κάναμε παραστάσεις για τον πόλεμο και δεν συνέβαινε κανένας πόλεμος δίπλα μας. Ανατρέχαμε σε αφηγήσεις των παππούδων και γιαγιάδων μας για να μας πουν πως ήτανε και να που ξαφνικά μπορώ να πάρω τηλέφωνο τον πρώην συμφοιτητή μου από τη Μόσχα και να μου πει κάποια πράγματα από το Βερολίνο που είναι τώρα και τι του λένε οι συγγενείς του από τη Μόσχα. Οπότε ξαφνικά να ‘μαστε εδώ, σ’ αυτό το σημείο το τραγικό και επειδή είναι πολύ γρήγορη διαδικασία αναγκαστικά σηκωθήκαμε από το λεγόμενο τραπέζι νωρίς.
Ήταν περισσότερο συζήτηση πάνω στο τι κρατάμε από το κείμενο του Μπουκάλα και στο κατά πόσον η εκφορά του, οι συγκεκριμένες προτάσεις και οι συγκεκριμένες λέξεις είναι δόκιμες στην ιστορία που θέλουμε να αφηγηθούμε και είναι δόκιμες επίσης για το 2024. Στις συζητήσεις που κάναμε πάνω στον πόλεμο, φυσικά υπήρχε το θέμα κυρίως στη Ρωσία. Η αλήθεια είναι ότι ο Τιμοφέι έφερε κάποια παραδείγματα και κάποιες προσωπικές του ιστορίες αλλά επειδή είναι περισσότερο ποιητής και θέλει να εμπνεύσει με άλλους τρόπους, η αλήθεια είναι ότι δεν μιλήσαμε τόσο για τα facts. Προσωπικά μου έχει στοιχίσει πάρα πολύ αυτός ο πόλεμος, οπότε καταλαβαίνω ότι συναισθηματικά με ακολουθούσε στη διαδικασία.
Υπάρχουν όμως δύο γραμμές, οι οποίες με κινούν βαθιά συναισθηματικά και φυσικά είναι αυτές της Ιφιγένειας αλλά και της Κλυταιμνήστρας. Για μένα η Κλυταιμνήστρα, είναι αδικημένη στην ανάγνωσή της. Θέλω να πω ότι έχουμε τη Μήδεια που την συμπονούμε για κάποιο λόγο, αλλά την Κλυταιμνήστρα δεν μπορούμε να την συμπονέσουμε και υποψιάζομαι ότι αυτό είναι επειδή σκότωσε τον άντρα της, οπότε δεν μπορούμε να συμπονέσουμε μια γυναίκα που έκανε ένα τέτοιο πράγμα. Νομίζω ότι στην πατριαρχική μας κοινωνία η Κλυταιμνήστρα πραγματικά δεν δικαιώνεται ποτέ δυστυχώς. Εμένα μου δημιουργεί μια συμπόνοια που πέφτει σε μια τόσο οδυνηρή παγίδα.
Στην ουσία το ότι ξεκινάει ένας πόλεμος θυσιάζοντας μια κόρη, ένα παιδί είναι το τέλος της ανθρωπότητας. Το ξεκίνημα του πολέμου είναι το τέλος του ανθρώπου. Δηλαδή ξεκίνησε να βομβαρδίζει η Ρωσία και νομίζω πως ξαφνικά έχει χαθεί πάρα πολύ ανθρωπιά σε όποια χώρα και αν ζούμε. Η σύγκρουση είναι ίδιον της ανθρώπινης φύσης. Το πώς γίνεται αυτή η σύγκρουση αλήθεια δεν ξέρω. Και μακάρι ο θεατής να φύγει με την αίσθηση αυτής της ανθρωπιάς που εξαφανίζεται όταν ξεκινάει η σύγκρουση των ανθρώπων μεταξύ τους. Δηλαδή πιστεύω πως τελικά σε μια τόσο σύγχρονη ανάγνωση, όπως είναι αυτή του Τιμοφέι, θα φύγει με την αίσθηση που είχε και ο θεατής πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, ότι δηλαδή διάολε γιατί πολεμάμε; Δεν υπάρχει κανένας λόγος τουλάχιστον στους δικούς μας πολιτισμούς.

Μάριος Κρητικόπουλος:
«Όπως έχει πει και ο ίδιος ο Τιμοφέι, ο πόλεμος σε αυτό το έργο θα γίνει έτσι κι αλλιώς, είναι δεδομένο. Ο πόλεμος θα γίνει και ο πόλεμος για να ξεκινήσει χρειάζονται θύματα. Ξεχωρίζω αυτή τη θυσία του κοριτσιού που στη δική μας περίπτωση μπορεί να μην είναι έτσι ακριβώς, φωτίζονται άλλα πράγματα που δεν τα έχουμε ξαναδεί, στο πλαίσιο ενός θέματος που είναι παγκόσμιο.»
Αλέξανδρος Πιεχόβιακ:
«Νομίζω ότι όλα αυτά τα έργα είναι πάντα τόσο επίκαιρα γιατί έχουν μόνο ερωτήσεις, είναι ανοιχτά, δεν υπάρχουν απαντήσεις. Είναι τρομερό το πόσο θεωρούμε ότι έχουμε εξελιχθεί σαν ανθρωπότητα, θεωρούμε ότι έχουμε φτάσει κάποια ιδανικά, κάποιες ελευθερίες, κάποιες έννοιες δημοκρατίας, αλλά θεωρώ ότι είναι όλα προφάσεις. Οποιοσδήποτε έχει την εξουσία μπορεί να θυσιάζει κάτι και είναι τρομερό το πόσο δεν έχει αλλάξει αυτό. Και με όλα αυτά που συμβαίνουν στην καθημερινότητά μας, ενώ προσπαθείς να είσαι θετικός, κάπου αρχίζω να πιστεύω ότι ίσως αυτή η επιθετικότητα και η βαρβαρότητα έχει περάσει τόσο στο DNA μας που είναι σαν μια φυσική μορφή και υπάρχει σε όλα τα επίπεδα. Για μένα τουλάχιστον δεν είναι μόνο η έννοια του πολέμου σαν πόλεμος που είναι το ύστατο ότι αφαιρώ την ζωή του άλλου, αλλά υπάρχει μια κατάσταση και αυτό ισχύει και στο έργο μας, ότι πάντα έχεις μια αίσθηση ότι κάτι υπάρχει από πίσω, κάτι συμβαίνει. Το βλέπεις στα πρόσωπα των ανθρώπων, το βλέπεις στις ειδήσεις και αυτό μου κάνει εντύπωση, ότι έχουν περάσει τόσα χρόνια, μιλάμε για τα ίδια πράγματα και αλήθεια αναζητώ το πόσο ουσιαστικά έχουμε εξελιχθεί».


Ο μέγας στρατηλάτης Αγαμέμνων «σπάει» και η Άρτεμις ως κοινωνική οργάνωση
Νίκος Ψαρράς: «Ο Αγαμέμνονας είναι ο επικεφαλής όλου του στρατεύματος, όπου παίρνει μια εντολή να θυσιάσει την πρωτότοκη κόρη του, γιατί αυτό θα πυροδοτήσει όλο τον πόλεμο, θα έρθει ο ούριος άνεμος ή γιατί όλος ο κόσμος με τη θυσία ενός αθώου παιδιού θα θυμώσει πάρα πολύ και θα ορμήσει ενάντια στον εχθρό. Στην αρχή της παράστασης είναι τρομοκρατημένος, βλέπει όλο το σύμπαν εναντίον του, από τα άστρα μέχρι τον αέρα που δεν φυσάει, όλοι κακοί οιωνοί. Βλέπουμε έναν άνθρωπο, ο οποίος πάλλεται, ο οποίος ενώ στην αρχή είπε θα το κάνω, συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να το κάνει, ότι η θυσία του παιδιού του είναι πολύ πιο ισχυρή και σοβαρή και θα τον πληγώσει ψυχικά θανάσιμα από το να είναι ο μέγας κατακτητής της Τροίας. Όλο το περιβάλλον σμίγει απειλητικά γύρω του, ώστε να επιτευχθεί αυτός ο στόχος. Όσο κι αν θέλει να το παίζει ήρεμος, ψύχραιμος και αποφασισμένος, υπάρχει μια στιγμή που “σπάει”. Εδώ ο Τιμοφέι έχει κάνει ένα ολόκληρο φινάλε δικό του μέσα από τους στίχους του κειμένου που νομίζω ότι δείχνει πολύ την πορεία του ανθρώπου και πώς καταλήγει μετά από μια τέτοια απόφαση.
Είναι συγκινητικός χαρακτήρας γιατί είναι ένας άνθρωπος που στο μυαλό όλων μας είναι ο μέγας στρατηλάτης, ο σκληρός άνθρωπος, αυτός που θα φέρει την Κασσάνδρα από τα μαλλιά δέκα χρόνια μετά στις Μυκήνες, αυτός που έχει σφάξει πάρα πολύ κόσμο και εδώ βλέπουμε την πιο ανθρώπινη μορφή του, την πλευρά του η οποία ψυχανεμίζεται, κλαίει επί σκηνής. Ο Μενέλαος του λέει σταμάτα να κλαις, δεν γίνεται. Και αυτό είναι μια πλευρά που με συγκινεί βαθιά, η αμφισημία, η πάλη που έχει ο πατέρας για την οικογένειά του και την κόρη του.
Η Άρτεμις είναι σαν να μιλάμε για μια κοινωνική οργάνωση. Όλα τα μέλη που βρίσκονται πάνω στη σκηνή σαν να είναι μέλη της Άρτεμις και ο στόχος τους είναι να επιτευχθεί αυτή η θυσία – δολοφονία. Δεν πρέπει κανείς να μην είναι όπως έχει συμφωνηθεί. Ούτε καν η Ιφιγένεια στο φινάλε, ούτε καν η Κλυταιμνήστρα. Όλοι πρέπει να παίξουν τον ρόλο τους σωστά, γιατί ο κόσμος βλέπει και ο κόσμος πρέπει να χωνέψει αυτό που γίνεται, να σοκαριστεί για να αντιδράσει, για να είναι υπέρ των Αχαιών. Είναι ένα σύγχρονο ανέβασμα αλλά με ένα φοβερό σεβασμό στο κείμενο και πολύ χαίρομαι που υπάρχει αυτή η προσέγγιση και η συνέπεια.»

Ο Χορός παρών σε όλα
Μάριος Κρητικόπουλος: «Στην Ιφιγένεια ο βασικός Χορός είναι γυναικείος. Στη δική μας περίπτωση αυτό δεν συμβαίνει. Επίσης δεν εξυπηρετεί ακριβώς αυτό που έχουμε συνηθίσει με την έννοια των χορικών. Είναι πολύ συγκεκριμένη η λειτουργία επί σκηνής και είναι ορατή στον θεατή. Είναι ένας Χορός, ο οποίος συμμετέχει στην παράσταση, πιέζει στο να γίνουν κάποια πράγματα, χωρίς όμως να τα λέει με λόγια.»
Δημήτρης Γεωργιάδης: «Έχει μια διττή παρουσία, που αλλάζει στην πορεία. Είναι ένας Χορός, ο οποίος πράττει, δεν παρακολουθεί τα τεκταινόμενα, δεν σχολιάζει απλώς, αλλά κινεί κάποια νήματα. Στο κεντρικό σημείο της παράστασης εξελίσσεται σε έναν πολύ κεντρικό χαρακτήρα που μπορεί να μας εκπλήξει σε σχέση με το πώς τον παρακολουθούμε στο μεγαλύτερο μέρος του έργου.»
Χρήστος Διαμαντούδης: «Βλέπουμε ότι συνυπάρχει με όλα τα πρόσωπα, τα βλέπει όλα, είναι εκεί σε όλα.»
Βασίλης Μπούτσικος: «Υπάρχει ένα νήμα που δένει τον Χορό με όλη την πορεία της παράστασης. Μου έρχεται μια φράση: Τα μάτια και τα αυτιά του χορού είναι πάντα ανοιχτά.»
Αλέξανδρος Πιεχόβιακ: «Για μένα ο Χορός είναι αυτή η αίσθηση ότι κάτι υπάρχει, κάποιος ανά πάσα στιγμή, αυτή η αίσθηση της συνεχούς παρουσίας κάποιου και ο καθένας μπορεί να το μεταφράσει όπως θέλει στο σήμερα. Αυτή τη στιγμή ας πούμε μιλάμε μέσω ενός ηλεκτρονικού μέσου. Υπάρχει ενός είδους παρακολούθηση, είναι δεδομένο πια στη ζωή μας.»

Info
5 και 6 Ιουλίου | Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου


