Έχω μια, ας την αποκαλέσουμε, ιδιαιτερότητα. Συγκινούμαι στις κωμωδίες. Βρίσκω πραγματικά δύσκολο, πραγματικά δυσεύρετο, πραγματικά εξαιρετικής μαεστρίας το χιούμορ των πολλαπλών χρωμάτων. Τα εργαλεία ποικίλουν. Σάτιρα, μαύρη, μπλε, όρθια (stand up), κωμωδία χαρακτήρων, αυτοσχέδια, κινητική, σουρεαλιστική, διαλέξτε ταμπέλα, διαλέξτε είδος. Η κωμωδία σήμερα πουλάει περισσότερο από ποτέ. Ναι ο κόσμος έχει τις μαύρες του και αναζητά κάτι πιο ανάλαφρο (;), κάτι να τον κάνει να γελάσει. Σύμφωνοι. Διαβάζω για τις εμπορικές παραστάσεις, τύπου mainstream (για να συνεννοηθούμε), είναι φίσκα λέει. Tell us something new.
Αν όμως η παρωδία, η υπερβολή και η σύγκριση εγκλωβίζονται στα εύκολα κλισέ, στις σκηνοθετικές μανιέρες και στις ανακυκλώσιμες τηλεοπτικές φιγούρες-characters, τότε η κωμωδία χάνει τον καλύτερο της εαυτό· το απροσδόκητο της σκέψης. Στην προσπάθεια μου να δω, να ακούσω και να γελάσω αβίαστα, διάλεξα τέσσερις παραστάσεις που ξεχωρίζω αυτή την περίοδο, για το κείμενο τους, τη σκηνοθετική άποψη, την αισθητική και την τιμιότητα των προθέσεων.
.jpg)
Στιγμιότυπο από την παράσταση «Αέρας» στο θέατρο Πόλη
Ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης δεν χρειάζεται συστάσεις. Τον θεωρώ συγγραφέα με αυτό που λέμε, υπογραφή. Η χαρακτηριστική του ματιά πάνω στις σύγχρονες αστικές φιγούρες (βλ. Λα Πουπέ) και η αφαιρετική, αλλά επίμονα συναισθηματική του γραφή, είναι εκ νέου παρούσα. Το θεατρικό του έργο, «Αέρας» (θέατρο Πόλη), σε σκηνοθεσία Σύλβιας Λιούλιου γίνεται δροσερό αεράκι εκγύμνασης της κοιλιακής χώρας. Όχι τυχαία, διόλου άδικα, αφού το κείμενο τυγχάνει της ευγενικής μεταχείρισης, που του επιφυλάσσουν η «θεά» (ας μου επιτραπεί το κλισέ) Ράνια Οικονομίδου και η πολύ καλή Ρένη Πιττακή. Οι δύο αδελφές φτάνουν πολύ κοντά στο μαλλιοτράβηγμα, όταν θα τις ενώσει ο κοινός σκοπός, αλλά η ιστορία που έχουν αφήσει πίσω τους είναι σκοτεινή και σύντομα οι κουρτίνες (κυριολεκτικά, γιατί είπαμε φυσάει) κάνουν χώρο για την αλήθεια και για την εναπομείνασα τρυφερότητα που τις ενώνει.
Στιγμιότυπο από την παράσταση «Πολύ κακό για το τίποτα» στο θέατρο Αλκμήνη
Μιλώντας για αλήθεια, πού βρίσκεται η χάρη της και που ο φίλος της, το ψέμα, εμείς ως θεατές το γνωρίζουμε, αλλά όχι οι δύστυχοι υποψήφιοι εραστές στο «Πολύ Κακό για το Τίποτα» της νέας θεατρικής ομάδας «Όμορος» (σκηνοθεσία-δραματουργική επεξεργασία Ελένης Βλάχου) στο θέατρο Αλκμήνη. Οι σαιξπηρικοί ήρωες αυτή τη φορά έχουν δανειστεί τα όμορφα ρούχα τους από τα 40’s. Οι ηθοποιοί μπαινοβγαίνουν με ευκολία στους ρόλους τους και η δραματουργική αλλαγή ρέει με φυσικότητα από το ένα κωμικοτραγικό γεγονός στο άλλο. Φρέσκια αντίληψη του αστείου και μια πολύ όμορφη εικόνα νέων, ταλαντούχων καλλιτεχνών συνθέτουν αυτή την παράσταση.
.jpg)
Στιγμιότυπο από την παράσταση «Rebeeecca» στο θέατρο Επί Κολωνώ
Στο ίδιο κλίμα αλλά με διάθεση παρωδίας, συναντάω την αποδόμηση ενός από τα αγαπημένα μου μυθιστορήματα. Αναμφίβολα πρόκειται για επιτυχία. Το να παίρνεις ένα δραματικό κείμενο της κλασικής λογοτεχνίας – αργότερα και θρίλερ από τον Χίτσκοκ – και να του αλλάζεις με ακρίβεια τα «φώτα», απογυμνώνοντας με ένα δαιμόνιο στριπτίζ τους τραγικούς ήρωες χωρίς να καταφεύγεις σε υπερβολές και να τιμωρείς τον συγγραφέα, δεν είναι εύκολο. Τα εύσημα τα αποδίδω στο νεότατο Γρηγόρη Χατζάκη, ο οποίος έστησε μια από τις πιο ευχάριστες παραστάσεις που έχω παρακολουθήσει τον τελευταίο καιρό, αλλά και ως ηθοποιός διεκδίκησε σοβαρά το γέλιο μας. Η «Ρεβέκκα» της Daphne Du Maurier μετονομάστηκε σε «Rebeeecca» και παίζεται στο θέατρο Επί Κολωνώ. Το τρομακτικό Μάντερλει μετατράπηκε σε roller coaster γέλιου και υπαινιγμού. Η δεσποτική κα Ντάνβερς (Κλεοπάτρα Τολόγκου) πήρε σάρκα και οστά και ο όμορφος Μαξίμ του Χάρη Ασημακόπουλου διένυσε με την απαραίτητη αριστοκρατική ευγένεια, που του επιβάλει η περίσταση τους αδιέξοδους διαδρόμους της βίλλας. Η ερμηνευτική ρυθμική εισαγωγή του Χατζάκη στην αρχή υποδηλώνει, αν μη τι άλλο, δείγματα καλλιτεχνικής ευφυΐας.
.jpg)
Στιγμιότυπα από την παράσταση «Ζωρζ Νταντέν» στο θέατρο Απόλλων
Για το κλείσιμο κρατάω μια παράσταση, που αν και τη συγκαταλέγουν στις κωμωδίες της χρονιάς τη βρίσκω βαθειά τραγική. Αν και το έργο ανήκει σε έναν από τους μεγαλύτερους κωμωδιογράφους όλων των εποχών, η παράλληλα πολυσήμαντη φύση του ήρθε και συνάντησε για άλλη μια φορά έναν βαθειά πολυσχιδή σκηνοθέτη. Πιστεύω ότι αν ο Μολιέρος έβλεπε από μια γωνία τον Ζωρζ Νταντέν του Θοδωρή Αμπαζή ένα χαμόγελο θα το έσκαγε, τουλάχιστον ενθυμούμενος τις δικές του ζήλιες και τα παθήματα με την κατά είκοσι χρόνια μικρότερη σύζυγό του. Ο δύστυχος ο Νταντέν είχε δύο μεγάλες ατυχίες. Γεννήθηκε φτωχός και ερωτεύτηκε γυναίκα νέα, πλούσια και ευγενικής καταγωγής. Η αέναη σύγκρουση των τάξεων, του καλού με το άδικο, της γυναίκας με τον άντρα δεν έχει happy end, για την ακρίβεια δεν τελειώνει, μένει εκεί γονατισμένη, υπό το βάρος των βίαιων συσχετισμών. Η παράσταση ξεχωρίζει για την εξαιρετική μουσική του Αμπαζή, τα ευρηματικά σκηνικά του Γιώργου Μαραζιώτη και τις αξιόλογες ερμηνείες – γοητευτική η Μαρία Κατριβέση ως Angelique. Αναδεικνύεται φυσικά στο πανέμορφο Απόλλων της Πάτρας (το περιμένουμε και στην Αθήνα).
Και για να ολοκληρώσω τα περί κωμωδίας, δεν είναι τυχαίο ότι μας γοητεύουν οι άνθρωποι που μας κάνουν να γελάμε ή ακόμα καλύτερα ερωτευόμαστε εκείνους που με το χιούμορ τους αγγίζουν τις ευαίσθητες ή και σκοτεινές χορδές μας. Δανείζομαι λόγια του Θ.Αμπαζή από την πρόσφατη συνέντευξη του στο ελc.
«Δε συμφωνώ με την άποψη ότι υπάρχει κωμωδία χωρίς τραγωδία. Πίσω από το κωμικό κρύβεται το τραγικό. Δε συμφωνώ με την τάση ότι όλα πρέπει να είναι ελαφριά γιατί ο κόσμος πρέπει να γελάει συνέχεια., γιατί αλλιώς αν δεν γελάει τι θα κάνουμε. Είναι μια εποχή που καλό είναι να γελάμε αλλά καλό είναι να σκεφτόμαστε κιόλας… Η τέχνη αυτό οφείλει να κάνει, δουλειά μας είναι να εξοικειώσουμε το θεατή με αυτό που δεν γνωρίζει».
