Τη λένε μάνα μητέρα μαμά κι έχει βαφτιστικά ονόματα πολλά. Μπορεί να διαθέτει όλη την γκάμα αντιδράσεων ανάμεσα στο αυστηρό ίσαμε το γελαστό ανάλογα την περίσταση μα πάντα θα είναι παρούσα να σου προσφέρει μια ζεστή αγκαλιά για να νιώσεις ασφάλεια. Θα σου πει αυτό που έκανες ήταν σωστό ή λάθος και θα γίνει το βαρόμετρο των πράξεων σου. Θα σου πει φάε το φαΐ σου ή αυτό έχουμε αυτό θα φας ή δεν έχει γλυκό μετά και θα ορίσει τη διατροφολογική σου συνήθεια. Θα σε καλομάθει, θα σε κακομάθει αλλά θα σε μάθει.
Θα έρθει το βράδυ που θα φοβάσαι να σου πει ότι δεν έχεις τίποτε να φοβάσαι και θα σε νανουρίσει ίσαμε να σε πάρει ο ύπνος. Θα σε διαβάσει για να πας στο σχολείο διαβασμένος, θα σε ξυπνήσει το πρωί θα σου έχει έτοιμο το κολατσιό και την τσάντα για να πας στην ώρα σου. Θα σε ξυπνάει μια ζωή.
Θα σου εξηγήσει τη ζωή και θα δικαιολογήσει τον μπαμπά που δουλεύει από το πρωί ίσαμε το βράδυ όταν σου λείπει και εκείνος. Θα σε νιώθει δικό της πλάσμα γιατί ήσουν μέσα της μήνες. Θα κλάψει με τον πόνο σου θα γελάσει με τη χαρά σου. Θα σε αγαπάει ίσαμε να κλείσει τα μάτια της και αν τα κλείσεις πρώτος ποτέ δεν θα το ξεπεράσει.
Είναι ο λαιμός που κουνάει το πατριαρχικό κεφάλι, θα περάσει τις περισσότερες φορές το δικό της κι ας φωνάζει ο μπαμπάς. Θα το παίζει ανέμελη όταν δεν έχει φράγκο η οικογένεια για να μην σου στερήσει τίποτε. Θα σου πει δεν μπορούμε να πάρουμε αυτό το παιχνίδι αλλά μετά από καιρό θα πάει μόνη της να στο αγοράσει αφού το συζητήσει με τον μπαμπά.
Θα σε πάει να δεις την πρώτη παιδική σου παράσταση, θα σε συνοδεύσει στο πρώτο παιδικό σου πάρτυ, θα ξενυχτήσει περιμένονάς σε να έρθεις από την πρώτη σου εφηβική βόλτα με τους φίλους και θα σου βαστήξει ακόμα και το κεφάλι αν χρειαστεί να μην λερωθείς από τον εμετό του πρώτου σου μεθυσιού. Θα ηρεμήσει και θα κοιμηθεί μόνο όταν ακούσει το κλειδί στην πόρτα ακόμα κι αν είσαι ενήλικ@ φοιτητ@ και θα σε παίρνει τηλέφωνο κάθε μέρα όταν είσαι ενήλικας να μάθει τι κάνεις.
Λέω πολλές φορές η μάνα είναι η πρώτη που καταλαβαίνει τι σου συμβαίνει και η τελευταία που το παραδέχεται. Είναι εκείνη που βαθιά μέσα της γνωρίζει τι είδους πάστα ανθρώπου είσαι. Είναι εκείνη που μπορεί να διορθώσει το λάθος και να σου υπενθυμίσει το σωστό.
Το 1979 που γεννήθηκα η δική μου η μάνα, καθώς άλλα τα χρόνια δεν άλλαξε το επίθετό της και θυμάμαι την ταυτότητά της κομμένη στην άκρη δείγμα ότι είναι νυμφευμένη. Με πήγαινε βόλτες στο κέντρο της Αθήνας και εγώ με το ξύλινο μου αυτοκινητάκι να το σέρνω πίσω μου ή τον Σνούπι μου αγκαλιά να χαζεύω τον κόσμο τριγύρω αλλά να μην φοβάμαι γιατί μου βάσταγε το χέρι. Με πήγαινε να ταΐσουμε τις πάπιες στον Εθνικό Κήπο και να δω την Ντενεκεδούπολη, την Αλίκη στη Χώρα των Ψαριών και τον Μορμόλη. Με ανέβασε στην Ακρόπολη και μου έδειχνε τ’ αγάλματα του μουσείου. Μετά επιστρέφαμε σπίτι και έλεγα στην άλλη μου μάνα τη γιαγιά μου πόσο ωραία πέρασα ενώ ο μπαμπάς έτρωγε και την ρώταγε αν ήμουν φρόνιμος. Δίναμε ρόλους στις οικογένειες κάποτε, ο μπαμπάς έπρεπε να είναι ο αυστηρός της υπόθεσης μια αδικία που ξεπεράστηκε ευτυχώς με τα χρόνια. Δίναμε πολύ σημασία στο τι θα πει η κοινωνία κάποτε, ευτυχώς κι αυτό φθίνει σιγά σιγά. Γέρασες, γέρασα κι ακόμα μυαλό δεν βάλαμε μα προσπαθούμε όλοι να εξελιχθούμε.
Χρόνια πολλά στις μάνες που δεν μπόρεσαν να είναι μάνες, που στερήθηκαν το δώρο του να μεγαλώνεις το παιδί σου, τον πόνο τους τον ξέρουνε καλύτερα εκείνες. Η κοινωνία να στέκει πλάι και στις χαροκαμένες μάνες που με τα μωρά τους αγκαλιά προσπαθούν να τα προστατεύσουν από τα δεινά που όλοι μας παρακολουθούμε στους δέκτες μας. Είτε μάνα είτε πατέρας είτε μέλος της κοινωνίας, τα παιδιά οφείλουμε να τα προστατεύσουμε και να τα φροντίσουμε για το καλύτερο δυνατόν μέλλον τους.
Αγάπη μόνο αυτό και που και που ένα σ’ αγαπάω μανούλα.
