Απόγευμα Κυριακής, λίγες ώρες πριν από την παράσταση. Ο «Ματωμένος Γάμος» του Θεσσαλικού Θεάτρου, μετά από μια μεγάλη περιοδεία στην περιφέρεια, έχει επιστρέψει στην Αθήνα, όπου θα παραμείνει έως τις 13 Σεπτεμβρίου. Στο θέατρο οι ηθοποιοί φτάνουν σταδιακά. Οι πρώτες κουβέντες, η προθέρμανση στη σκηνή, οι τελευταίες προετοιμασίες. Η διαδρομή που έχει προηγηθεί στην περιφέρεια είναι μεγάλη, η παράσταση μετρά ήδη πολλές βραδιές, κι όμως αισθάνεσαι την αγωνία όλων τους πριν ανοίξει η αυλαία.

Σε αυτό το κενό, λίγο πριν ο καθένας επιστρέψει στον ρόλο του, συναντώ έναν – έναν τους ανθρώπους της παράστασης. Μιλάμε για τον Λόρκα και τους ήρωές του, για έναν έρωτα που οδηγεί στα άκρα, για το καθήκον, την τιμή, τη μοίρα. Μιλάμε όμως και για πολλά άλλα εκτός σκηνής: τη μεγάλη περιοδεία, την ομάδα που έμαθε να συνυπάρχει για μήνες και τη συνεργασία που, σχεδόν σε κάθε συζήτηση, οδηγεί στον σκηνοθέτη Κώστα Τσιάνο.

Αργότερα, βλέποντάς τους στη σκηνή, αναγνωρίζω όλα όσα έχω εισπράξει από τις συζητήσεις μας. Τη συναισθηματική χροιά των λέξεών τους, το πάθος, την όρεξη, τον θαυμασμό για το έργο και το μέγεθός του. Όλα είναι εκεί, μέσα στις λέξεις του Λόρκα. Και είναι εκεί μέχρι την τελευταία σκηνή, την πλέον καθηλωτική, όταν η Μάνα, έχοντας πια χάσει και τον τελευταίο της γιο, λέει λόγια που με συγκινούν βαθιά: «Μούσκεψα τα χέρια μου μες το αίμα του και τα ’γλειφα με τη γλώσσα μου. Γιατί ήτανε και δικό μου αίμα. Εσύ δεν ξέρεις τ’ είν’ αυτό. Μα ’γω, της γης που το ρούφηξε τέτοιο αίμα, σε δισκοπότηρο θα την έβανα από τοπάζια και κρούσταλλα».

Ο «Ματωμένος Γάμος» σε σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου είναι μια αριστουργηματική παράσταση, που καταφέρνει να συγκινεί μέσα από το λυρικό κείμενο του Λόρκα, σχεδόν έναν αιώνα μετά τη συγγραφή του, χωρίς να χάνει τίποτα από την ένταση και την αλήθεια του. Οι εξαιρετικές ερμηνείες μιας ομάδας που λειτουργεί πραγματικά ως σύνολο, τα σκηνικά και τα κοστούμια, η μουσική του Διονύση Τσακνή, απόλυτα εναρμονισμένη με τον κόσμο της παράστασης, συνθέτουν ένα αποτέλεσμα με δύναμη, μέτρο και σπάνια συνοχή.

Στη σκηνοθεσία του ο κόσμος του Λόρκα δεν είναι ούτε μακρινός ούτε ξένος. Ο έρωτας και η απώλεια, το καθήκον και η επιθυμία, η οικογένεια, η τιμή, η εκδίκηση και όλα όσα οι άνθρωποι κουβαλούν από το παρελθόν τους αποκτούν στη σκηνή κάτι οικείο. Η μεταφορά στην ελληνική ύπαιθρο, τα κοστούμια, το σκηνικό αναδεικνύουν ακόμη περισσότερο τη συγγένεια του έργου με την τραγωδία. Ο Αστέρης Κρικώνης, που υποδύεται τον ρόλο του γαμπρού, συνοψίζει, νομίζω, με τον καλύτερο τρόπο τον κόσμο του Λόρκα: «Όλοι έχουν δίκιο και όλοι έχουν άδικο».

Τα πρόσωπα του Λόρκα

Γιατί στον κόσμο του «Ματωμένου Γάμου» δεν υπάρχουν αθώοι και ένοχοι με την απόλυτη έννοια. Υπάρχουν άνθρωποι παγιδευμένοι ανάμεσα σε όσα επιθυμούν και σε όσα τους επιβάλλουν η οικογένεια, η κοινωνία, η τιμή και παρελθόν που κουβαλούν μαζί τους, αδύνατο να αφήσουν πίσω τους.

Ο Πατέρας, όπως τον διαβάζει ο Νίκος Αρβανίτης, είναι «ένας τυπικός εκπρόσωπος της πατριαρχίας». Βλέπει στον επικείμενο γάμο της κόρης του όχι μόνο μια οικογενειακή ένωση αλλά και μια οικονομική συμφωνία. «Στην ουσία είναι ένας άνθρωπος που θέλει να παντρέψει την κόρη του και να κάνει ένα μεγάλο ντιλ οικονομικού χαρακτήρα», λέει. Και ο κόσμος που περιγράφει ο Λόρκα μπορεί να ανήκει σε μια άλλη εποχή, όχι όμως και εντελώς: «Έτσι ήταν η νοοτροπία και ακόμα είναι. Απλώς τώρα είναι σε πολλά επίπεδα καλυμμένη. Ακόμα και σήμερα πολλοί γάμοι γίνονται ως μια συναλλαγή».

Απέναντί του βρίσκεται η Μάνα, ένα πρόσωπο που μοιάζει να έχει ταυτιστεί με την απώλεια. «Είναι μια μάνα που χάνει τον άντρα της, τον έναν γιο της και μετά χάνει και τον άλλο από βεντέτα με την ίδια οικογένεια. Είναι ένα ακραία τραγικό πρόσωπο. Χάνει την οικογένειά της», λέει η Ντίνα Αβαγιανού.

Η σχέση της ίδιας με τον ρόλο, όμως, ξεκινά πολύ πριν από αυτή την παράσταση. Το 1987, στα 24 της, έπαιζε τη Νύφη στον «Ματωμένο Γάμο» στο Θέατρο Στοά, σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου. «Έπιανα τον εαυτό μου να μελετάει τη Μάνα. Έκλεβα λίγο τη Μάνα. Με γοήτευε πολύ από τότε που ήμουν κοριτσάκι». Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες αργότερα ήρθε η στιγμή να την υποδυθεί: «Και τώρα μου την έκανε δώρο ο Τσιάνος. Δεν τα φέρνει η ζωή, τα φέρνει ο Τσιάνος».

Νίκη Παλληκαράκη

Στον κόσμο του Λόρκα υπάρχει όμως και μια άλλη μορφή μητρότητας. Η Βάγια της Νίκης Παλληκαράκη είναι η γυναίκα που έχει ουσιαστικά μεγαλώσει τη Νύφη. «Είναι η μάνα της, με όλη την αγάπη και το νοιάξιμο, χωρίς όμως την αυστηρότητα της Μάνας του Γαμπρού, που είναι μια βαθιά πατριαρχική γυναίκα και υπερασπίζεται την πατριαρχία». Γνωρίζει τον παλιό έρωτα της Νύφης για τον Λεονάρντο και προσπαθεί να κατανοήσει. «Τη ρωτά: “Τον αγαπάς αυτόν που παντρεύεσαι;”. Υπάρχει το ένστικτο της μάνας, παρόλο που δεν είναι η μάνα της».

Ντίνα Αβαγιανού
Προθέρμανση λίγο πριν από την παράσταση
Προθέρμανση λίγο πριν από την παράσταση

Και έχουμε και τη Νύφη, το πρόσωπο στο οποίο η σύγκρουση ανάμεσα στο «πρέπει» και στο «θέλω» γίνεται εκρηκτική. Για την Τζένη Καζάκου «υπάρχει μια μεγάλη σύγκρουση μέσα της, ανάμεσα στο καθήκον και στην επιθυμία της». Η ζωή που οφείλει να ακολουθήσει μοιάζει ήδη αποφασισμένη από την κοινωνία και την οικογένειά της, μέχρι τη στιγμή που εκείνη επιλέγει να την ανατρέψει: «Παίρνει μια πολύ μεγάλη απόφαση: να ακολουθήσει την καρδιά της, με όποιο κόστος».

Αυτό είναι και το στοιχείο που κάνει την Καζάκου να αγαπά ιδιαίτερα την ηρωίδα της. «Εκεί που ταυτίζομαι και που αγάπησα αυτή τη γυναίκα είναι στο ότι τα άφησε όλα πίσω και είπε “θα κάνω αυτό που θέλω”. Αυτό είναι σπουδαίο για μένα προσωπικά».

Απέναντί της, ο Λεονάρντο του Άγγελου Ανδριόπουλου βρίσκεται ήδη εγκλωβισμένος στις επιλογές του. «Αυτό που ζει ο Λεονάρντο είναι κάτι ανολοκλήρωτο, ανεκπλήρωτο. Ποθεί κάτι άλλο, ενώ έχει δεσμευτεί για το υπόλοιπο της ζωής του με κάτι άλλο». Έχει οικογένεια, παιδιά, μια ζωή που έχει ήδη πάρει τον δρόμο της. Η προοπτική να χάσει οριστικά εκείνο που πραγματικά επιθυμεί είναι αυτή που, όπως λέει ο Ανδριόπουλος, «τον ωθεί στα άκρα».

Και ο Γαμπρός; Ο Αστέρης Κρικώνης τον βλέπει ως εκείνον που, στην αρχή τουλάχιστον, προσπαθεί να κάνει ακριβώς το αντίθετο: να ξεφύγει από όσα έχουν προηγηθεί. «Ο Γαμπρός είναι αγνός. Προσπαθεί να ξεκολλήσει και τη μητέρα του από όλο αυτόν τον θρήνο, από όλη αυτή την κατάσταση στην οποία έχει παραδοθεί, και να της πει “μην τα σκέφτεσαι αυτά, πάμε παρακάτω”».

Μόνο που το παρελθόν από το οποίο προσπαθεί να απομακρυνθεί θα επιστρέψει για να τον παρασύρει. Ο Γαμπρός φεύγει για να βρει τη Νύφη και τον Λεονάρντο και η οικογενειακή τιμή συναντά πλέον τη δική του πληγή. «Εκείνη τη στιγμή αλλάζει το θέλω σου», λέει ο Κρικώνης. «Είναι αυτό που λέμε εν βρασμώ». Τελικά, καθένας από αυτούς τους ανθρώπους «καίγεται» για κάτι διαφορετικό. Ο Κρικώνης βρίσκει γι’ αυτό μια απολύτως λαρισαϊκή εικόνα: «Ο κάθε χαρακτήρας καίγεται για τον δικό του σκοπό. Είναι πολλές φωτιές διαφορετικές που σε μία νύχτα ενώνονται και γίνονται αυτό που λέμε μπουμπούνα στη Λάρισα».

Και μέσα σε αυτή τη νύχτα, όταν οι ανθρώπινες επιλογές έχουν πια οδηγήσει τα πράγματα εκεί όπου δεν υπάρχει επιστροφή, εμφανίζονται το Φεγγάρι και ο Θάνατος.

Από τον Λόρκα στην αρχαία τραγωδία

«Το Φεγγάρι συμπυκνώνει όλη την ποιητικότητα του έργου, όλο τον λυρισμό, όλη την υπαρξιακή αγωνία του Λόρκα», θα μου πει ο Δημήτρης Όντος, που αναλαμβάνει έναν από τους πιο ιδιαίτερους ρόλους του «Ματωμένου Γάμου». Η εμφάνισή του στην τρίτη πράξη μάς φέρνει απέναντι στο μεταφυσικό. Ο κόσμος που μέχρι εκείνη τη στιγμή αναγνωρίζουμε ως πραγματικό -ο γάμος, οι οικογένειες, οι κοινωνικοί κανόνες, η σύγκρουση- παραχωρεί τη θέση του σε έναν ποιητικό και μεταφυσικό τόπο. «Μέχρι εκείνη την ώρα βλέπουμε να εκτυλίσσεται κάτι σε ρεαλιστικό επίπεδο στη σκηνή και ξαφνικά περνάμε σε ένα πιο υπερρεαλιστικό επίπεδο», εξηγεί ο Όντος. Εκεί, το Φεγγάρι και ο Θάνατος, με τη μορφή της Ζητιάνας, «έρχονται να δρομολογήσουν τις εξελίξεις του έργου».

Τον Θάνατο υποδύεται η Αγγελική Λεμονή, η οποία εμφανίζεται ακόμη ως Γειτόνισσα και ως Πεθερά του Λεονάρντο. Στη σκηνοθετική ανάγνωση του Τσιάνου, η ίδια αναγνωρίζει κάτι από τον Θάνατο να διατρέχει και τα τρία πρόσωπα. Και θεωρεί αυτή την επιλογή χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο ο Τσιάνος εξακολουθεί να πειραματίζεται σκηνικά: «Μπορεί να είναι ένας μεγάλος πια σκηνοθέτης, και σε ηλικία αλλά και σαν ιστορία, όμως υπάρχει ο δικός του πειραματισμός. Ίσως με διαφορετικό τρόπο, με έναν τρόπο που φτάνει και στον κόσμο».

Τα κοστούμια του Γιώργου Ζιάκα

Εδώ ο Θάνατος δεν εμφανίζεται μόνο στη μεταφυσική μορφή της Ζητιάνας. Περνά και μέσα από τη Γειτόνισσα και την Πεθερά, μέσα από τις καθημερινές ανθρώπινες σχέσεις. «Πολλές φορές οι διπλανοί μας άνθρωποι, στην κακοτυχία μας, στη δυσκολία μας, αντί να είναι συνοδοιπόροι ή να έχουν συμπόνια, έχουν μια κακία, μια ζήλια, έναν φθόνο», λέει. «Για ποιο λόγο μια γειτόνισσα να φέρει αυτό το μυστήριο κακό;». Η σύνδεση με το αρχαίο δράμα είναι αναπόφευκτη. «Το Φεγγάρι εμφανίζεται σε ένα κομβικό σημείο, σχεδόν όπως εμφανίζονται οι θεοί στις αρχαίες τραγωδίες», λέει ο Όντος.

Αυτή η συγγένεια βρίσκεται στον πυρήνα της σκηνοθετικής ανάγνωσης του Κώστα Τσιάνου, που προσεγγίζει τον «Ματωμένο Γάμο» ως μια σύγχρονη τραγωδία και μεταφέρει τη δράση από την ισπανική στην ελληνική ύπαιθρο. Μια επιλογή συνειδητή, για να αναδείξει τους κώδικες, το μέγεθος και τη μοιραία πορεία των προσώπων της αρχαίας τραγωδίας στο έργο του Λόρκα. Η Ντίνα Αβαγιανού εντοπίζει αυτή τη συγγένεια και στη δομή του έργου: «Είναι γραμμένο με τα στοιχεία της αρχαίας τραγωδίας. Έχουμε επεισόδια, έχουμε χορικά, υπάρχει πολύ ανεπτυγμένο το μέλος». Και ύστερα είναι οι ίδιοι οι ήρωες. «Όλοι ζουν στην κόψη του ξυραφιού», λέει. Άνθρωποι που φτάνουν στα άκρα, ακόμη κι όταν γνωρίζουν πού μπορεί να τους οδηγήσουν οι επιλογές τους.

Για τη Νίκη Παλληκαράκη, το τραγικό βρίσκεται και στο μέγεθος των ίδιων των συναισθημάτων: «Αυτό που χαρακτηρίζει τις τραγωδίες μας, αλλά και τα κείμενα που φτάνουν στο επίπεδο της τραγωδίας, είναι ότι αγγίζουν ανθρώπινες συμπεριφορές και συναισθήματα που είναι μεγάλα, πανανθρώπινα. Εδώ είναι ο έρωτας στο μεγαλείο του, η προδοσία στον μέγιστο βαθμό, το έγκλημα, ο θάνατος, η λύτρωση, η συγγνώμη».

Ο «ενορχηστρωτής» Κώστας Τσιάνος

Όλοι έχουν κάτι διαφορετικό να πουν για τον Κώστα Τσιάνο, κάποιοι έχοντας διανύσει μαζί του δεκαετίες στο θέατρο, άλλοι συναντώντας τον πολύ αργότερα.

«Είναι ένας πολύ ουσιαστικός θεατράνθρωπος. Αγαπάει τον ηθοποιό, διαβάζει τα έργα χωρίς να θέλει να τους επιβληθεί. Προσπαθεί να βρει την καρδιά του κάθε συγγραφέα», θα μοιραστεί ο Νίκος Αρβανίτης, που συνδέεται μαζί του ήδη από τα χρόνια της «Ηλέκτρας» στο Θεσσαλικό Θέατρο.

Η Ντίνα Αβαγιανού, επίσης συνοδοιπόρος του από τα χρόνια της «Ηλέκτρας», περιγράφει έναν σκηνοθέτη που οργανώνει με ακρίβεια τον κόσμο της παράστασης, αλλά γνωρίζει και πότε πρέπει να αφήσει χώρο στους ανθρώπους του. «Φροντίζει, στήνει το έργο, το οργανώνει και μετά έχουμε πολύ χρόνο να κάνουμε τις προσωπικές μας πρόβες, με την ψυχούλα μας, με τα σώματά μας και με την επικοινωνία μας».

Για την Τζένη Καζάκου, η εμπειρία έχει μια διαφορετική αφετηρία: την εμπιστοσύνη. «Έμαθα πάρα πολλά πράγματα από εκείνον και παραδόθηκα ολόκληρη στη διαδικασία. Υπήρχε πάρα πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη».

Ο Δημήτρης Όντος έχει ήδη συνεργαστεί τέσσερις φορές με τον Τσιάνο μέσα στην τελευταία δεκαετία. Μιλώντας για εκείνον, δύο λέξεις κρατάω από την κουβέντα μας: μέγεθος και μέτρο. «Με μύησε σωστά στους θεατρικούς κώδικες και κυρίως στο να μη φοβάμαι το μέγεθος στα πράγματα και να αγγίζω επίπεδα και ποιότητες με τρόπο που να εμπεριέχεται το μέτρο. Η καθαρότητα του λόγου αλλά και η συναισθηματική ένταση σε αρμονία».

Η Νίκη Παλληκαράκη θυμάται μια στιγμή από τη συνεργασία με τον Διονύση Τσακνή, όταν οι ηθοποιοί τού μιλούσαν με ενθουσιασμό για τα τραγούδια της παράστασης. Εκείνος, όπως διηγείται, τους απάντησε πως μέσα από τη συνεργασία με τον Τσιάνο και τον τρόπο με τον οποίο του περιέγραφε τι αναζητούσε, «τις νότες τις είχα στα αυτιά μου και πήγαινα σπίτι και έγραφα το τραγούδι».

Η Αγγελική Λεμονή το περιγράφει με μια πολύ απλή εικόνα. Μια παράσταση είναι σαν ένας ζωγραφικός πίνακας: «Δεν μπορείς να πεις ότι αυτό έχει λιγότερη αξία από εκείνο, γιατί έτσι στήνεται όλη η σύνθεση». Και συνεχίζει: «Το θέατρο τι είναι; Μια συλλογική δουλειά».

«Είμαστε ο ένας για τον άλλο επί σκηνής», λέει ο Δημήτρης Όντος. «Είμαστε άνθρωποι διαφορετικών γενεών, διαφορετικών σχολών, διαφορετικής εμπειρίας, που όμως έχουμε σκύψει με μεγάλη έγνοια και φροντίδα ο ένας στον άλλον για το καλό αυτής της παράστασης». Και τελικά βρίσκει την πιο ταιριαστή μεταφορά για την παράσταση που λέγεται «Ματωμένος Γάμος»: «Σε επίπεδο συνεργασίας είναι μια ευτυχής σύζευξη». Και επιστρέφει ξανά στον «μαέστρο», όπως αποκαλεί τον Τσιάνο: «Μέσα στις πολλές αρετές που έχει ως σκηνοθέτης, έχει και αυτή: να φτιάχνει ωραίες παρέες, με ισορροπία και με σεβασμό ο ένας προς τον άλλον».

50 χρόνια Θεσσαλικό Θέατρο – Μια ξεχωριστή επέτειος

50 Χρόνια Θεσσαλικό Θέατρο

Ο «Ματωμένος Γάμος» έχει φέτος και μια ξεχωριστή θέση στην ιστορία του Θεσσαλικού Θεάτρου, που συμπληρώνει 50 χρόνια ζωής. Ανάμεσα στους ανθρώπους που βρίσκονται σήμερα στη σκηνή του υπάρχουν κάποιοι που κουβαλούν ένα κομμάτι αυτής της διαδρομής.

Η Ντίνα Αβαγιανού ξανά εδώ, σχεδόν σαράντα χρόνια πίσω, στην «Ηλέκτρα» του Κώστα Τσιάνου και στα πέντε χρόνια που πέρασε τότε στο Θεσσαλικό Θέατρο. Ο Νίκος Αρβανίτης συνδέει επίσης τη δική του σχέση με τον Τσιάνο με εκείνη την παράσταση. Για τους δύο ηθοποιούς, επομένως, ο φετινός «Ματωμένος Γάμος» δεν είναι μόνο μια ακόμη συνεργασία, αλλά και μια επιστροφή σε μια θεατρική ιστορία της οποίας υπήρξαν μέρος.

Η Νίκη Παλληκαράκη πηγαίνει ακόμη πιο πίσω, στους ανθρώπους που ταυτίστηκαν με τα πρώτα χρόνια του Θεσσαλικού. Μιλώντας για τον Κώστα Τσιάνο, την Άννα Βαγενά και τον Γιώργο Ζιάκα, λέει: «Είναι το Θεσσαλικό. Είναι οι πρωτεργάτες».

Για τον Δημήτρη Όντο, αντίθετα, η ιστορία του Θεσσαλικού ξεκινά από την άλλη πλευρά της σκηνής. Ως παιδί που μεγάλωσε στη Λάρισα. «Για τους ανθρώπους, ειδικά για τους ηθοποιούς που είμαστε από Λάρισα και έχουμε μεγαλώσει με αυτό το θέατρο, κάθε φορά που μας καλεί το Θεσσαλικό ως επαγγελματίες να στελεχώσουμε κάποια παραγωγή του, είναι σαν να σε φωνάζει η μάνα σου και ο πατέρας σου να σου κάνουν το τραπέζι». Αυτή είναι και η σημασία ενός περιφερειακού θεάτρου: να υπάρχει για χρόνια στην καθημερινότητα μιας πόλης, μέχρι κάποια από τα παιδιά που κάποτε βρίσκονταν στο κοινό να επιστρέψουν ως επαγγελματίες στη σκηνή του. Για εκείνον, αυτή η σχέση συνδέεται άμεσα και με την ανάγκη για θεατρική αποκέντρωση. Μεγαλώνοντας στην περιφέρεια, θυμάται τον εαυτό του να αναζητά ερεθίσματα που δεν ήταν πάντοτε διαθέσιμα. «Σκεφτόμουν τον εαυτό μου όταν ήμουν παιδί και αναζητούσα αυτές τις καλλιτεχνικές και πνευματικές διεξόδους και δεν τις έβρισκα».

Στην περιφέρεια και όχι στην επαρχία, θα υπογραμμίσει και ο Ορέστης Τάτσης, καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεσσαλικού Θεάτρου τα τελευταία δύο χρόνια. Το ζητούμενο, όπως λέει, είναι «να δείξουμε πως μπορεί να ζήσει κάποιος εκτός Αθηνών, εκτός των μεγάλων κέντρων και να είναι δημιουργικός, να έχει νέες προσλαμβάνουσες, να είναι σε ανοιχτό διάλογο με την κοινωνία, με τους ανθρώπους».

Και όταν τον ρωτώ τι είναι τελικά αυτό που κρατά ζωντανό ένα θέατρο για πενήντα χρόνια, η απάντησή του έρχεται αμέσως: «Είναι οι άνθρωποί του. Από εκεί ξεκινάει». Οι εργαζόμενοι, οι τεχνικοί, οι ηθοποιοί, «οι άνθρωποι που θα το προσέχουν, θα το φροντίζουν, θα το αγαπούν». Και βέβαια το κοινό: τους ανθρώπους της Λάρισας που, όπως σημειώνει, στηρίζουν σταθερά το Θεσσαλικό Θέατρο σε όλη αυτή τη διαδρομή. Ο Τάτσης συνοψίζει τη λογική ενός περιφερειακού θεάτρου αντιστρέφοντας ένα γνωστό σύνθημα: «Σκεφτόμαστε τοπικά και δρούμε παγκόσμια». Οι παραστάσεις γεννιούνται στη Λάρισα για να ταξιδέψουν έξω από τα όριά της.  Αυτό δηλαδή που συνέβη φέτος με τον «Ματωμένο Γάμο».

Πριν φύγω, ζητώ από τον Αστέρη Κρικώνη, μιας και είναι ο Γαμπρός, να κάνει εκείνος την τελευταία πρόσκληση σε αυτόν τον «Ματωμένο Γάμο». Γιατί να έρθει κανείς; «Για να δει αυτό που κρύβει η κάθε ψυχή του ανθρώπου πάνω στη σκηνή».

Info παράστασης:

Ματωμένος Γάμος από το Θεσσαλικό Θέατρο 
Επόμενες παραστάσεις
:
Τετάρτη 9/9 – Δημοτικό Αμφιθέατρο Θανάσης Βέγγος – Κορυδαλλός
Παρασκευή 11/9 – Δημοτικό θέατρο Ηλιούπολης «Δημήτρης Κιντής» – Ηλιούπολη
Κυριακή 13/9 – Θέατρο Πέτρας – Πετρούπολη, Δημοτικό Αμφιθέατρο Θανάσης Βέγγος – Κορυδαλλός, Αττική
Ώρα: 21:00

Προπώληση: more