O Nτίγκερ ξυπνάει στην τεράστια κρεβατοκάμαρά του, που κινηματογραφείται σαν να βρισκόμαστε στο παλάτι της «Ευνοούμενης» και στα αρχοντικά του «Μπάρι Λίντον». Οι κουρτίνες ανοίγουν, και έξω από το παράθυρο, που είναι σαν κορνίζα, η θέα στους μεγάλους κήπους είναι σαν πίνακας ζωγραφικής. Κοιμάται μαζί με τη Μάγκι, την τριανταοκτάχρονη γάτα του. Έχουν πάνω από 30 χρόνια που κοιμούνται μαζί. Προσπαθεί να την ταΐσει, εκείνη όμως δεν τρώει. Δεν μοιάζει και πολύ καλά στην όψη είναι η αλήθεια. Την έχει κρατήσει με το ζόρι στη ζωή, αλλά υπάρχει ένα όριο στο τι μπορούν να αγοράσουν τα λεφτά. Έχει να αντιμετωπίσει την κρίση της υγείας της και ταυτόχρονα προειδοποιήσεις για πιθανή περιβαλλοντική κρίση στη Γροιλανδία, εκεί που μια από τις εταιρίες του έχει στήσει πλατφόρμες εξόρυξης πετρελαίου. Για να κατορθώσει να κάνει εξορύξεις εκεί, έπρεπε αφενός να ξεπεράσει χίλια – μύρια εμπόδια, αφετέρου να έχει έναν υπερπρόθυμο Πρόεδρο των ΗΠΑ να τον βοηθήσει με μυστικές συμφωνίες. Νομικά έχει τη δυνατότητα εξόρυξης μόνο για μερικούς μήνες ακόμα, οπότε  δεν υπάρχει κανένα περιθώριο να αναστείλει ή να σταματήσει τίποτα. Η επένδυση είναι γιγαντιαία, η καθημερινή παραγωγή βαρελιών γιγαντιαία, το κέρδος γιγαντιαίο, η πιθανή ζημιά αν μπει ένα στοπ, ή έστω ένα pause, επίσης γιγαντιαία. 

Βασικά τις τελευταίες εβδομάδες του έστελναν ένα σωρό μέιλ για το πώς μεγάλωνε το ρήγμα στο πάγο, εκείνος όμως δεν ασχολιόταν καν, δεν τα άνοιγε καν. Η έκρηξη από το μεθάνιο θα γίνει, οι άνθρωποι στην πλατφόρμα του θα σκοτωθούν, θα αποζημιώσει φυσικά γενναιόδωρα τις οικογένειές του (το τονίζει χωρίς περιστροφές), αλλά μια παγοκρηπίδα (ένας γιγαντιαίας έκτασης παγόβουνο δηλαδή), που βαφτίζεται Τζούντι, έχει αποκολληθεί. Όλα πια εξαρτώνται από τον καιρό και τα υπόγεια ρεύματα: είτε η Τζούντι θα στρίψει προς τον Ατλαντικό και το κακό θα μείνει εκεί, είτε θα τραβήξει προς τις ακτές της ηπειρωτικής Ευρώπης και τότε θα έχουμε τσουνάμι κι ένα σωρό άλλες ανυπολόγιστες  καταστροφές. Η Τζούντι γεννήθηκε και η Μάγκι κινδυνεύει να πεθάνει. Ίσως αν η Μάγκι ήταν καλά η Τζούντι να μην είχε γεννηθεί. 

Ο Ντίγκερ το δηλώνει ξεκάθαρα: δεν είχε ποτέ κάτι εναντίον των πολικών αρκούδων. Απ’ την άλλη, εξίσου ξεκάθαρα, δηλώνει ότι δεν δίνει δεκάρα για τις πολικές αρκούδες, ακριβώς όπως δεν δίνουν κι εκείνες για τον ίδιο. Τέτοιου είδους άνθρωποι προτιμούν ασυζητητί να μην συμβεί κάτι κακό. Κακό για τη δουλειά τους είναι στο κάτω – κάτω ή στο πάνω – πάνω, όσο κι αν έχουν πάντα εναλλακτικά πλάνα στο τραπέζι, με εταιρείες που ασχολούνται με καθαρές πηγές ενέργειας. Το προτιμούν και το απεύχονται. Άλλοτε απεύχονται, άλλοτε εύχονται, άλλοτε προσεύχονται. Τζογάρουν. Παίζουν με τις πιθανότητες. Ποιος τους απένειμε το δικαίωμα να τζογάρουν με τη ζωή αρκούδων, ανθρώπων και του πλανήτη; Πρώτον, μόνοι τους το απένειμαν στον εαυτό τους. Και δεύτερον κι ακόμη σημαντικότερο, δεν τους το αφαίρεσε ποτέ κανείς. Ούτε το σύστημα ούτε οι υπόλοιποι άνθρωποι. Είναι οι εκλεκτοί. Η φύση επιλέγει τους νικητές, τους ισχυρότερους, θα ισχυριστεί ο Ντίγκερ. Και αν διαβάσει κανείς την ομιλία του Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μαρκ Ρούμπιο, στην Πνύκα, θα δει ότι δεν λέει τελικά κάτι διαφορετικό, στο ίδιο ιδανικό της νίκης και της ισχύος αναφέρεται.  

Την οικογένεια του Ντίγκερ Ρόκγουελ την επέλεξε η ίδια η μητέρα γη, η ίδια η φύση. Επέλεξε τον παππού του και τον αδελφό του παππού του, ως τους πρώτους επιβήτορές της. Έσκαψαν, έσκαψαν, έσκαψαν, μέχρι να βρουν πετρέλαιο. Βρήκαν. Οι συνθήκες ήταν πολύ δύσκολες, ένας τους χρειάστηκε να πληρώσει το τίμημα με την ίδια του τη ζωή. Από εδώ και πέρα όλα τα επόμενα τιμήματα θα τα πλήρωναν άλλοι. Ή – ουπς- τελικά σε βάθος χρόνου και όλοι, αν υποθέσουμε ότι ακόμα η γη είναι πλανήτης στον οποίο ζούμε και ότι η φύση δεν είναι ένα ντεκόρ που βλέπουμε έξω από το παράθυρό μας, αλλά το περιβάλλον το οποίο είτε θα μας επιτρέψει να ζήσουμε είτε θα μας σκοτώσει. 

Σε αντίθεση λοιπόν με άλλα είδη κινηματογραφικών και πραγματικών τεράτων, ο ανθρωπότυπος του Ντίγκερ δεν επιδιώκει το κακό κανενός. Το κάνει όμως -και πρόκειται για οικουμενικού μεγέθους κακό- αποδεχόμενος το ενδεχόμενο να συμβεί. «Όχι μόνο αφήσατε τον φούρνο ανοιχτό με τα παιδιά να κοιμούνται μέσα, αλλά τα νανουρίζατε μην τυχόν και δεν κοιμηθούν». Το φαινόμενο του θερμοκηπίου, η υπερθέρμανση του πλανήτη, η κλιματική κρίση, μπλα μπλα μπλα. Κάπου διάβασα ότι, εντάξει, τα ξέρουμε αυτά, τα έχουμε ξανακούσει. Πράγματι, τα έχουμε ξανακούσει. Ακόμη και με την πιο πρόσφατη εξέλιξή τους, όπως στο εξαιρετικό ντοκιμαντέρ “Mankind’s Folly” του Γιώργου Αυγερόπουλου, που αναφέρεται ακριβώς στο ίδιο θέμα με την ταινία του Ινιάριτου: το λιώσιμο του permafrost, του επί χιλιετηρίδες παγωμένου εδάφους, κι όμως ταυτόχρονα, αντί για περιορισμό, έχουμε αλματώδη επέκταση των εξορύξεων ορυκτών καυσίμων στην Αρκτική. Επόμενες γενιές στο μέλλον μπορεί να λένε ότι οι δικές μας γενιές όχι μόνο άφηναν να συμβαίνουν όλα αυτά, αλλά είχαν κουραστεί και να τα ακούνε, δυσφορώντας όταν τους τα επαναλάμβαναν. 

Ίσως όμως έχουμε ακούσει λιγότερο και έχουμε έρθει λιγότερο αντιμέτωποι με το εξής: με το γύρισμα της εικόνας από τον Ντίγκερ στους πολλούς και στους εκλεγμένους εκπροσώπους των πολλών. Δεν δρουν σε κενό αέρος οι ολιγάρχες και οι πετρελαιάδες. Δεν κάνουν κάτι ενάντια στη θέλησή μας. Όχι ακριβώς τουλάχιστον. Κι όσο εν πάση περιπτώσει η θέλησή μας μπορεί να σχηματίζεται με βάση μια ακριβή εικόνα των δεδομένων κι όσο αυτή η εικόνα δεν διαστρεβλώνεται μέσω «τειχών πληροφοριών». Κάτι παίρνουμε, κάτι ανταλλάσσουμε καταστρέφοντας τη φύση, κάτι κερδίζουμε. Είναι ο τρόπος που επιλέγουμε να ζούμε τις μη βιώσιμες ζωές μας. Επιλέγουμε, στον βαθμό που τον επιλέγουμε, τον μη βιώσιμο τρόπο ζωής. Όσο κρατήσει. Όχι μόνο η φύση, αλλά και η ανθρωπότητα επέλεξαν και επιλέγουν τους επιβήτορες. Ένας πολιτισμός που στοχεύει στο τώρα. Στο μέρα με τη μέρα. Ένας συνδυασμός χαύνωσης, αποδοχής, ευχής, αδυναμίας, φόβου, επιλογής, απροθυμίας να πληρώσουμε το κόστος που θα συνεπαγόταν η απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, απροθυμίας να σκεφτούμε καν την εκδοχή οποιουδήποτε άλλου οικονομικού συστήματος, μοντέλου ανάπτυξης και τρόπου ζωής. 

«Σας τα έλεγαν οι επιστήμονες από τη δεκαετία του ’70, μισό αιώνα μετά δεν είναι πια προειδοποιήσεις, το νιώθετε στο πετσί σας, το βλέπετε στην ατμόσφαιρα, το κλίμα έχει αλλάξει». Είμαστε γενιές συνένοχες. Γενιές που -έστω και με όλη την πλύση εγκεφάλου- επέλεξαν τον καταναλωτισμό του κάθε μέρα. Αν όμως οι περισσότεροι προσπαθούν να βγάλουν τη βδομάδα, πού να κοιτάξουν πιο πέρα; Και με τι τίμημα; Και ποιος θα το πλήρωνε και πώς θα κατανεμόταν; Και ποιο πολιτικό, υπαρξιακό, συνολικό νόημα θα ερχόταν να μας γεμίσει αν ενεργειακά μέναμε μετέωροι και έπρεπε να μάθουμε να ζούμε διαφορετικά; 

Θεμελιώδες συστατικό του «Ντίγκερ» είναι τα μυστικά του και τα οποία προφανώς δεν μπορούμε να αποκαλύψουμε. Μυστικά που τουλάχιστον δύο φορές (ενδεχομένως και τρεις, αν προσθέσουμε τη σεκάνς του φινάλε), έρχονται και μας βάζουν τρικλοποδιά, δίνοντας εντελώς νέα διάσταση σε όσα βλέπαμε ως εκείνη την ώρα. H ταινία έχει πατώσει εμπορικά στο άνοιγμά της και έχει φάει ξύλο από τους ξένους κριτικούς. Και όχι απαραίτητα για τους ίδιους λόγους. Ως προς τη μη προσέλευση του κοινού, μπορεί κανείς μόνο να εικάσει: ποιος θέλει να δει τον Τομ Κρουζ κάτω από στρώματα μακιγιάζ στο πρόσωπό του και με πλαδαρό σώμα, προκειμένου να υποδυθεί έναν ήρωα στην κανονική του ηλικία; Ο Τομ τη νίκησε την ηλικία του πολύ καλύτερα από κάθε 38χρονη γάτα.

Επίσης συνολικά η ταινία δεν ψήνει τον υποψήφιο θεατή, ως όχι αρκετά ελκυστική, όχι με τον τρόπο που θα περίμενε κανείς, έστω και για ταινία που φλερτάρει με τη δυστοπία. Είναι κάτι μπάσταρδο. Δεν είναι καθαρόαιμη σάτιρα, δεν είναι καθαρόαιμο δράμα, το αίμα της είναι μεταμοντέρνο και υπερφιλόδοξο. Όχι μόνο θέλει να μιλήσει για την καταστροφή του πλανήτη, αλλά ταυτόχρονα είναι μια ταινία που συνομιλεί ευθέως με τον ίδιο της τον εαυτό. Και ταινίες που έχουν τόση σκέψη από πίσω τους, τόσα επίπεδα, τόσο εγκεφαλικότητα και τόση έλλειψη δημιουργικής σεμνοτυφίας (σκέφτομαι πρόχειρα το «Συνεκδοχή, Νέα Υόρκη» του Τσάρλι Κάουφμαν και «Ο Μπο Φοβάται» του Άρι Άστερ), ό,τι κερδίζουν σε επίπεδο βάθους, το χάνουν ίσως σε επίπεδο συναισθηματικής και αφηγηματικής αμεσότητας, όντας καταδικασμένες να ζουν στο δικό τους sui generis χωρόχρονο. Ταινίες που το σκηνοθετικό χέρι δεν κρύβεται, που ένα «Κοιτάχτε τι κάνω» είναι παρόν, που τα ίδια τα υλικά της κατασκευής και της σύνθεσής τους είναι εμφανή, αποξενώνουν μάλλον με το καλημέρα μερίδα κριτικών, που θέλει εκείνη να ανακαλύπτει τι κάνουν και προτιμά η φιλοδοξία να μην δηλώνεται τόσο εμφανώς. 

Και τελικά; Τελικά εκτός από εικόνες βιωμένης, οικείας, πρόσφατης και εύκολα ανακλητής στο μυαλό δυστοπίας, υπάρχει και η εξής παραδοχή. Ποιος νομίζετε ότι έχασε; Ποιος νομίζετε ότι καταστράφηκε; Τα λεφτά εξακολουθούν να κινούν τον κόσμο. Τα λεφτά είναι εκείνα που μπορούν να δώσουν τη λύση και στα πιο δύσκολα προβλήματα. Και ο κόσμος να χαλάσει, τα λεφτά δεν θα αλλάξουν χέρια. Και ο κόσμος να χαλάσει, τα λεφτά θα ελέγχουν τις ιστορίες, τις αναπαραστάσεις, την επικοινωνία, την πολιτική, την τέχνη, τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε για τον κόσμο, τον τρόπο με τον οποίο καταλαβαίνουμε τον κόσμο.

Και τι θα γίνει άρα αν τελικά οι παραγωγοί χάσουν λεφτά από το «Ντίγκερ»; Ας χάσουν κι αυτοί κάτι. Όσο για τους κριτικούς της αλλοδαπής, γνώμη τους, τι είχαν – τι έχασαν, το πολύ πολύ αναθεωρούν μελλοντικά. Όσο για τον Ινιάριτου είναι χορτασμένος από Όσκαρ και με το “Βirdman” και με το “Revenant”. Ο Τομ Κρουζ πάλι όχι, οπότε είναι αρκετά δίκαιο να έρθει και η δική του ώρα, γιατί η ερμηνεία του είναι γενναία, με αποχρώσεις, ενώ στην τρομερή σκηνή που μιλάει στους Ευρωπαίους αξιωματούχους, δείχνει τι σημαίνει να είσαι μεγάλος σταρ, τι εσωτερική δύναμη κουβαλάς και εκπέμπεις, απ’ τη φωνή σου μέχρι το κορμί σου, τι συμβαίνει όταν ο σταρ συναντά τον ηθοποιό (που για να μην παρεξηγηθώ, φυσικά και δεν τον συνάντησε για πρώτη φορά στην καριέρα του). Θα πει κανείς τι σημασία έχουν τα βραβεία, αν λιώνουν οι πάγοι; Μα αυτό ακριβώς λέει ο Ντίγκερ και το «Ντίγκερ»: ότι μέχρι να λιώσουν τελείως, βραβεία θα βλέπουμε, περιεχόμενο θα καταναλώνουμε, αλλά κι όταν λιώσουν τελείως, πάλι θα βρούμε θεάματα να καταναλώσουμε. Όλα μπορούμε να τα φανταστούμε, αλλά να αλλάξουν χέρια τα λεφτά όχι: όπως έλεγε ο Μαρκ Φίσερ στον «Καπιταλιστικό Ρεαλισμό», μπορούμε να φανταστούμε πιο εύκολα το τέλος του κόσμου από το τέλος του καπιταλισμού.