Ο Μύθος του Ιεροεξεταστή είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα λογοτεχνικά αποσπάσματα όλων των εποχών. Τον συναντάμε στους Αδερφούς Καραμαζόφ και ουσιαστικά αποτελεί ένα όραμα που είχε δει ο Ιβάν Καραμαζόφ στον ύπνο του και το αφηγείται στον αδερφό του Αλιόσα. (Άξιο αναφοράς είναι ότι ο Ιβάν είναι ένας μηδενιστής διανοούμενος και ο Αλιόσα δόκιμος μοναχός).

Σύμφωνα με το όνειρο αυτό λοιπόν, ο Ιησούς επιστρέφει στη Σεβίλλη την περίοδο της Ιεράς Εξέτασης αλλά συλλαμβάνεται από τον Μέγα Ιεροεξεταστή της πόλης. Ο Ιεροεξεταστής επισκέπτεται τον Ιησού στο κελί του και του εξηγεί ότι η αιτία που έχει συλληφθεί είναι ότι πλέον αποτελεί εμπόδιο στο έργο της εκκλησίας. Ο βασικός λόγος είναι ότι όταν ο Ιησούς απέρριψε τους τρεις πειρασμούς του Σατανά στην έρημο, (μεταξύ των οποίων και το να κυβερνήσει ως βασιλιάς ολόκληρη την οικουμένη), έπραξε μεγάλο λάθος γιατί δεν κατανόησε επαρκώς την ανθρώπινη ψυχή. Η έμφαση του Ιησού στην ελευθερία να πιστέψει κάποιος από μόνος του, εξηγεί ο Ιεροεξεταστής, ανοίγει την κερκόπορτα στο χάος. Ο άνθρωπος δεν ξέρει τι να κάνει την ελευθερία, αυτή οδηγεί σε πλήρη κατάρρευση, στην αμοιβαία καταστροφή, στην αμφιβολία. Χρειάζεται μία ισχυρή κεντρική εξουσία που να καθοδηγεί τους ανθρώπους, γιατί αυτό είναι που πραγματικά χρειάζονται για να ευημερήσουν. Ο Ιησούς παρέμενε σιωπηλός όση ώρα μιλούσε ο Ιεροεξεταστής και μόλις τελείωσε, σηκώθηκε και τον φίλησε στα χείλη. Μόλις ο Ιβάν ολοκληρώνει την ιστορία του, ο Αλιόσα τον φιλάει σιωπηλά κι εκείνος στα χείλη και μετά του λέει ότι η ερμηνεία είναι απλή: ο Ιεροεξεταστής δεν πιστεύει στον Θεό.

Ο λόγος που αυτή η παραβολή είναι από τις πιο πολυσυζητημένες στην ιστορία των γραμμάτων είναι επειδή αγγίζει σε πολλαπλά επίπεδα θεμελιώδη ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Προσπερνάω το προφανές θεολογικό επίπεδο που δεν είναι της παρούσης και πηγαίνω κατευθείαν στον λόγο που ο Αλμπέρ Καμύ ανακήρυξε τον Ντοστογιέφσκι ως τον προφήτη του 20ού αιώνα: τις πολιτικές προεκτάσεις.

Ο Ντοστογιέφσκι προέβλεψε την αντικατάσταση της εκκλησίας από ένα αυταρχικό συγκεντρωτικό καθεστώς στα κομμουνιστικά (και όχι μόνο) καθεστώτα του 20ού αιώνα, διέβλεψε τις τεχνικές και τη μεθοδολογία που το πνευματικό κενό που άφησε η εκκλησία καλύφθηκε από την απάνθρωπη ασφυξία τρόμου μίας ιδεολογίας με χαρακτηριστικά αρκετά παρόμοια με εκείνα της οργανωμένης θρησκείας: παρόμοιο δογματισμό, ιεροτελεστίες (έχουν γραφτεί αρκετά σχετικά με τις ομοιότητες μεταξύ του μυστηρίου της εξομολόγησης και της διαδικασίας «αυτοκριτικής» στα μέλη του κόμματος που έχουν παρεκκλίνει από την κεντρική γραμμή), κεντρικές επιτροπές που έχουν αντικαταστήσει κονκλάβια και οικουμενικές συνόδους και πολλά άλλα.

Αυτό μας φέρνει τώρα στην αραβική άνοιξη και ιδιαίτερα στα πρόσφατα γεγονότα της Συρίας, όπου το αιμοδιψές καθεστώς του Ασάντ κατέρρευσε εκ των έσω, αναμφίβολα επειδή τα θεμέλιά του σάπιζαν αργά και σταθερά για χρόνια. Η δυτική κοινότητα εξέλαβε αυτές τις εξελίξεις με μεγάλη επιφύλαξη, και δικαιολογημένα. Τις προηγούμενες φορές που δικτατορικό καθεστώς μίας αραβικής χώρας ανατράπηκε, την περίοδο της αποκαλούμενης «αραβικής άνοιξης» δηλαδή, αυτό που ακολούθησε δεν ήταν η ειρηνική μετάβαση σε μια μορφή δημοκρατίας, αλλά στο απόλυτο χάος με τις χώρες είτε να πνίγονται στο αίμα ενός αέναου εμφυλίου, στον οποίο η εκάστοτε χώρα χωρίζεται σε φέουδα πολεμάρχων και τρομοκρατικών οργανώσεων, είτε στην επαναφορά εκ νέου κάποιας μορφής ολοκληρωτικού κρατικού ελέγχου.

Οι δυτικοί αρχικά καλωσόριζαν την ανατροπή αυτών των καθεστώτων προσβλέποντας στην αντικατάστασή τους από δυτικού τύπου δημοκρατίες, για να φρίξουν λίαν συντόμως με τη ζοφερή πραγματικότητα που ήρθε να πάρει τη θέση των δικτατοριών. Βεβαίως δεν είναι κάθε περίπτωση δικτατορίας ίδια, άλλο απαγόρευση εκλογών και άλλο μαζική ισοπέδωση ολόκληρων χωριών και πόλεων με χημικά και βόμβες διασποράς όπως στις περιπτώσεις Ασάντ και Σαντάμ. Έστω κι έτσι όμως, η βασική αρχή είναι η ίδια: η δημοκρατία δεν ευδοκιμεί σε αυτές τις περιοχές. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε; Οι χώρες αυτές έχουν μηδενική παράδοση στη δημοκρατική διακυβέρνηση. Αρκεί να σκεφτεί κάποιος ότι ακόμα και μία ώριμη δημοκρατία, όπως η δική μας, απειλήθηκε από ακραίους κομματικούς σχηματισμούς μετά από λίγα μόλις χρόνια οικονομικής κρίσης. Μπορεί κάποιος να διανοηθεί ένα μεστό και οργανωμένο δημοκρατικό πολίτευμα με σεβασμό σε ανεξάρτητες αρχές και θεσμούς σε μια χώρα που δεν έχει βιώσει ποτέ κάτι ανάλογο, πόσο μάλλον σε χώρα που φλερτάρει για δεκαετίες με το να χαρακτηριστεί failed state; Βλέπω τον Τζολάνι, τον νέο ισχυρό άντρα της Συρίας με το πολύ ύποπτο παρελθόν, να μιλάει καταπραϋντικά και αναρωτιέμαι, είναι πρόβατο ή λύκος; Θα διευκολύνει σε μια ομαλή μετάβαση την πολύπαθη χώρα του, ή είναι ο ίδιος ένας νέος Ιεροεξεταστής; Ή μήπως είναι ένας πολέμαρχος που θα διεκδικήσει το δικό του φέουδο σε μια ρημαγμένη γη όσο οι πολίτες κοιτάνε τρέμοντας ποια θα είναι η συνέχεια;

Εδώ λοιπόν προκύπτει το κύριο ερώτημα: έχει ποτέ τελικά δίκιο ο Ιεροεξεταστής; Η δημοκρατία είναι αυτοσκοπός ή ένα μέσο επίτευξης ευημερίας; Πόσο αίμα δικαιολογείται για να στεριώσει μια δημοκρατική συνείδηση σε μια χώρα που δεν έχει καμία εξοικείωση με αυτή τη νοοτροπία; Πόσοι βιασμοί, εκτελέσεις, καταστροφές ναών του «άλλου»; Είναι τυχαίο που μουσουλμανικές χώρες από το Μαγκρέμπ μέχρι το Αφγανιστάν είναι είτε μοναρχίες, είτε δικτατορίες είτε θεοκρατίες; Μήπως τελικά ο Ιεροεξεταστής του Ιβάν Καραμαζόφ, έστω κι αν ο Ντοστογιέφσκι προφανώς τον προόριζε ως αρνητικό σύμβολο της απόλυτης απειλής της επερχόμενης τάξης πραγμάτων, είχε όντως εντοπίσει σωστά ότι, αν μη τι άλλο σε κάποιες κοινωνίες με συγκεκριμένες παραδόσεις η ελευθερία επιλογών οδηγεί πράγματι στο αίμα; Αυτός νομίζω ήταν και ο λόγος που ο Καμύ είχε πει ότι το μεγαλείο του Ντοστογιέφσκι έγκειται στο ότι παρά το ότι ο ίδιος πιστεύει ένα πράγμα, ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσει την αντίθετη άποψη, την αμφιβολία, είναι τόσο πειστικός που συχνά νιώθεις να υπερβαίνει το ίδιο το μήνυμα που ήθελε να περάσει. Ή για να το πω διαφορετικά: τα ερωτήματα που θέτει είναι τόσο καίρια, και τα θέτει με τόσο αποτελεσματικό τρόπο, που υπερβαίνουν τις όποιες απαντήσεις.

Για να μην παρεξηγηθώ, τη δημοκρατία στηρίζω και πιστεύω για αυτήν αυτό που είχε πει ο Τσώρτσιλ, ότι δηλαδή είναι ένα πολύ ελαττωματικό πολίτευμα αλλά δυστυχώς οι εναλλακτικές είναι πολύ χειρότερες. Και ναι, πιστεύω ότι πρέπει να γίνονται αγώνες για τη δημοκρατία, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα χυθεί αίμα. Όμως για να έχει αντίκρισμα αυτή η θυσία πρέπει να υπάρχει ειλικρινής πίστη της πλειοψηφίας της κοινωνίας σε αυτό το πολίτευμα, να είναι ριζωμένο στη συνείδηση του κόσμου, στον πολιτισμό του. Ισχύει όμως το ίδιο για χώρες των οποίων οι παραδόσεις έρχονται σχεδόν σε πλήρη αντίθεση με αυτό; Είναι η δική μας δυτική αντίληψη περί του αυταπόδεικτου των αρετών της δημοκρατίας αρκετή να δικαιολογήσει μαζικές σφαγές και ατέλειωτο πόνο σε χώρες που δεν μοιράζονται τις ίδιες πολιτισμικές βάσεις και στις οποίες τα πειράματα έχουν οδηγήσει σε εμφυλίους και σε βραχύβιες διεφθαρμένες κυβερνήσεις – παρωδίες;

Από την άλλη θα μου πει κάποιος: και πώς θα αποκτηθεί η απαραίτητη αυτή εξοικείωση με τη δημοκρατία, η αναγκαία τριβή που θα επιτρέψει σταδιακά να αποτελέσει μέρος της παράδοσης μιας χώρας; Άλλωστε μέχρι τον Όλιβερ Κρόμγουελ και τον 17ο αιώνα στη Βρετανία, (και με μια σύντομη εξαίρεση στην αρχαία Αθήνα και Ρώμη) όλα τα καθεστώτα στην ανθρωπότητα ήταν μοναρχικά.

Είναι μία ιδέα αυτοσκοπός ή μέσο; Δεν έχω τις απαντήσεις, αν και εικάζω ότι αυτό σχετίζεται και με την εκάστοτε περίπτωση. Οι βαθμοί καταπίεσης και ανελευθερίας είναι πολλοί. Πολλοί δεν γνωρίζουν ότι η χώρα με τις υψηλότερες βαθμολογίες παγκοσμίως σε δείκτες ευημερίας, εκπαίδευσης, υγείας, ανάπτυξης είναι μία δικτατορία: η Σιγκαπούρη. Όμως όποιος την έχει επισκεφθεί γνωρίζει ότι ουσιαστικά δεν υπάρχει καταπίεση προς τους πολίτες, ότι όλοι μοιράζονται τις ίδιες αξίες και πολιτισμικά αποδέχονται ως απόλυτα θεμιτή τη διακυβέρνηση της χώρας τους. Αλλά στα μάτια ενός φιλελεύθερου δυτικού μοιάζουν σαν να έχουν εκχωρήσει βασικά τους δικαιώματα.  

Το πρόβλημα όμως γίνεται μεγαλύτερο όταν η ίδια η δημοκρατία περιέχει τους σπόρους της υπονόμευσής της. Ο Ίλον Μασκ έδινε με κλήρωση από ένα εκατομμύριο δολάρια σε όποιον γραφόταν στους εκλογικούς καταλόγους ώστε να ψηφίσει τον Τραμπ στην Πενσιλβάνια, μια κρίσιμη για τις εκλογές πολιτεία, ενώ χρησιμοποίησε το Χ και τους αλγορίθμους του σαν όπλο προπαγάνδας υπέρ του Τραμπ. Τώρα φημολογείται ότι θα κάνει μία δωρεά ρεκόρ στο κόμμα του Νάιτζελ Φάρατζ, ενώ εμπλέκεται ενεργά και στα εσωτερικά της Γερμανίας αναρτώντας απόψεις υπέρ του AFD. Αυτά εννοούσε ο Τσώρτσιλ όταν υπογράμμιζε πόσο ελαττωματική ήταν η δημοκρατία σαν πολίτευμα, όσο κι αν όλες οι εναλλακτικές είναι χειρότερες.

Ποιος έχει δίκιο λοιπόν, ο Ιεροεξεταστής ή ο Χριστός; Προφανώς και δεν ξέρω. Ίσως σε ένα εξιδανικευμένο κενό αέρος ο Χριστός να έχει πάντα δίκιο. Όμως πόσο συχνά συναντάμε τέτοιες οάσεις αποκομμένες από την πραγματικότητα; Καλύτερα λοιπόν να απομακρυνθώ από τις απαντήσεις και να επανέλθω στο ερώτημα, στην ίδια την προβληματική και άρα να ξαναγυρίσω στον Ντοστογιέφσκι. Καταλήγω πως το μόνο σίγουρο είναι ότι μέσω μιας τέτοιας συζήτησης (και συνειδητοποίησης των προεκτάσεων που αυτή συνεπάγεται) αντιλαμβάνεσαι γιατί κάποια λογοτεχνικά έργα υπερβαίνουν εποχές, γιατί ορισμένοι συγγραφείς αποτελούν διαχρονικούς φάρους ευφυίας που εξακολουθούν να ρίχνουν φως στο τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος.