Το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου ανοίγει φέτος με μια πολιτική ανάγνωση της τραγωδίας του Σοφοκλή, σε σκηνοθεσία του Γερμανού Ούλριχ Ράσε – ο οποίος επιστρέφει στην Ελλάδα με μια παράσταση που αναμετριέται με την έννοια της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης και της κοινότητας.

Ο Ούλριχ Ράσε, από τις πιο αναγνωρίσιμες σκηνοθετικές φωνές του ευρωπαϊκού θεάτρου σήμερα, επιστρέφει στην αργολική σκηνή, τρία χρόνια μετά τον Αγαμέμνονα, και πέντε από την πρώτη του ελληνική Αντιγόνη (2017). Αυτή τη φορά, στήνει έναν στοχασμό για την πολιτική νομιμότητα, για την κοινωνική συνοχή και για την ηθική της ανυπακοής.

«Είναι ιδιαίτερη τιμή μου να ανοίγω το φετινό Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου στην επετειακή του χρονιά. Στην Ελλάδα αισθάνομαι ότι επιστρέφω στο σπίτι μου», δήλωσε ο Ούλριχ Ράσε, στη συνέντευξη τύπου που πραγματοποιήθηκε στο Ινστιτούτο Goethe, προσθέτοντας με έμφαση: «Η Αντιγόνη ανήκει στους Έλληνες».

 

 

Παρόλο που δεν μιλά τη γλώσσα, ο Ούλριχ Ράσε δεν ένιωσε ποτέ ξένος κατά τη διαδικασία του έργου: «Ο τρόπος που η ομάδα με υποδέχθηκε, κάνοντάς με να νιώθω δικός τους, με κάνει να αισθάνομαι μέρος σας», δήλωσε. «Απολαμβάνω να βρίσκομαι εδώ».

Αυτό το αίσθημα ανήκει σε όλους, όπως φαίνεται από τη χημεία της ομάδας. Οι ηθοποιοί της Αντιγόνης προέρχονται από διαφορετικές γενιές και θεατρικές διαδρομές, αλλά μοιράζονται έναν κοινό παρονομαστή: την απόλυτη δέσμευση σε έναν τρόπο δουλειάς που βασίζεται στη σωματικότητα, τον ρυθμό και την ένταση του λόγου – στοιχεία- κλειδιά της σκηνικής γλώσσας του Ράσε. Όπως υπογράμμισε και ο ίδιος ο σκηνοθέτης, «Πολύ σύντομα, ακόμη και οι νεότεροι αντιλήφθηκαν αμέσως την αισθητική και τον τρόπο δουλειάς μου». Σε ένα τόσο απαιτητικό πλαίσιο, όπου ο ρυθμός του σώματος συνομιλεί με τη μουσική και ο χορός λειτουργεί ως συλλογική φωνή, η βαθιά κατανόηση του εγχειρήματος έγινε θεμέλιο της παράστασης.

Παρά τις προκλήσεις μιας διεθνούς παραγωγής, ο ίδιος σημείωσε πως οι δυσκολίες είναι κοινές στις δύο χώρες: «Είναι πάρα πολύ σημαντικό να υπάρχει η υποστήριξη του κράτους για να υπάρξουν καλές παραγωγές. Το έργο που διατελούν όλοι οι άνθρωποι της τέχνης είναι πολύ σημαντικό και χρήζει στήριξης από την πολιτεία».

Πέρα όμως από τις πρακτικές δυσκολίες, εκείνο που κυριάρχησε ήταν η χαρά και η πρόκληση του εγχειρήματος: η ευκαιρία να αναμετρηθεί και πάλι με τον Σοφοκλή, με ένα έργο που όχι μόνο δοκιμάζει τις αξίες, αλλά και επαναφέρει τη σκηνή στη θέση που της αξίζει — ως δημόσιο χώρο σκέψης, ρήξης και κατανόησης.

 

 

Η δημοκρατία υπό αμφισβήτηση – και η ανάγκη να ακούμε

 

Στο εμβληματικό έργο του Σοφοκλή, που πραγματεύεται την αιώνια σύγκρουση ατομικής συνείδησης και κρατικής εξουσίας, ο Ράσε επιλέγει να εστιάσει στον πυρήνα της σύγκρουσης χωρίς μελοδραματισμούς μια σκηνοθετική πρόταση που δεν γεννήθηκε στο κενό.

Η Αντιγόνη, η οποία αρνείται να υπακούσει στον νόμο του Κρέοντα και επιλέγει να τιμήσει τον νεκρό της αδελφό, δεν παρουσιάζεται απλώς ως ηρωίδα. Αλλά ως φορέας ενός αρχετυπικού ερωτήματος: Τι σημαίνει δίκαιο; Και πώς το υπερασπίζεσαι όταν συγκρούεται με τον Νόμο;

Ο Ράσε, ωστόσο, στρέφει την προσοχή και στον Κρέοντα – όχι ως ένα σύμβολο απολυταρχίας, αλλά ως θεματοφύλακα της έννομης τάξης. Δεν τον καταδικάζει. Τον εξηγεί. Και μαζί με αυτόν, εξηγεί και το πλαίσιο μέσα στο οποίο ένα κράτος οφείλει να διαφυλάξει την ενότητά του, ακόμη και με οδυνηρές αποφάσεις. Η απόφαση του Ράσε να προσεγγίσει την Αντιγόνη μέσα από μια πιο σύνθετη, πολιτικά διαλεκτική οπτική, δεν ήταν τυχαία. 

Όπως εξήγησε στη συνέντευξη τύπου, η αφορμή για τη συγκεκριμένη προσέγγιση της Αντιγόνης προέκυψε από τη συνθήκη της εποχής μας: τη θολή έννοια της ελευθερίας έκφρασης στον ψηφιακό χώρο:

«Όλοι εκφράζουν τη γνώμη τους με απόλυτο τρόπο – κάτι που ίσως τελικά έχει ξεφύγει, γίνεται με υπερβολικό τρόπο. Όλοι μπορούν να πουν κάτι. Ωστόσο, όπως όλοι γνωρίζουμε –ειδικά εσείς οι Έλληνες που ζείτε στην κοιτίδα της Δημοκρατίας– είναι σημαντικό να υπάρχει ένα ρυθμιστικό πλαίσιο κανόνων για μια λειτουργική δημοκρατία». Μέσα από αυτή τη διαπίστωση, ο Ράσε στρέφει το βλέμμα του στην καρδιά της τραγωδίας: «Ίσως είναι σημαντικό να ακούσουμε και τα επιχειρήματα του Κρέοντα και να δούμε πώς μπορούμε να ισορροπήσουμε αυτές τις δύο [φωνές] μεταξύ τους», σημείωσε. Και προσθέτει: «Δεν παίρνω τη θέση κανενός απολυταρχικού ηγέτη, όπως ο Κρέων. Αυτό που πρεσβεύω είναι ότι πρέπει να βρίσκουμε κοινά σημεία. Να ακούμε ο ένας τον άλλον. Αυτό που έχουμε απολέσει είναι ότι πλέον δεν ακούμε».

Μέσα από τον Κρέοντα, τον άνθρωπο που καλείται να θεσπίσει και να εφαρμόσει τον νόμο, ο σκηνοθέτης αναδεικνύει το θεμέλιο της πολιτικής οντότητας: την κοινότητα. 

Για τον Ράσε, η δημοκρατία δεν είναι δεδομένη. Είναι εύθραυστη. Υφίσταται φθορά, όπως και οι νόμοι της, οι οποίοι πρέπει να επανεξετάζονται διαρκώς. «Είναι σημαντικό σε έναν δημοκρατικό κόσμο να έχουμε τη δυνατότητα να κατανοήσουμε και να αλλάξουμε τους νόμους, γιατί αλλάζει ο κόσμος γύρω μας», σημείωσε. Κι αν ο Κρέοντας παραμένει αυστηρός, το έργο αποπειράται να τον παρουσιάσει όχι ως καρικατούρα εξουσιαστή, αλλά ως άνθρωπο παγιδευμένο στους ίδιους τους κανόνες του. Έναν άνθρωπο που οφείλει όχι μόνο να θεσπίζει τους νόμους, αλλά να τους τηρεί με συνέπεια – ακόμη κι όταν αυτό τον καταστρέφει.

 

 

Η γλώσσα του σώματος και η γλώσσα της εμπιστοσύνης

 

Στη σκηνή της Επιδαύρου θα δούμε έναν δεκαμελή χορό ταλαντούχων νέων ηθοποιών, τέσσερις μουσικούς επί σκηνής και έναν πολυφωνικό θίασο που συνδιαλέγεται με την κινησιολογία, τον ρυθμό και την αρχιτεκτονική του χώρου.

Στον ρόλο του Κρέοντα, ο Γιώργος Γάλλος. Η Κόρα Καρβούνη ενσαρκώνει την Αντιγόνη, ενώ ο Δημήτρης Καπουράνης τον Αίμονα. Η Φιλαρέτη Κομνηνού είναι η ερμηνεύτρια του Τειρεσία, η Κίττυ Παϊταζόγλου υποδύεται την Ισμήνη και ο Θάνος Τοκάκης τον Φύλακα. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης τύπου όλοι έκαναν τις προσωπικές τους παρεμβάσεις, μοιραζόμενοι προσωπικές σκέψεις για τους ρόλους τους και το βάθος της συνεργασίας τους με τον Ούλριχ Ράσε.  Ο σεβασμός προς τον σκηνοθέτη, κοινός και έντονος. Μέσα από τα λόγια τους αναδείχθηκε όχι μόνο η πρόκληση της ερμηνείας σε ένα τόσο απαιτητικό σκηνικό σύμπαν, αλλά και η εμπιστοσύνη που οικοδομήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια των προβών.

«Βλέπω αυτή τη δουλειά ως τρίπτυχο: ο λόγος, το σώμα και η ψυχική εμπλοκή», σχολίασε ο Γιώργος Γάλλος, ο οποίος ενσαρκώνει τον Κρέοντα. «Το ένα κομμάτι στηρίζει το άλλο, ώστε να αναδειχθεί το πνεύμα του Σοφοκλή».

«Όταν συνάντησα όλη την ομάδα, συνειδητοποίησα πόσο ανάγκη έχουμε αυτή τη μετάγγιση πάθους, ενέργειας, σκέψης και οραματισμού για τη δουλειά», ανέφερε η Φιλαρέτη Κομνηνού. «Αυτό που κάνουμε είναι απαιτητικό καθώς βρισκόμαστε πάνω σε μια περιστρεφόμενη πλατφόρμα με μια συνεχή αέναη κίνηση, κάτι που απαιτεί εξάσκηση αλλά δημιουργεί μια εντυπωσιακή αίσθηση τελετουργικού», συνεχίζει.

 

 

Η Κόρα Καρβούνη, η οποία υποδύεται την Αντιγόνη, τόνισε τη βαθιά πρόκληση της συνάντησης με το θέατρο του Ράσε: «Είναι μεγάλη πρόκληση για εμάς τους Έλληνες ηθοποιούς να μπούμε στον κόσμο του θεάτρου του Ούλριχ, το οποίο αποκαλώ ποιητικό και πολυεπίπεδο. Πιστεύω ότι ο θεατής θα οδηγηθεί αυτόματα σε ταύτιση και συγκίνηση, αφού θα αναγνωρίσει τη δική του υπαρξιακή πάλη. Η παράσταση θα δημιουργήσει έναν άλλο κόσμο γύρω από την Αντιγόνη του Σοφοκλή».

Η Κίττυ Παϊταζόγλου, στον ρόλο της Ισμήνης εξέφρασε τη χαρά της που είναι μέρος αυτής της ομάδας και ευχαρίστησε θερμά τις δύο Καλλιτεχνικές Διευθύντριες για την ουσιαστική τους βοήθεια. Ο Θάνος Τοκάκης, στον ρόλο του Φύλακα, στάθηκε στη σημασία της πολυφωνίας μέσα από τη σκηνική δραματουργία του Ράσε: «Η προσέγγιση αυτή με εκφράζει απόλυτα. Είναι σημαντικό να ακουστούν πολλές γνώμες – ειδικά στην εποχή που ζούμε».

Τέλος, ο Δημήτρης Καπουράνης, ο νεότερος ηθοποιός του θιάσου, που υποδύεται τον Αίμονα, μίλησε με ευγνωμοσύνη για την εμπειρία: «Το ότι μου δίνεται η δυνατότητα να δουλέψω με αυτό τον θίασο και τους συνεργάτες είναι δώρο για μένα. Έτσι θα ήθελα να υπάρχω επί σκηνής».

Τη σημασία αυτής της μεγάλης συμπαραγωγής μεταξύ Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου και Εθνικού Θεάτρου υπογράμμισαν με τη σειρά τους οι δύο καλλιτεχνικές διευθύντριες, Κατερίνα Ευαγγελάτου και Αργυρώ Χιώτη.

«Αισθάνομαι χαρούμενη και τυχερή που το φετινό επετειακό Φεστιβάλ ανοίγει με μια τέτοια θεσμική και καλλιτεχνική σύμπραξη και με το συγκεκριμένο σύνολο συντελεστών που αποτελείται από την αφρόκρεμα Ελλήνων και Ελληνίδων ηθοποιών όλων των γενεών», δήλωσε η Κατερίνα Ευαγγελάτου, προσθέτοντας πως από την αρχή της θητείας της επεδίωξε οι παραγωγές που φέρουν τη σφραγίδα του Φεστιβάλ – να είναι μοναδικές, σχεδόν ανεπανάληπτες, φέρνοντας συχνά σε επαφή τους Έλληνες ηθοποιούς με τους ξένους σκηνοθέτες.

Η Αργυρώ Χιώτη, Καλλιτεχνική Διευθύντρια του Εθνικού Θεάτρου, αναγνώρισε πως αν και ο σχεδιασμός της Αντιγόνης ξεκίνησε υπό τη διεύθυνση του Γιάννη Μόσχου, είναι ευτυχής που έχει την ευθύνη να συνεχίσει αυτή την εξαιρετική συνεργασία. «Η σκηνική γλώσσα του Ούλριχ Ράσε είναι τόσο ξεχωριστή, δυναμική και ιδιαίτερη που μας καλεί να δούμε κι εμείς με διαφορετική ματιά το συγκεκριμένο έργο, να ακούσουμε αλλιώς το κείμενο».

 

Info παράστασης:

Αντιγόνη του Σοφοκλή |Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου