Έχουν περάσει ογδόντα πέντε χρόνια από τότε που ο Τσάρλι Τσάπλιν, ως δικτάτορας Χίνκελ, έπαιζε με την υδρόγειο στο γραφείο του μέχρι που στο τέλος αυτή του έσκασε στα χέρια. Ογδόντα πέντε χρόνια από τότε που σατίρισε τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι σε εκείνη τη σκηνή στο παλάτι του Χίνκελ, όπου αυτός και ο Ναπαλόνι έπαιζαν με τις καρέκλες τους για να δουν ποιος μπορεί να φτάσει ψηλότερα. Και ογδόντα πέντε χρόνια από τον μονόλογο στο φινάλε όπου ο Τσάπλιν, ως ο Εβραίος μπαρμπέρης τώρα, είπε «Περισσότερο από μηχανές χρειαζόμαστε ανθρωπιά. Περισσότερο από την εξυπνάδα, χρειαζόμαστε την καλοσύνη και την ευγένεια. Χωρίς αυτές τις ιδιότητες η ζωή θα είναι βίαιη και όλα θα χαθούν».
Τα τελευταία ογδόντα πέντε χρόνια έχουμε δει τρομερή πρόοδο τόσο στα ανθρώπινα δικαιώματα, όσο και στους ρυθμούς που η τεχνολογία αναπτύσσεται. Είναι δεδομένο πως οι άνθρωποι έχουμε έρθει πιο κοντά απ’ ό,τι ήμασταν σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας, αλλά αν έχουμε έρθει τόσο κοντά, γιατί φαίνεται πως ταυτόχρονα τίποτα δεν έχει αλλάξει; Γιατί το έτος 2025 οι παγκόσμιες συζητήσεις αφορούν ακόμα γενοκτονίες και πυραύλους; Γιατί ακόμα αποκαλούμε ειρηνοποιό αυτόν που θα πυροβολήσει πρώτο; Και γιατί πιστεύουμε πως ξαφνικά ενδιαφέρονται για τα δικαιώματα των γυναικών στο Ιράν, όταν δεν υποστηρίζουν τα δικαιώματα των γυναικών στις ίδιες τους τις χώρες;
Πόσο βολικό και εύκολο είναι το ψέμα που τυλιγόμαστε τα βράδια και μας κάνει να ξυπνάμε κουρασμένοι το επόμενο πρωί για να πάμε στις δεκάωρες δουλειές μας και να υποστηρίζουμε συμφέροντα ανθρώπων που μας συμπεριφέρονται σαν μυρμήγκια; Γιατί απλά δεν λέμε «φτάνει»; Απλά «φτάνει», τίποτε άλλο δεν χρειάζεται. Τραβάμε μια γραμμή στο χώμα και λέμε «ως εδώ».
Και όπως πάντα, κάθε μήνα και κάθε ώρα, όσο κυκλοφορούν clickbait άρθρα για τον Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο διαδίκτυο, η Ελλάδα έχει τα συνηθισμένα, γυναικοκτονίες, φτώχεια, διαφθορά και φυσικά, επειδή είναι καλοκαίρι, πυρκαγιές. Και όλη αυτή την κατάσταση απλά την αποδεχτήκαμε, όπως εύκολα αποδεχτήκαμε και τα Τέμπη γιατί «έτσι γίνεται εδώ, δεν μπορείς να κάνεις κάτι». Αν δεν είναι κωμικοτραγικό χώρες όπως η δική μας, που κάθε χρόνο γιορτάζουν επαναστάσεις και πουλάνε πατριωτισμό, να κάνουν τα στραβά μάτια όταν σκοτώνουν τα παιδιά τους, τότε τίποτα δεν είναι.
Αυτό είναι το μέλλον; Γι’ αυτό σου λένε να μείνεις εδώ και να κάνεις οικογένεια; Αν δεν σου βιάσουν το παιδί, αν δεν στο σκοτώσουν στο τρένο, στον δρόμο, ή σε πυρκαγιές και πλημμύρες, τότε μην αγχώνεσαι, θα είναι στην κατάλληλη ηλικία για να πάει να πολεμήσει στον Γ’ Παγκόσμιο για τα συμφέρονται κάποιου που δεν γνωρίζει και για λόγους που δεν καταλαβαίνει.
Το μέλλον είναι μια παραλία όπου στη μία ακτή θα παίζουν ρακέτες και θα τραβάνε σέλφι με φόντο την απέναντι ακτή που κάποιος τη βομβαρδίζει και ενδιάμεσα θα πνίγονται πρόσφυγες. Το μέλλον είναι τώρα, όπου έχουμε φτάσει σε σημείο να μιλάμε για φόνους ανθρώπων σαν να συζητάμε για στατιστική. Όλα έχουν γίνει ψυχροί αριθμοί δίχως βαρύτητα και υπόσταση· τι μιλάμε για δέκα ή για δέκα εκατομμύρια, εγώ έξω από το σπίτι μου δεν τους θέλω. Δεν γίνεται να κακοποιείς κάποιον για ογδόντα χρόνια, να τον κατηγορείς για εξτρεμισμό και όταν αργότερα σου επιτεθεί να λες «εγώ τα ‘λεγα» και μετά να συνεχίζεις να ρίχνεις βόμβες. Ογδόντα πέντε χρόνια ξέρουμε την αλήθεια, ο Τσάπλιν την είχε πει: «Ας παλέψουμε για έναν κόσμο που θα δώσει στα νιάτα μέλλον και στους ηλικιωμένους ασφάλεια. Υποσχόμενοι αυτά, βάρβαροι ανήλθαν στην εξουσία, αλλά λένε ψέματα. Δεν τηρούν αυτή την υπόσχεση. Ποτέ δεν θα το κάνουν!».
![]()
Είμαστε τόσο κακοποιημένο είδος που απλά έχουμε συνηθίσει στη βία; Που θέλουμε να βγάλουμε τη μέρα και τα υπόλοιπα, αυτά που όντως έχουν σημασία, τα αναβάλουμε γι’ αύριο προκειμένου να κάνουμε τη δουλειά μας; Ποιος μας έπεισε πως δεν είναι στο συμφέρον μας η ευημερία όλου του κόσμου; Πώς είμαστε στο μέλλον όταν ακολουθούμε μονάρχες, Μεγαλέξανδρους που ονειρεύονται κυριαρχίες και εκστρατείες, που παθαίνουν ονείρωξη, όταν ονειρεύονται το μανιτάρι που σχηματίζει μια πυρηνική βόμβα και πιστεύουν στο δίκαιο του ισχυρού;
Τα δικαστήρια αθωώνουν τους ενόχους και τιμωρούν τα θύματα· όλοι έχουμε μπροστά μας τον τραμπούκο του σχολικού προαυλίου και όλοι σφυρίζουμε αδιάφορα μήπως και μας αφήσει ήσυχους. Είτε σε παγκόσμιο επίπεδο είτε σε εθνικό, οι λίγοι παίζουν με την υδρόγειο σαν να είναι η προσωπική τους μπάλα και όλοι κοιτάμε από τις κερκίδες ελπίζοντας να μην σκάσει, αλλά πόσες ρουκέτες θα αντέξει μια μπάλα πριν κάνει μπαμ; Τώρα, ο Τραμπ και ο Νετανιάχου είναι αυτοί που παίζουν στις καρέκλες του μπαρμπέρη και μετράνε το ποιος μπορεί να πάει πιο ψηλά. Είναι η ίδια κατάσταση πριν από ογδόντα πέντε χρόνια; Είναι απλά το ίδιο τέρας με άλλη μορφή, αλλά πάντα με την ίδια ψυχή; Είναι η βία, ο πόλεμος και η αδιαφορία η αιώνια αντίδραση ενάντια στην πρόοδο και στη βελτίωση του ανθρώπου; Απληστία είναι και θα περάσει.
«Η δυστυχία που μας περιβάλλει δεν είναι παρά το πέρασμα της απληστίας, η πικρία αυτών που φοβούνται την ανθρώπινη πρόοδο. Το μίσος των ανθρώπων θα περάσει, οι δικτάτορες θα πεθάνουν και η δύναμη που έκλεψαν από τον λαό θα επιστρέψει στον λαό. Και όσο πεθαίνουν οι άνθρωποι, η ελευθερία δεν θα πεθάνει ποτέ». Αλλά πόσοι άνθρωποι χρειάζονται να πεθάνουν ακόμα μέχρι να καταλάβουμε πως τίποτα δεν θα αλλάξει αν δεν αλλάξουμε πρώτα εμείς; Πόσο ακόμα μέχρι να θυμηθούμε πως οι καταστάσεις στις οποίες ζούμε είναι αφύσικες και παρανοϊκές; Και γιατί; Για να συνεχίσουν να κάθονται στις ίδιες καρέκλες οι ίδιοι άνθρωποι και οι απόγονοί τους;
