Κείμενο: Αγγελική Πιτταροκοίλη, Διευθύντρια Μάρκετινγκ και Επικοινωνίας, Endeavor Greece
Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε άρχισε να μοιάζει φυσιολογικό το να μην ανήκουμε πουθενά. Ίσως έγινε σταδιακά. Μέσα από τις πόλεις που χτίστηκαν για να μας εξυπηρετούν αλλά όχι για να μας κρατούν. Μέσα από ζωές οργανωμένες γύρω από παραγωγικότητα, ταχύτητα και ατομικότητα. Μέσα από σχέσεις που συντηρούνται κυρίως ψηφιακά, από τραπέζια που σπάνια γεμίζουν αυθόρμητα και από μια καθημερινότητα όπου σχεδόν κάθε μορφή κοινότητας απαιτεί πλέον συνειδητή προσπάθεια. Κι όμως, για πολλές γενιές ανθρώπων στην Ελλάδα, το ανήκειν δεν ήταν κάτι που έπρεπε να αναζητήσεις. Υπήρχε ήδη γύρω σου. Βρισκόταν στον τρόπο που περνούσες τον χρόνο, στο πώς κυκλοφορούσε το φαγητό από σπίτι σε σπίτι, στη σχέση με τη γη, στις μικρές τελετουργίες της καθημερινότητας που δεν ονομάζονταν έτσι γιατί ήταν απλώς ζωή. Αυτές οι σκέψεις με ακολουθούσαν επιστρέφοντας από το Traditional, Illegal. The Food Edition, ένα τριήμερο retreat στο Dexamenes στη δυτική Πελοπόννησο. Θεωρητικά, το retreat αφορούσε παραδοσιακές πρακτικές τροφής και ποτού – ζυμώσεις, τυροκομία, φυσικές καλλιέργειες, κρασί, ρακή, γνώση που περνά από χέρι σε χέρι και που συχνά σήμερα βρίσκεται στο περιθώριο ενός συστήματος σχεδιασμένου για άλλη κλίμακα παραγωγής.
Στην πραγματικότητα όμως, η συζήτηση δεν ήταν ποτέ μόνο για το φαγητό ή το ποτό. Ήταν για το τι χάνεται όταν χάνεται η κοινότητα γύρω από αυτό. Για το τι σημαίνει να γνωρίζεις τον τόπο σου όχι ως προορισμό αλλά ως κομμάτι του εαυτού σου. Για το πώς κάποιες πρακτικές κουβαλούν μέσα τους έναν ολόκληρο τρόπο οργάνωσης της ζωής, πιο αργό, πιο συλλογικό, πιο συνδεδεμένο με τους ανθρώπους και τον χρόνο. Και ίσως γι’ αυτό το πιο δυνατό στοιχείο αυτού του τριημέρου δεν ήταν οι ομιλίες. Ήταν η αίσθηση ότι, έστω και προσωρινά, δημιουργήθηκε κάτι σπάνιο: μια συνθήκη φυσικής συνύπαρξης. Άνθρωποι που μέχρι λίγες ώρες πριν ήταν ξένοι, βρέθηκαν να κάθονται για ώρες γύρω από το ίδιο τραπέζι, να μαγειρεύουν, να δοκιμάζουν, να μιλούν χωρίς βιασύνη και χωρίς τον αόρατο επαγγελματικό μηχανισμό που συχνά οργανώνει τις ανθρώπινες επαφές στις πόλεις. Για λίγο, η αίσθηση του ανήκειν δεν ήταν θεωρία αλλά κάτι σχεδόν σωματικό. Και ίσως αυτό είναι τελικά που αναζητούμε όλο και περισσότερο σήμερα μέσα από την εμμονή με τη φύση, τα retreats και τις αυθεντικές εμπειρίες. Όχι την αισθητική του παρελθόντος, αλλά τρόπους να ξαναβρούμε μορφές ζωής που να μας επιτρέπουν να αισθανόμαστε ξανά παρόντες – με τον τόπο, με τους άλλους και με τον εαυτό μας.

Το Traditional, Illegal άνοιξε έναν πολύ ουσιαστικό διάλογο γύρω από το τι αξίζει να κρατήσουμε καθώς ο κόσμος γύρω μας αλλάζει. Και αυτό από μόνο του είναι κάτι ζωτικής σημασίας. Μίλησα λοιπόν για όλα αυτά με τους τρεις ανθρώπους πίσω από αυτή τη συνάντηση: τον Νίκο Καραφλό, ιδιοκτήτη και imagineer του Dexamenes, και τις Βασιλική Πουλά και Θεώνη Ανδρουλιδάκη, co-leads του LimeN Project.
Ο Νίκος Καραφλός έχει ήδη απαντήσει σε πολλά από αυτά τα ερωτήματα μέσα από τον ίδιο τον χώρο που δημιούργησε. Εκπαιδευμένος μηχανικός και σχεδιαστής φωτισμού, επέστρεψε στην Αμαλιάδα όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε για να μετατρέψει ένα εγκαταλελειμμένο μεταπολεμικό οινοποιείο σε κάτι που δύσκολα κατηγοριοποιείται ως απλό ξενοδοχείο. Οι Dexamenes λειτουργούν περισσότερο ως ένας ζωντανός τόπος συνάντησης, ένας χώρος όπου η φιλοξενία, ο πολιτισμός, το φαγητό και η ανταλλαγή ιδεών συνυπάρχουν οργανικά.
Το Dexamenes είναι ένα πρώην οινοποιείο – ένας χώρος δηλαδή που χτίστηκε γύρω από παραγωγή, κοινότητα, τόπο. Αυτή η ιστορία σε δεσμεύει ή σε ελευθερώνει; Τι ρόλο έχει παίξει στη διαμόρφωση του τρόπου που υπάρχει το ξενοδοχείο σήμερα;
Νομίζω πως τέτοιου είδους ιστορίες μπορούν να λειτουργήσουν και με τους δύο τρόπους, ανάλογα με το πώς τις προσεγγίζεις. Αν αντιμετωπίσεις έναν χώρο μόνο ως κάτι που πρέπει να «διατηρηθεί» πιστά, τότε μπορεί εύκολα να γίνει περιοριστικός, σχεδόν μουσειακός. Αν όμως δεις την ιστορία του ως κάτι ζωντανό, ως μια συνέχεια και όχι ως ένα στατικό παρελθόν, τότε μπορεί να λειτουργήσει απελευθερωτικά. Ένα μέρος όπως το Dexamenes δεν χτίστηκε απλώς ως κτήριο. Χτίστηκε γύρω από μια διαδικασία παραγωγής, γύρω από ανθρώπους που συνεργάζονταν, γύρω από έναν συγκεκριμένο τόπο και έναν ρυθμό ζωής. Αυτό είναι ίσως το πιο ουσιαστικό στοιχείο της κληρονομιάς του — όχι μόνο η αρχιτεκτονική του μορφή αλλά ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούσε ως κομμάτι μιας κοινότητας. Αυτό προσπαθούμε να κρατήσουμε και σήμερα. Όχι να μετατρέψουμε το πρώην οινοποιείο σε ένα νοσταλγικό μνημείο ή ένα αποστειρωμένο luxury destination, αλλά σε έναν τόπο που συνεχίζει να παράγει σχέσεις. Η φιλοξενία για μένα δεν είναι μόνο υπηρεσία· είναι ένας τρόπος να δημιουργείς συνθήκες συνάντησης. Γι’ αυτό και το Dexamenes λειτουργεί κάπως υβριδικά: είναι ξενοδοχείο, αλλά ταυτόχρονα χώρος πολιτισμού, έρευνας, φαγητού και ανταλλαγής ιδεών. Η ιστορία του χώρου μάς υπενθυμίζει συνεχώς ότι η αξία δεν βρίσκεται μόνο στο τελικό προϊόν αλλά και στη διαδικασία που φέρνει τους ανθρώπους κοντά. Αυτό επηρεάζει τα πάντα: από την αρχιτεκτονική προσέγγιση και την εποχικότητα μέχρι το πώς σχεδιάζουμε ένα κοινό τραπέζι ή ένα residency. Προσπαθούμε να λειτουργούμε όχι απέναντι στον τόπο, αλλά μέσα από αυτόν.

Ένα ξενοδοχείο που λειτουργεί εκτός σεζόν, αποκλειστικά για ένα retreat γύρω από παραδοσιακές πρακτικές, δεν είναι συνηθισμένη επιχειρηματική λογική. Ποιο είναι το όραμα που σε οδήγησε σε αυτή την πρακτική; Τι πιστεύεις ότι δίνουν πίσω στις Dexamenes πρακτικές σαν κι αυτή;
Πιστεύω ότι σήμερα η μεγαλύτερη πολυτέλεια δεν είναι η κατανάλωση αλλά η ουσιαστική παρουσία. Ο χρόνος, η προσοχή, η δυνατότητα να καθίσεις γύρω από ένα τραπέζι και να μοιραστείς γνώση, εμπειρία ή ακόμα και αμφιβολίες. Αυτά είναι πράγματα που δύσκολα χωρούν στη λογική της σεζόν ή στη σύγχρονη εκδοχή του “τουρισμού”, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια. Το Traditional, Illegal ξεκίνησε από μια ανάγκη να μιλήσουμε για πρακτικές που κάποτε ήταν αυτονόητες και σήμερα είτε χάνονται, είτε επιβιώνουν στο περιθώριο. Ζυμώσεις, τυροκομία, φυσικές καλλιέργειες, παραδοσιακοί σπόροι, τρόποι συντήρησης τροφής – πρακτικές βαθιά συνδεδεμένες με τη συλλογική μνήμη και την αυτάρκεια. Δεν μας ενδιέφερε να τις αντιμετωπίσουμε φολκλορικά ή νοσταλγικά, αλλά να δούμε τι σημαίνουν σήμερα και γιατί πολλές φορές συγκρούονται με ένα σύγχρονο σύστημα που είναι σχεδιασμένο για άλλη κλίμακα παραγωγής. Υπάρχει όμως και ένας ακόμη συμβολισμός σε όλο αυτό: η ίδια η ενεργοποίηση ενός χώρου που βρίσκεται εκτός της «κανονικής» λειτουργίας του. Με ενδιαφέρει πολύ η ιδέα ότι ένας τόπος δεν χρειάζεται να είναι ενεργός μόνο όταν παράγει οικονομικό αποτέλεσμα. Το να δίνεις ζωή σε έναν χώρο σε περίοδο αδράνειας είναι από μόνο του μια πράξη με αξία. Μπορεί να μην δημιουργεί άμεσο κέρδος, αλλά παράγει ιδέες, δημιουργεί σχέσεις, φέρνει ανθρώπους κοντά και τελικά δίνει βαθύτερο νόημα στην ύπαρξη του ίδιου του χώρου. Το να ανοίγει το Dexamenes εκτός σεζόν για κάτι τέτοιο είναι για μένα απολύτως φυσικό. Ένα ξενοδοχείο δεν χρειάζεται να λειτουργεί μόνο ως μηχανισμός φιλοξενίας· μπορεί να λειτουργεί και ως πλατφόρμα σκέψης, ανταλλαγής και πολιτιστικής ενεργοποίησης. Και πολλές φορές αυτές οι στιγμές, όταν ο χώρος θεωρητικά «θα έπρεπε» να είναι κλειστός, είναι εκείνες που παράγουν τις πιο ουσιαστικές ιδέες για το τι μπορεί να είναι πραγματικά ένας τόπος.

Η Βασιλική Πουλά και η Θεώνη Ανδρουλιδάκη προσεγγίζουν το τι αξίζει να κρατήσουμε καθώς ο κόσμος γύρω μας αλλάζει, από την πλευρά της πόλης. Μέσα από το LimeN, δουλεύουν πάνω στην πολιτιστική ενεργοποίηση κλειστών και ξεχασμένων χώρων της Αθήνας, προσπαθώντας να επαναφέρουν σε μια σύγχρονη αστική πραγματικότητα κάτι που συχνά μοιάζει να έχει χαθεί: την αίσθηση συμμετοχής, κοινότητας και συλλογικής ευθύνης απέναντι στον τόπο που κατοικούμε.
Στη δουλειά σου Θεώνη μεταξύ άλλων εστιάζεις στο πώς ο πολιτισμός μπορεί να είναι οικονομικά βιώσιμος μέσα στις κοινότητες. Μπορεί ένα ξενοδοχείο να δημιουργήσει και να αποτελέσει μια τέτοια κοινότητα και πώς;
Θεώνη Ανδρουλιδάκη: Ναι, πιστεύω ότι ένα ξενοδοχείο μπορεί να αποτελέσει φορέα πολιτισμού και κοινότητας. Είναι κάτι που εξερευνούμε και με το LimeN: πώς ο πολιτισμός μπορεί να μπει σε χώρους που δεν είναι μουσεία ή γκαλερί και να φτάσει σε κοινότητες που αλλιώς δεν θα τον συναντούσαν. Αλλά για να λειτουργήσει, χρειάζεται να είναι συνειδητή επιλογή και αξιακή απόφαση για την επιχείρηση. Στην Ελλάδα, η εποχικότητα κάνει αυτό το ερώτημα ακόμα πιο επιτακτικό. Πώς χτίζεις ουσιαστικές σχέσεις με έναν τόπο και μια κοινότητα όταν λειτουργείς τέσσερις μήνες τον χρόνο; Οι Dexamenes, για μένα, είναι ένα από τα αυθεντικά παραδείγματα που δίνουν απάντηση σε αυτό: από την αρχιτεκτονική και τη σύνδεσή της με την ιστορία της περιοχής, μέχρι τα projects με τοπικούς καλλιτέχνες και τεχνίτες. Εδώ ο πολιτισμός δεν είναι πρόγραμμα εκδηλώσεων αλλά ο ίδιος ο πυρήνας του project. Και όταν αυτό λειτουργεί, δεν μένει εντός των τειχών του ξενοδοχείου. Μεταδίδεται στον τόπο μέσω συνεργασιών με τον δήμο, με τοπικές επιχειρήσεις, με ανθρώπους που δεν θα έμπαιναν ποτέ σε αυτή τη συζήτηση. Φέρνει περισσότερους στο τραπέζι και γίνεται παράδειγμα προς μίμηση. Σε άλλες χώρες, όπως η Αγγλία μέσω του Section 106, αυτό είναι θεσμοθετημένο. Ένα ποσοστό κάθε νέας ανάπτυξης υποχρεωτικά επιστρέφει στην κοινότητα. Δεν είναι μόνο νομικό πλαίσιο, ανοίγει μια συζήτηση που συχνά αποφεύγουμε: ότι μια κερδοσκοπική εταιρία και ο πολιτισμός δεν αντικρούονται απαραίτητα. Στην Ελλάδα αυτό συνήθως εξαρτάται από την προσωπική πρόθεση. Και ενώ αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πολύ αυθεντικές και ουσιαστικές πρωτοβουλίες, κάνει πιο δύσκολο να υπάρξει ένας πιο σταθερός και συνολικός αντίκτυπος. Αυτό είναι ταυτόχρονα η αδυναμία και η δυνατότητα του ελληνικού hospitality. Το ερώτημα είναι πώς τέτοια παραδείγματα μπορούν να γίνουν η αφορμή για να αρχίσουμε να χτίζουμε δομές υποστήριξης.

Πότε η εμπορική αξιοποίηση μιας παραδοσιακής πρακτικής τη σώζει και πότε την αδειάζει από νόημα; Πού είναι αυτή η γραμμή;
Θεώνη Ανδρουλιδάκη: Η γραμμή ίσως βρίσκεται στην πρόθεση. Η εμπορική αξιοποίηση δεν είναι από μόνη της πρόβλημα. Συχνά είναι αυτό που επιτρέπει σε μια πρακτική να συνεχίσει να υπάρχει. Το ερώτημα είναι αν η εμπορική διάσταση ξεκινά από πραγματική σχέση με την παράδοση ή αν χρησιμοποιεί απλώς την αισθητική και τη γλώσσα της. Όταν μια πρακτική αποκόπτεται από τους ανθρώπους που τη διατηρούν, από τη γνώση που τη συνοδεύει, τότε κινδυνεύει να αδειάσει από νόημα. Στις Dexamenes, για παράδειγμα, το ενδιαφέρον δεν ήταν να παρουσιαστεί η παράδοση ως ένα “αυθεντικό experience” προς κατανάλωση, αλλά να δημιουργηθεί χώρος για έρευνα, συζήτηση και ανταλλαγή γνώσης γύρω από αυτή. Το Traditional, Illegal. ξεκίνησε από μια επιμελητική έρευνα του Νίκου Καραφλού γύρω από τη σχέση των νομικών πλαισίων με τους παραδοσιακούς τρόπους παραγωγής. Μαζί με το LimeN, επιχειρήσαμε αυτή η έρευνα να μετατραπεί σε έναν ανοιχτό διάλογο με τοπικούς παραγωγούς, ερευνητές και ειδικούς – όχι ως “θέαμα” γύρω από την παράδοση αλλά ως μια πραγματική συζήτηση για το πώς αυτές οι πρακτικές μπορούν να συνεχίσουν να υπάρχουν σήμερα.
Βασιλική, το LimeN δουλεύει για να φέρει πολιτισμό και κοινότητα μέσα στους ξεχασμένους χώρους της Αθήνας. Υπό αυτό το πρίσμα, η συνεργασία του Dexamenes και του LimeN είναι καθόλα φυσική καθώς κι ο Νίκος έφερε στις εγκαταλελειμμένες Δεξαμενές ζωή μετά από 40 χρόνια. Μετά από τρεις μέρες στην Κουρούτα, αυτή η αποστολή σου φαίνεται διαφορετική;
Βασιλική Πουλά: Ήταν η πρώτη φορά που κάναμε κάτι εκτός Αθήνας με το LimeN. Στην πόλη, το απόθεμα των κλειστών κτιρίων αφορά κατά κύριο λόγο κτίρια που είναι πλέον μόνιμα κλειστά, με διαιρεμένες ιδιοκτησίες, τελματωμένα νομικά ζητήματα, χρόνιες παθολογίες. Στην περιφέρεια, ενώ υπάρχουν και αυτά τα εγκαταλελειμμένα κτίρια, υπάρχει και μια άλλη πολύ ενδιαφέρουσα κατηγορία κλειστών κτιρίων: αυτά που είναι προσωρινά κλειστά, για περίπου μισό χρόνο, βάσει της τουριστικής σεζόν. Εκεί, η πολιτιστική ενεργοποίηση είναι πιο βατή καθώς δεν χρειάζεται να ξεκινάς από το μηδέν, δεν χρειάζεται να λύνεις π.χ. το ζήτημα της παροχής νερού ή ρεύματος. Ενώ παράλληλα βλέπεις τον αντίκτυπο πολύ άμεσα – και αυτό μας έκανε εντύπωση στην Κουρούτα, ότι στον μικρό παραγωγό, στην τοπική επιχείρηση, βλέπεις τι διαφορά κάνει μια δράση, με τρόπο που στην πόλη δεν είναι τόσο ευδιάκριτο. Και αυτές οι δράσεις μπαίνουν μέσα σε μια συζήτηση που έχει πολύ μεγάλη σημασία: τι είδους τουρισμό θέλουμε, και πώς τον απλώνουμε χρονικά – ώστε ο κόσμος να γνωρίζει τόπους με διαφορετικούς τρόπους, όλο τον χρόνο.

Κινείσαι ανάμεσα σε Αθήνα και Οξφόρδη. Πώς βιώνεις την αίσθηση του ανήκειν; Πώς πιστεύεις ότι σε έχει επηρεάσει ο τόπος αλλά και η οικογένεια στην οποία γεννήθηκες και μεγάλωσες ως προς αυτό;
Βασιλική Πουλά: Στην ενήλικη ζωή μου, πάντα νιώθω ότι ανήκω σε δύο μέρη – στην Αθήνα που μεγάλωσα και που θεωρώ σπίτι μου εντελώς αυτόματα, και στο όποιο άλλο μέρος βρεθώ για σπουδές ή για δουλειά. Οι διαφορές στον τρόπο που νιώθω ότι ανήκω σε αυτά τα μέρη είναι πολλές, αλλά ο κοινός παρονομαστής είναι ένα συναίσθημα που στην Αθήνα μου βγαίνει αβίαστα, και που αλλού μου το καλλιεργεί ο ίδιος ο τόπος – ένα αίσθημα ευθύνης, το να σε νοιάζει αρκετά ώστε να θέλεις να τον δεις να βελτιώνεται, και να το αισθάνεσαι σαν χρέος σου να κάνεις κάτι για αυτό. Και γι’ αυτό, στην Αθήνα, δεν μ’ αρέσει η κουλτούρα του «αγαπάμε να μισούμε την πόλη». Γιατί όταν προβάλλουμε έναν αναπόδραστο ισοπεδωτισμό – ότι όλα είναι μέτρια, ότι έτσι ήταν πάντα, έτσι είναι, έτσι θα είναι – στερούμε και από την πόλη και από τους εαυτούς μας κάτι πολύ ζωογόνο: την πεποίθηση ότι αυτά που κάνουμε έχουν βάρος και ότι αν το θελήσουμε και το προσπαθήσουμε, τα πράγματα αλλάζουν.

Photos credits: Dexamenes x limen, Traditional, Illegal. The Food Edition (research trip), part of the Traditional, Illegal series conceived by Nikos Karaflos for Dexamenes.
Special thanks to Giannis Boziaris.
