Στις «Πικρές Γιορτές» ο Πέδρο Αλμοδόβαρ ξεδιπλώνει από την αρχή τα χαρτιά του. Ή έτσι θέλει να μας κάνει να πιστέψουμε. Παρακολουθούμε παράλληλα την ιστορία ενός ανθρώπου που γράφει μια ιστορία και αυτή καθαυτήν την ιστορία που γράφει. Στο 2026 παρακολουθούμε την ιστορία του Ραούλ, ενός alter ego του Αλμοδόβαρ (ενός ακόμη μετά το «Πόνος και Δόξα»). Ο Ραούλ, οι δημιουργικές του ανησυχίες, η έμπνευση που τον είχε εγκαταλείψει και τον επισκέπτεται ξανά, με αποτέλεσμα να δουλεύει πυρετωδώς το καινούργιο του σενάριο, και δυο εντελώς αφοσιωμένοι άνθρωποι δίπλα του: από τη μια ο δεκαπέντε χρόνια νεότερος σύντροφός του, από την άλλη η επί εικοσαετία προσωπική του γραμματέας, που κανονίζει τα πάντα γύρω από το πρόγραμμά του. Η γραμματέας θα χρειαστεί να τον αφήσει για λίγο καιρό για προσωπική της υπόθεση και το κενό της θα αναλάβει να καλύψει ο σύντροφός του. 

Το σενάριο του Ραούλ, το οποίο φυσικά ονομάζεται «Πικρές Γιορτές», διαδραματίζεται κυρίως στο 2004, αλλά και με μερικά φλας μπακ στο 2003. Γιατί τότε; Επειδή ο Ραούλ τότε είχε πάθει την πρώτη κρίση πανικού του. Που δεν ήταν πολύ της μόδας ακόμα και αντιμετωπιζόταν ως κάτι άγνωστο και αξιοπερίεργο. Στο κέντρο αυτής της ιστορίας βρίσκεται η Έλσα, την οποία πρωτογνωρίζουμε σε μια κρίση πανικού της. Μαθαίνουμε ότι είναι σκηνοθέτρια. Η Έλσα δεν είναι alter ego του Ραούλ και του Αλμοδόβαρ, αλλά κάτι σαν εναλλακτική εκδοχή τους. Πρόλαβε στα πολύ νιάτα της να κάνει δυο ταινίες που έγιναν καλτ. Και καλτ -όπως θα εξηγήσει στη μη σινεφίλ γυναίκα που θα την ρωτήσει με αυθεντική απορία- είναι οι ταινίες που δεν άρεσαν στον περισσότερο κόσμο, αλλά μια μικρή μειοψηφία του κοινού τις λάτρεψε. Αλλά το σινεμά είναι ακριβό σπορ και οι παραγωγοί για να σε χρηματοδοτήσουν ενδιαφέρονται για την απήχηση στους πολλούς και όχι για τη λατρεία των λίγων. Κάπως έτσι η Έλσα το γύρισε κι άρχισε να σκηνοθετεί διαφημίσεις, καριέρα από την οποία έχει βγάλει δόξα τω Θεώ ένα σωρό λεφτά. 

Η Έλσα λοιπόν, μια πορεία ζωής που δεν χρειάστηκε να πάρει ποτέ ο Ραούλ – Αλμοδόβαρ (αλλά που θα μπορούσε μάλλον να πάρει ή φοβόταν ότι θα έπαιρνε). Δίπλα της μεγαλύτερη γκάμα ανθρώπων απ’ όσους θα δούμε δίπλα στο Ραούλ: ο επίσης νεότερος κι επίσης αφοσιωμένος σύντροφός της, η καλύτερη της φίλη και τα οικογενειακά της δράματα, μια άλλη καλή της φίλη και τα δικά της οικογενειακά δράματα, φυσικά η μαμά της («Ως πότε θα βάζεις τη μαμά σου στις ταινίες σου;» «Όσες φορές θέλω»). Και την Έλσα θα την επισκεφτεί μετά από χρόνια ξανά η έμπνευση και θα ξαναρχίσει να γράφει. Και καταλαβαίνετε, ιστορία μέσα στην ιστορία μέσα στην ιστορία, ο Αλμοδόβαρ μπροστά στον υπολογιστή του γράφει για τον Ραούλ, που μπροστά στον υπολογιστή του γράφει για την Έλσα, που μπροστά στον δικό της υπολογιστή γράφει τη δική της ιστορία.  

Το μελόδραμα έχει το πάνω χέρι στις «Πικρές Γιορτές». Θα σπάσει σε πολύ μικρά διαλείμματα, κυρίως σε μια απολαυστική σκηνή ανδρικού στριπτίζ, υπό τους ήχους της Γκρέις Τζόουνς και του “Ι’ve seen this face before”, μια σκηνή με ζωντάνια και κέφι παλιού καλού Αλμοδόβαρ (ειδικά στον διάλογο όσων γίνονται στη σκηνή με τις αντιδράσεις των γυναικών που το παρακολουθούν), άντε και σε μια σκηνή δευτερολέπτων φωτογράφισης των καλεσμένων ενός πάρτι, άντε και σε ένα αστείο για την κοκαΐνη σε μια πιστωτική.

Κι ύστερα είναι αυτές οι παρεκβάσεις με τραγούδια της Τσαβέλα Βάργκας. Ή μάλλον όχι ακριβώς παρεκβάσεις, όπως θα μας εξηγήσει ο ίδιος ο Ραούλ, είναι κάτι πολύ πιο οργανικό. Το ένα τραγούδι μάλιστα έχει επίσης τίτλο «Πικρές Γιορτές». Ο Αλμοδόβαρ έχει ξαναχρησιμοποιήσει τραγούδι της Τσαβέλα ως μέσο συγκίνησης ηρωίδας του στο «Μυστικό μου Λουλούδι». Εδώ θα καταφύγει στη βοήθειά της δις. Την πρώτη φορά με μια ζωντανή και a capella ερμηνεία από την Αμάια, τη δεύτερη με μια ηχογραφημένη ερμηνεία της Τσαβέλα, όταν, όπως λέει η ίδια η ηρωίδα, δεν μπορούσε καλά καλά να τραγουδήσει πια, σχεδόν απήγγειλε, αλλά το έκανε σπαρακτικά. Ο Αλμοδόβαρ δεν φοβάται να αντλήσει συγκίνηση από τα τραγούδια. Και όπως έχει αποδείξει και στο παρελθόν έχει τον τρόπο να την αντλεί. Με τις πρώτες νότες και τις πρώτες λέξεις η συγκίνηση πιάνει τις ηρωίδες και τους ήρωές του σαν ναρκωτικό. Το έχει αυτό το οπτικό λεξιλόγιο, το κατέχει, δεν φοβάται για παράδειγμα την τυχόν αμηχανία στο a capella ή δεν φιλτράρει καθόλου τα δακρυσμένα μάτια στην ακρόαση της ηχογράφησης. Κι όπως συμβαίνει συχνά στο σινεμά και στη ζωή, όταν ο άλλος είναι άνετος και φέρεται φυσικά, αισθανόμαστε άνετα κι εμείς και μπορούμε να αφεθούμε πιο εύκολα με τη σειρά μας, χωρίς κρατήματα και αποστασιοποιήσεις. 

Και κάπου εδώ συμβαίνει κάτι πάρα πολύ ενδιαφέρον. Ενώ ο Αλμοδόβαρ είναι μάλλον από τους δημιουργούς εκείνους στους οποίους το σενάριο είναι ευαγγέλιο κι ό,τι συμβαίνει στις ταινίες του είναι εξονυχιστικά σχεδιασμένο και μελετημένο από πριν (αυτή τουλάχιστον την εντύπωση δίνει), στην ακρόαση της ηχογράφησης αυτό σπάει. Ακούμε το τραγούδι, βλέπουμε δυο γυναίκες κατασυγκινημένες και ξαφνικά στο βάθος του δωματίου εμφιλοχωρεί η εικόνα ενός μικρού αγοριού που κοιτά απορημένο την αντίδραση της μάνας του και της φίλης του που έχουν γίνει κομμάτια με ένα τραγούδι. Ίσως το αγοράκι κοιτούσε κάτι άλλο εκείνη την ώρα ή κάποια άλλη ώρα ανάμεσα στα πλάνα. Αλλά το πήρε και το έβαλε εμβόλιμα εκεί. Ξαναλέω πιστεύοντας ότι δεν το είχε προγραμματίσει. Και έτσι μια σκηνή αρχικά γυρισμένη για να μας δείξει το πώς μπορεί να μας επηρεάσει και να μας διαλύσει συναισθηματικά η τέχνη ή έστω ένα μεγάλο τραγούδι και μια μεγάλη ερμηνεία, μας υπενθυμίζει τελικά ταυτόχρονα ότι η τέχνη είναι ένας διάλογος, χρειάζεται αποδέκτες που να μπορούν να νιώσουν στο πετσί τους (ηλικιακά αλλά και όχι μόνο) εκείνα τα οποία εκπέμπει.  

Ωραία λοιπόν, υπάρχουν όλα αυτά, υπάρχουν και λίγα υπέροχα πλάνα, όπως εκείνο των δυο γυναικών και του παιδιού στην παραλία τραβηγμένο από ψηλά, αλλά θα μπορούσε κανείς να πει ότι και οι δύο παράλληλες ιστορίες, του Ραούλ και της Έλσα και των ανθρώπων γύρω τους είναι μάλλον υποτονικές – όχι; Ακόμα περισσότερο θα μπορούσε κανείς να πει (και σίγουρα είπα εγώ) φτάνει κάπου με τα νοσοκομεία και τις αρρώστιες και το μελό για το μελό.

Κι όμως. Τα φαινόμενα και οι μεγάλοι δημιουργοί απατούν. Θεωρώ ότι ο Πέδρο Αλμοδόβαρ φτιάχνει με τις «Πικρές Γιορτές» το καλύτερο σενάριό του τα πολλά τελευταία χρόνια κι ότι επιστρέφει μετά από πραγματικά πολλά χρόνια σε μεγάλη σεναριακή φόρμα. Ναι, μιλά για τη διαδικασία της γραφής, μιλά για τη σχέση μυθοπλασίας – πραγματικότητας, δεν μιλά για κάτι καινούργιο, τα έχει ξανακάνει και ο ίδιος και ο Φελίνι και ο Γούντι Άλεν και πολλοί άλλοι, κι όχι μόνο στο σινεμά. Ακόμη και ο σχολιασμός της ίδιας του της ταινίας και του σεναρίου του ενώ εξελίσσονται, δεν είναι πρωτοφανής, πρόσφατα ας πούμε και απολαυστικά είναι ένα εύρημα που είχε χρησιμοποιήσει και ο Ζαχαρίας Μαυροειδής στο «Καλοκαίρι της Κάρμεν». 

Αλλά ενώ προσωπικά κλωτσούσα στις πολλές τελευταίες ταινίες του («Το Διπλανό Δωμάτιο», «Παράλληλες Μητέρες», «Πόνος και Δόξα», «Το Δέρμα που Κατοικώ» – εξαιρώ τη μικρού μήκους «Ανθρώπινη Φωνή» που στηριζόταν όμως σε άλλο πρωτογενές υλικό, την  «Ανθρώπινη Φωνή» του Ζακ Κοκτώ), το θέμα είναι αν όσα αναπτύσσει για τη σχέση ανάμεσα σε αυτό που συμβαίνει στη ζωή και σε αυτό που συμβαίνει στις ιστορίες που γράφουμε, έχουν βάσιμο λόγο ύπαρξης ή είναι μια ευκολία που μετέρχεται για να παραδώσει ένα ακόμη σενάριο. Θεωρώ ότι έχουν και παραέχουν βάσιμο λόγο ύπαρξης, θεωρώ ότι αντίθετα πηγαίνει γενναία και αυτοκριτικά προς τη δυσκολία κι αυτήν απομυζεί για να βγάλει ζουμί. Και το γεγονός ότι γίνεται φουλ αυτοαναφορικός, δεν είναι ακκισμός, δεν είναι ναρκισσισμός, αντίθετα μετά από μια τόσο γεμάτη καριέρα, τόσες ταινίες, τόσα σενάρια, του βγαίνει κάτι πολύ πιο αληθινό, αυθεντικό και μη προσποιητό όταν μας δείχνει τα υλικά της «κουζίνας» του, όταν τα ανακατεύει μπροστά στα μάτια μας, όταν μας μιλά ευθέως για το ανακάτεμά τους. Έτσι, αν είχαμε να κάνουμε με ένα σκέτο μελό, θα ήταν πραγματικά κουραστικό. Όταν όμως μιλάς για ένα μελό όχι απογυμνωμένο, αλλά σε σχέση με την πηγή έμπνευσής του, και όταν ακόμα περισσότερο πατάς στη συνέχεια εκεί, προκειμέμνου να πας τα πράγματα ακόμα παραπέρα και να σε κινηματογραφήσεις σχεδόν σαν βαμπίρ, τότε έχουμε να κάνουμε με κάτι πολύ πιο γόνιμο.

Υπάρχει παρόλη τη γονιμότητα κάποιο πρόβλημα – κι αν ναι, ποιο; Ίσως η σεναριακή σπίθα που συνεπαίρνει τον Ραούλ – Αλμοδόβαρ να μην βρίσκει αντίστοιχη σκηνοθετική απεικόνιση τις κρίσιμες στιγμές, ίσως αυτό που αποτελεί κορύφωση των «Πικρών Γιορτών» να μοιάζει οπτικά και συναισθηματικά με αντικλιμάκωση, ίσως το πώς φτιάχνονται οι ιστορίες να μην μπορεί ποτέ να αντικασταστήσει τη συναισθηματική δύναμη των ίδιων των ιστοριών και την ταύτιση που δημιουργούν, ίσως μπορείς να ταυτιστείς και να συγκινηθείς πολύ πιο εύκολα με την κάθε Έλσα παρά με τον κάθε Ραούλ τη στιγμή που το μυαλό του και η καρδιά του αρχίζουν να φλέγονται στη σκέψη του πώς θα αφηγηθεί την ιστορία της κάθε Έλσας.