Έμεινε ξεχασμένη για πολλά χρόνια και μέχρι σήμερα κανένας δεν ξέρει ακριβώς που βρίσκονται πολλά από τα έργα της. Έπρεπε να περάσουν 30 χρόνια από τον θάνατό της για να γίνει μια μεγάλη έκθεση και ο κόσμος να αρχίσει να μιλά ξανά για την Πολίν Μπότυ, τη μοναδική γυναίκα του κινήματος της ποπ αρτ και της έκρηξής του στον χώρο της βρετανικής τέχνης για τα γεμάτα αισιοδοξία και θηλυκότητα έργα της που αντικατόπτριζαν το ελεύθερο φεμινιστικό πνεύμα σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο.
Η Πολίν Μπότυ, όσο πρόλαβε στη σύντομη ζωή της, με τους πίνακες και τα κολάζ σχολίασε την πατριαρχία, τη βία των ανδρών και αποθέωσε τη γυναικεία σεξουαλικότητα ως η μόνη γυναίκα που εκπροσωπούσε το κίνημα των καλλιτεχνών που θα μεταμόρφωνε την τέχνη στη δεκαετία του ’60.
Ανήσυχη, όμορφη -πολλοί την παρομοίαζαν με την Μπριζίτ Μπαρντό-, η Πολίν Μπότυ γεννήθηκε το 1938 στο Νότιο Λονδίνο σε μια καθολική οικογένεια της μεσαίας τάξης. Ήταν το τέταρτο παιδί στην οικογένεια μετά από τρία αγόρια και η θέση της μέσα στον οικογενειακό κύκλο ήταν πολύ συγκεκριμένη. Όταν το 1954 κέρδισε μια υποτροφία στην Wimbledon School of Art, ο πατέρας της αποδοκίμασε την απόφαση να ακολουθήσει σπουδές τέχνης, τις οποίες κατάφερε να κάνει χάρη στην υποστήριξη της μητέρας της οποίας η οικογένειά της δεν της είχε επιτρέψει να γίνει καλλιτέχνης. Βραβεύτηκε για τα βιτρό που έκανε και εκεί, στη σχολή οι συμφοιτητές της την αποκαλούσαν “The Wimbledon Bardot” λόγω της ομοιότητάς της με τη Γαλλίδα σταρ.
Άρχισε να πειραματίζεται με το κολάζ και να ενδιαφέρεται για την ποπ κουλτούρα ενώ το 1957 πήρε μέρος στην έκθεση Young Contemporaries μαζί με τους Robyn Denny, Richard Smith και Bridget Riley.
Η Μπότυ δε σπούδασε ζωγραφική καθώς τα ποσοστά εισαγωγής των γυναικών στη Royal College of Art ήταν πολύ χαμηλά. Από τους 60 σπουδαστές μόνο έξι ήταν γυναίκες. Τελικά τα κατάφερε και ήταν μία από τις πιο ταλαντούχες και δυναμικές σπουδάστριες στην τάξη της. Η παρέα της ήταν ο David Hockney, ο Derek Boshier, ο Peter Phillips και ο Peter Blake. Το «μόνο κορίτσι της παρέας τους» ήταν πολυτάλαντο. Τραγουδούσε, χόρευε, έγραφε ποίηση και ανήκε στο Anti-Ugly Action, μια ομάδα μαθητών της RCA που διαμαρτυρήθηκαν ενάντια στη νέα βρετανική αρχιτεκτονική που θεωρούσαν προσβλητική και κακής ποιότητας.
Μετά τις σπουδές της η Μπότυ δημιουργεί το δικό της στιλ και στα έργα της εμφανίζονται αρχετυπικές ανδρικές φιγούρες ενώ τα θηλυκά στοιχεία εκφράζονται από μεγάλα τριαντάφυλλα. Έκανε θέατρο και έγραφαν για εκείνη:
«Φανταστείτε μια έξυπνη ηθοποιό που είναι επίσης ζωγράφος και επίσης ξανθιά και έχετε την Pauline Boty».
Στους καμβάδες της σχολίαζε τον σεξισμό με τον πιο ανάλαφρο τρόπο. Οι πίνακές της ήταν αισθησιακοί και ερωτικοί -άντρες και γυναίκες σύμβολα του σεξ-, ο Έλβις, ο Πολ Μπελμοντό, ο Βρετανός συγγραφέας Ντέρεκ Μάρλοου, η Μόνικα Βίτι και η Μέριλιν Μονρόε πρωταγωνιστούσαν σε πολύχρωμα υπόβαθρα γεμάτα λουλούδια. Η Πολίν Μπότυ ήταν το πιο πολυσυζητημένο κορίτσι στη σκηνή της τέχνης με δική της εκπομπή στο ραδιόφωνο και ρόλο σε μια σειρά του BBC.
Ελεύθερη και ανεξάρτητη έβγαινε με τον παντρεμένο σκηνοθέτη της τηλεόρασης Philip Saville και τον εικαστικό Peter Blake. Τους απογοήτευσε όταν ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε μετά από δέκα ημέρες τον Clive Goodwin, έναν ατζέντη λογοτεχνών με κύρος και φήμη στους εκδοτικούς κύκλους. Το σπίτι τους στην Cromwell Road έγινε στέκι καλλιτεχνών, μουσικών και συγγραφέων όπως του Μπομπ Ντίλαν που η Μπότυ έφερε στην Αγγλία, των David Hockney, Peter Blake, Michael White, Kenneth Tynan, Troy Kennedy Martin, John McGrath, Dennis Potter και Roger McGough.
Ο σύζυγός της, που αργότερα ήταν μέλος της ιδρυτικής ομάδας του ριζοσπαστικού περιοδικού Black Dwarf, την ενθάρρυνε ώστε τα έργα της να έχουν και πολιτικό περιεχόμενο. Το στιλ της χωρίς να αλλάξει αρχίζει να περιλαμβάνει και τα μεγάλα γεγονότα της εποχής της, τις ταραχές στο Μπέρμιγχαμ το 1963, τη δολοφονία του Τζον Φ. Κένεντι και τον πόλεμο του Βιετνάμ.
Η Μπότυ ξεχώρισε μέσα σε έναν πολύ πατριαρχικό κόσμο της τέχνης στο Λονδίνο της δεκαετίας του ’50 και του ’60. Ο απελευθερωμένος γυναικείος ερωτισμός των έργων της ήταν στο επίκεντρο της συζήτησης στην εποχή της. Τον Ιούνιο του 1965 η Μπότυ έμεινε έγκυος. Κατά τη διάρκεια μιας προγεννητικής εξέτασης, ανακαλύφθηκε ένας όγκος και διαγνώστηκε με καρκίνο. Αρνήθηκε να κάνει άμβλωση και επίσης αρνήθηκε να κάνει χημειοθεραπεία που θα μπορούσε να βλάψει το έμβρυο. Αντ’ αυτού προτιμούσε να καπνίζει μαριχουάνα για να ανακουφίσει τους πόνους της. Συνέχισε να διασκεδάζει με τους φίλους της και γέννησε την κόρη της Boty Goodwin τον Φεβρουάριο του 1966. Πέθανε τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς στο νοσοκομείο Royal Marsden. Ήταν μόνο 28 ετών.
Μετά τον θάνατό της, οι πίνακες της Πολίν Μπότυ αποθηκεύτηκαν στη σοφίτα των γονιών της και σε μια αποθήκη στον αχυρώνα ενός από τα αδέρφια της στο Κεντ, σε μεγάλο βαθμό ξεχάστηκε για σχεδόν 30 χρόνια. Η δουλειά της ανακαλύφθηκε ξανά στη δεκαετία του 1990, ανανεώνοντας το ενδιαφέρον για τη συμβολή της στην ποπ αρτ. Η ζωή και η δουλειά της αποτελούν σημαντικό κεφάλαιο στο μυθιστόρημα της Άλι Σμιθ «Φθινόπωρο» (εκδόσεις Καστανιώτη). Ο τελευταίος πίνακας της Μπότυ, “Bum” (1966), ήταν μια παραγγελία του κριτικού Kenneth Tynan για το ερωτικό καμπαρέ του, Ω! Καλκούτα!.
Το 1978, ο σύζυγός της Clive Goodwin πέθανε με τραγικό τρόπο από εγκεφαλική αιμορραγία στο Λος Άντζελες, κατέρρευσε στο λόμπι του ξενοδοχείου του και η αστυνομία νομίζοντας ότι είναι μεθυσμένος τον άφησε δύο μέρες σε ένα κελί. Η κόρη της η οποία σπούδασε στο Ινστιτούτο Τεχνών της Καλιφόρνια πέθανε από υπερβολική δόση ηρωίνης στις 12 Νοεμβρίου 1995 σε ηλικία 29 ετών.
Αν σήμερα μπορούσαμε να κατατάξουμε εκ νέου την Μπότυ θα βρισκόταν ανάμεσα σε γυναίκες καλλιτέχνες που άλλαξαν την αντίληψη για τον τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες μιλούν για τη σεξουαλικότητά τους, όπως η Tracey Emin, η οποία παρουσίασε το κρεβάτι της στο επίκεντρο μιας ομολογιακής εγκατάστασης και η Sarah Lucas, της οποίας τα γλυπτά μιλούν με τραχύ χιούμορ για τον φεμινισμό, τη σεξουαλικότητα και τις γυναίκες.








