Όλοι θυμόμαστε την ιστορική στιγμή που ο Ρόκι Μπαλμπόα ολομόναχος έδωσε τέλος στον Ψυχρό Πόλεμο όταν νίκησε τον Ιβάν Ντράγκο. Ο Ντράγκο είχε ντοπαριστεί τόσο πολύ που ακόμα και οι βλεφαρίδες του μπορούσαν να σκίσουν τηλεφωνικό κατάλογο στα δύο, ενώ ο Ρόκι, αυτό το λαϊκό παιδί που δεν είχε δει βελόνα στη ζωή του, προπονούταν στα βουνά, με δέντρα και με κάρα, και στο τέλος κατάφερε και κέρδισε με δύναμη ψυχής και θέλησης. Ακόμα και ο Γκορμπατσόφ τον χειροκρότησε, καθώς είχε μείνει άναυδος από τη δύναμη του καπιταλισμού και της Δύσης, όσο οι Survivor τραγουδούσαν τους στίχους “Is it East versus West or man against man? Can any nation stand alone?”.
Γενικά, να ‘ναι καλά οι Αμερικάνοι. Αν η μόνη αναφορά που έχεις γι’ αυτούς είναι οι ταινίες τους, τότε έχουν σώσει τον κόσμο από Ναζί, εξωγήινους, τέρατα και τον Κομμουνισμό, αρκεί βέβαια να έχεις λεφτά να πληρώσεις. Γιατί, ναι θα σε «σώσουν», αλλά αν δεν απειλείσαι από κάτι που μπορεί να κάνει καλή ταινία, τότε βρες δουλίτσα γιατί δημόσια υγεία δεν παίζει.
Το θέμα της προπαγάνδας είναι πάντα εντυπωσιακό, γιατί ενώ βομβαρδιζόμαστε απ’ αυτήν σε καθημερινή βάση, φαίνεται ταυτόχρονα να την έχουμε συνηθίσει κιόλας. Θέλω να πω, εξαρτάται και τον τύπο της προπαγάνδας πάντα. Στην τελική, προπαγάνδα σημαίνει μήνυμα και σημασία έχει ποιος το στέλνει. Για παράδειγμα, όταν ο Ιντιάνα Τζόουνς, ο Captain America και ο B.J. Blazkowicz πλακώνουν στο ξύλο Ναζί, κανείς δεν παραπονιέται. Ναι, είναι και οι τρεις Αμερικάνοι και ο ένας έχει τη λέξη Αμερική στο όνομά του, άρα ξεκάθαρη προπαγάνδα που μεγαλοποιεί τη θέση της χώρας στον Δεύτερο Παγκόσμιο, αλλά στην τελική Ναζί δέρνουν και από τη στιγμή που είναι οι χειρότεροι άνθρωποι στον κόσμο κανείς δεν παραπονιέται. Έτσι κι αλλιώς, προτεραιότητα έχει η διασκέδαση του θεατή και αν η ταινία, το κόμικ ή το βιντεοπαιχνίδι είναι διασκεδαστικά, όλη αυτή η προπαγάνδα ξεγράφεται ως «αμερικανιές» και συνεχίζουμε να τα απολαμβάνουμε αγνοώντας τον πατριωτισμό μιας χώρας που δεν μας εκφράζει. Εξάλλου, οποιαδήποτε χώρα αν είχε την αντίστοιχη βιομηχανία θεάματος θα έβαζε τις «αξίες» της, ή ότι πιστεύει πως εκφράζει τις αξίες στο mainstream πρόγραμμά της.
Αντίστοιχα, στο RRR (ινδική ταινία του 2022) βλέπουμε τη φανταστική εκδοχή δύο πραγματικών Ινδών επαναστατών, που αντιστάθηκαν και πολέμησαν την ιμπεριαλιστική Αγγλία που είχε κατακτήσει τη χώρα τους. Η ταινία έχει χιούμορ, εξαιρετική και υπερβολική δράση, είναι μιούζικαλ με τέλειες χορογραφίες και είναι γεγονός πως οι Άγγλοι δεν είναι τα καλά παιδιά της παγκόσμιας ιστορίας, οπότε, όπως και στο παράδειγμα με τους Ναζί, όλοι μπορούμε να ταυτιστούμε με το αουτσάιντερ, τον καταπιεσμένο και αυτόν που θέλει να ελευθερώσει τη χώρα του από τα δεσμά της. Αυτές είναι οι βιβλικές ερμηνείες του καλού και του κακού που λέγαμε και θα συνεχίσουμε να λέμε και ο λόγος είναι γιατί λειτουργούν στη δομή μιας ιστορίας για το ευρύ κοινό.
Ενώ το RRR είναι μια καλή ταινία και διασκεδαστική, τρία χρόνια μετά ακόμα θυμάμαι εκείνη την αμηχανία που μου δημιούργησε το τελευταίο μουσικό κομμάτι της στους τίτλους τέλους. Ίσως «αμηχανία» δεν είναι η κατάλληλη λέξη, αλλά σίγουρα αισθάνθηκα παράξενα όταν είδα τους ήρωες της ταινίας να χορεύουν, να υποκλίνονται και να κοιτάνε με θαυμασμό πορτρέτα ανθρώπων που δεν είχαμε ξαναδεί στο πλαίσιο της ταινίας. Όλοι αυτοί ήταν ξεκάθαρα πραγματικά πολιτικά πρόσωπα που έχουν επηρεάσει την ιστορία της Ινδίας, μόνο που για έναν θεατή σαν κι εμένα, που δεν τους ξέρει, η αμηχανία άρχισε να γίνεται πονοκέφαλος, γιατί ενώ διασκέδαζα, δεν μπορούσα να αγνοήσω πως η προπαγάνδα της ταινίας πέρασε τη νοητή γραμμούλα και άρχισε να παρεμβαίνει παράξενα στον τρόπο που έβλεπα την ταινία. Θέλω να πω, πώς θα αισθανόταν ένας Ινδός αν ξαφνικά στο τέλος μιας ταινίας για τον Δεύτερο Παγκόσμιο του πέταγες ένα πορτρέτο για τον Μεταξά και δεν είχε ιδέα ποιος είναι ο Μεταξάς, ενώ οι ήρωες της ταινίας χορεύουν μπροστά του;
Αργότερα, μετά από ένα γρήγορο ψάξιμο, έμαθα πως μία από τις πραγματικές ιστορικές φιγούρες στο τέλος της ταινίας, ο Subhas Chandra Bose, υπήρξε και συνεργάτης των Ναζί, αφού εξυπηρετούσαν τα συμφέροντά του εναντίον των Βρετανών. Και επειδή είμαι σίγουρος πως πολλοί δεν θα ασχοληθούν να ψάξουν ποιοι ήταν όλοι αυτοί, αυτό εννοώ πως συνηθίζουμε στην προπαγάνδα.
Γιατί όμως δεν αισθάνθηκα την ίδια αμηχανία όταν είδα το Soy Cuba (1964), του Mikhail Kalatozov, μια ταινία σε συμπαραγωγή της Σοβιετική Ένωσης και της Κούβας; Μια ταινία που σκοπός της ήταν να γιορτάσει την επανάσταση στην Κούβα και είχε συμβούλους άτομα όπως ο Φιντέλ Κάστρο, ο Ραούλ Κάστρο και ο Τσε Γκεβάρα, δηλαδή μια ταινία που δημιουργήθηκε ξεκάθαρα για προπαγανδιστικούς σκοπούς; Γιατί το Soy Cuba ασχολείται με τους ανθρώπους και την πάλη τους! Δεν θεοποιεί καθεστώτα, πολιτικά πρόσωπα και οικονομικά συστήματα. Δεν ορίζει έναν άνθρωπο ή μια χούφτα ανθρώπων ως τους ήρωες της ιστορίας, αλλά τον λαό ως μια φυσική δύναμη ανατροπής κατά της ανισότητας. Δεν μιλάει για μια μυθολογική, υποθετική ή υπερβολική πραγματικότητα, αλλά για τη δική μας. Προσπαθεί να ρίξει φως στα εγκλήματα ενός οικονομικού συστήματος που στηρίζει τους ξένους καταπατητές και εκμεταλλευτές φυσικών πόρων μιας χώρας που δεν τους ανήκει.
Το Soy Cuba δεν είχε θετική ανταπόκριση, ούτε από την Σοβιετική Ένωση ούτε από τους πολίτες της Κούβας. Οι Σοβιετικοί πίστευαν ότι η ταινία ήταν περισσότερο καλλιτεχνική, ενώ αυτοί ήθελαν ξεκάθαρη προπαγάνδα, και οι Κουβανοί πολίτες ένιωσαν πως δεν εκφράζει εκείνους, αλλά τα συμφέροντα των Σοβιετικών. Και ίσως είναι καλύτερα που βρισκόμαστε στη μέση, γιατί η ταινία λειτουργεί περισσότερο έτσι όπως είναι, παρά εξυπηρετώντας τα συμφέροντα του ενός ή του άλλου.
Η μελλοντική και τωρινή προπαγάνδα για τα ζητήματα της επικαιρότητας
Η Δίκη της Νυρεμβέργης (Judgment at Nuremberg) κυκλοφόρησε το 1961 και είναι μια δραματοποιημένη εκδοχή της Δίκης των Δικαστών του 1947. Στις τελευταίες σκηνές, και ενώ σε όλη την ταινία δικαστές, δικηγόροι και ένορκοι προσπαθούν να βρουν ποιος έχει τελικά την τελική ευθύνη για το Τρίτο Ράιχ, ένας από τους κατηγορούμενους δικαστές των Ναζί, ο Ερνστ Γιάννινγκ, ομολογεί την ενοχή που αισθάνεται για τον ρόλο του στη μηχανή θανάτου του Χίτλερ. Ο δικηγόρος του, ο Χανς Ρολφ, σε όλη την ταινία προσπαθεί, όπως οφείλει, να υπερασπιστεί τον πελάτη του και ταυτόχρονα έχει αναλάβει τον ρόλο αυτού που προσπαθεί να ξεχωρίσει τους Γερμανούς πολίτες από τους Ναζί, τα εγκλήματα και τις γενοκτονίες τους. Ίσως στην πιο χαρακτηριστική σκηνή της ταινίας, λέει με πάθος: Είναι το καθήκον μου να υπερασπιστώ τον Ερνστ Γιάννινγκ, κι όμως ο Ενστ Γιάννινγκ ομολογεί πως είναι ένοχος. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αισθάνεται ένοχος. Ήταν μεγάλο λάθος του να συμπορευτεί με το ναζιστικό κίνημα, ελπίζοντας πως αυτό είναι το καλύτερο για τη χώρα του. Αλλά, αν είναι να κριθεί ένοχος, υπήρχαν και άλλοι που συμμετείχαν, που επίσης πρέπει να κριθούν ένοχοι. Ο Ενστ Γιάννιγκ είπε, «επιτύχαμε πέρα από τα πιο τρελά μας όνειρα».
Πώς επιτύχαμε; Τι γίνεται με τον υπόλοιπο κόσμο; Δεν ήξερε τις προθέσεις του Τρίτου Ράιχ; Δεν ακούστηκαν τα λόγια του Χίτλερ σε ολάκερο τον κόσμο; Δεν διάβασαν τις προθέσεις του στο Mein Kampf, που δημοσιεύτηκε σε κάθε γωνιά του κόσμου; Πού είναι η ευθύνη της Σοβιετικής Ένωσης, που το 1939 υπέγραψε συμφωνία με τον Χίτλερ επιτρέποντάς του να κάνει πόλεμο; Δεν θα βρούμε τη Ρωσία ένοχη; Πού είναι η ευθύνη του Βατικανού, που το 1933 υπέγραψε το Κονκορδάτο με τον Χίτλερ, δίνοντάς του έτσι μεγάλο κύρος. Δεν θα βρούμε το Βατικανό ένοχο; Πού είναι η ευθύνη του Ουίνστον Τσώρτσιλ, ο οποίος, σε ανοιχτή επιστολή στους London Times το 1938, είπε: «Αν η Αγγλία βρεθεί σε εθνική καταστροφή, θα πρέπει να προσευχηθεί στον Θεό να στείλει έναν άνθρωπο με τη δύναμη του μυαλού και της θέλησης του Αδόλφου Χίτλερ!». Δεν θα βρούμε τον Ουίνστον Τσώρτσιλ ένοχο; Πού είναι η ευθύνη των Αμερικανών βιομηχάνων, που βοήθησαν τον Χίτλερ να ξαναχτίσει τον στόλο του και επωφελήθηκαν απ’ αυτό; Δεν θα βρούμε τους Αμερικανούς βιομήχανους ένοχους; Όχι! Η Γερμανία δεν φέρει τη μοναδική ευθύνη. Όλος ο κόσμος είναι υπεύθυνος για τη Γερμανία του Χίτλερ. Είναι εύκολο να καταδικάζουμε έναν άνθρωπο στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Είναι εύκολο να καταδικάζουμε τον γερμανικό λαό, μιλώντας για το βασικό ελάττωμα στον χαρακτήρα του που επέτρεψε στον Χίτλερ να ανέλθει στην εξουσία και ταυτόχρονα να αγνοούμε τα βασικά ελαττώματα που έκαναν τους Ρώσους να υπογράψουν συμφωνίες μαζί του, τον Ουίνστον Τσώρτσιλ να τον δοξάζει και τους Αμερικανούς βιομήχανους να βγάζουν χρήματα από εκείνον! Ο Ερνστ Γιάννινγκ ομολόγησε ότι είναι ένοχος. Αν είναι, τότε η ενοχή του είναι η ενοχή ολόκληρου του κόσμου, όχι περισσότερη και όχι λιγότερη.
Τώρα, η ιστορία επαναλαμβάνεται στη Γάζα, αλλά την ιστορία δεν την καταλαβαίνουμε όσο τη ζούμε, αλλά αργότερα όταν τη διαβάζουμε στα βιβλία και τη βλέπουμε στον κινηματογράφο. Όσο, λοιπόν, διαβάζουμε τους αριθμούς των νεκρών να αυξάνονται μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο, ας αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε από τώρα, ποιος επιτρέπει στον Μπενιαμίν Νετανιάχου να συνεχίζει τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη ανενόχλητος; Και γιατί τώρα ξαφνικά, ενώ ο πόλεμος στη Γάζα μαίνεται για χρόνια, άλλες χώρες προσπαθούν να αποστασιοποιηθούν από το Ισραήλ, ενώ μέχρι πρότινος ήταν φιλαράκια;
Στο θέμα της προπαγάνδας, ο Νετανιάχου είχε βγει τις προάλλες και είπε πως το «Λευτεριά στην Παλαιστίνη» είναι το νέο «Χάιλ Χίτλερ» και αυτό με έκανε αναρωτιέμαι πώς ο κινηματογράφος θα αντιμετωπίζει τη γενοκτονία σε μερικά χρόνια. Χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ελλάδα βάζουν πλάτη στον Νετανιάχου να συνεχίζει τα εγκλήματά του και ο υπόλοιπος κόσμος αναρωτιόμαστε μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτή η χυδαιότητα. Οπότε, στο μέλλον, όπως και τώρα, τα μίντια θα στρατολογηθούν και ο καθένας θα φτιάξει το δικό του αφήγημα γι’ αυτά που συμβαίνουν στη Λωρίδα της Γάζας· είμαι σίγουρος πως οι Αμερικάνοι με τη σειρά τους δεν θα υπερβάλλουν καθόλου για τα κατορθώματά τους και δεν παριστάνουν τους ήρωες της ιστορίας με κάποιον τρόπο. Όσο για τους ακραίους Έλληνες κεντροδεξιούς του μέλλοντος, όπως και τώρα, θα υποστηρίζουν την πλευρά που τους προσφέρει τη μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια. Παλιά η ασφάλεια ήταν με τους Γερμανούς στο ολοκαύτωμα, τώρα είναι με το Ισραήλ στον αγώνα του για εθνοκάθαρση. Όταν σκέφτεσαι με την τσέπη σου δεν σε ενδιαφέρει η λογική στα πράγματα και αυτοάμυνα μπορεί να σημαίνει επιθέσεις σε αμάχους.
Αν προπαγάνδα σημαίνει μήνυμα, τότε να συλλογιζόμαστε πάντα ποιος το στέλνει και ποιος είναι ο αγγελιαφόρος. Ποιος είναι με το μέρος των πολλών και ποιος είναι με το μέρος των λίγων. Ναι, είναι και θα είναι απλά ταινίες, αλλά λίγη προπαγάνδα την ημέρα, δίχως ο μέσος άνθρωπος να ψάχνεται και να διαβάζει, τη ζημιά της θα την κάνει. Και επειδή στη ζωή δεν υπάρχουν καλοί και κακοί, και δεν είμαστε ο Ρόκι να φωνάζουμε «Ντράγκο!» στην κορφή ενός βουνού, είναι χρέος μας να γνωρίζουμε ποιο είναι το άσχημο πρόσωπο της ιστορίας που ζούμε.
