Ξεκινάω αυτό το άρθρο λέγοντας πως δεν υπήρξα ποτέ ακροάτρια της Rosalía όχι γιατί είναι πολύ pop, υπερβολική, ή υπερεκτιμημένη. Το έκανα γιατί δεν μπορώ να ακούω για πολλή ώρα ισπανόφωνη μουσική, ειδικά αυτόν τον μονότονο pop- reggaeton συνδυασμό, ο οποίος μου δημιουργεί το συναίσθημα, ότι ακούω συνεχώς το ίδιο τραγούδι. Η Rosalía έχει ωστόσο έναν μαγικό τρόπο να μην περνά απαρατήρητη. Είναι ο τύπος του καλλιτέχνη τον οποίο, ή θα ακούς μανιωδώς, ή θα σου δημιουργεί επιμελώς το συναίσθημα για skip στο επόμενο.
Πριν την ακρόαση του “LUX” για να μπω στο πνεύμα της και στο συναίσθημα του ήχου της πάτησα play στα πιο δημοφιλή της κομμάτια μήπως, οι συνθήκες κατά τις οποίες είχα έρθει σε πρώτη επαφή, δεν ήταν οι κατάλληλες για να εκτιμήσω την καλλιτεχνική της ολότητα. Αλλά κατέληξα να κάνω πάλι skip και άρχισα να διαβάζω κριτικές για το “LUX”. Τα διθυραμβικά λόγια του παγκόσμιου τύπου, με έκαναν να πατήσω play, έχοντας λίγα λεπτά για να διαγράψω κάθε ηχητική αντανάκλαση που έχω μέσα μου και να ακούσω τον δίσκο ως ένας λευκός άγραφος πίνακας. Αυτό επιτεύχθηκε στο μέγιστο βαθμό και χωρίς να το έχω σχεδιάσει, ξεκινώντας για ακόμη μια φορά ανορθόδοξα την ακρόασή μου από το “Berghain” το single προπομπό, το οποίο ακούσαμε λίγες μέρες πριν την επίσημη κυκλοφορία.
Παίρνω ανάσα κοιτώντας τον ήλιο έξω από το παράθυρο και γράφω σχεδόν με μια ανάσα πως το συγκεκριμένο κομμάτι δεν μπορεί κάποιος να το χαρακτηρίσει κάτι λιγότερο από σαρωτικό. Δεν σου αφήνει περιθώρια συζήτησης για το αν αυτό που ακούς, έστω και αν δεν το καταλαβαίνεις (και ηχητικά και νοητικά) μένει μέσα σου και δουλεύει σιωπηλά για να σε πάει όπου έχεις εσύ περισσότερη ανάγκη. Αυτή λοιπόν η εν γένει ρηξικέλευθη ιδέα σύνθεση και συνεργασία ( Björk & Yves Tumor) του “Berghain”, λειτούργησε ως μια μουσική εξαγνιστική οδός των παρελθοντικών ακουσμάτων.
Ο δίσκος ξεκινάει με το “Sexo, Violencia y Llantas” και εγώ έχω μείνει να κοιτάζω το ταβάνι. Από τη μία δεν καταλαβαίνω τίποτα, από την άλλη με συνεπαίρνει ολόκληρη. Μπλοκάρω την ευκολία του skip στο μυαλό μου και το “Reliquia” ειδικά στα τελευταία λεπτά με εκπλήσσει με την ενορχήστρωση, τη φρεσκάδα και την φανταστική λυρικότητα της Rosalía. Η Rosalía έχει επιμεληθεί τον δίσκο ως εκτελεστική παραγωγός και συνεργάζεται με την London Symphony Orchestra υπό τη διεύθυνση του Daníel Bjarnason, ενώ το έργο περιλαμβάνει στίχους σε 13-14 γλώσσες. Από τα ισπανικά και καταλανικά μέχρι λατινικά, γερμανικά, ουκρανικά, αραβικά, ιταλικά, κινέζικα… Όλος αυτός ο γλωσσικός πλουραλισμός για να είμαι ειλικρινής με αγχώνει και με αποπροσανατολίζει αλλά κατάφερα να το ελέγξω όταν κατάλαβα πως κάθε γλώσσα είναι μια άλλη υφή ήχου, ένα άλλο βίωμα και ένα άλλο σύμβολο. Κάθε ξένος στίχος αντιστοιχεί σε μια γυναίκα αγία, κάθε παράδοσης. Αν παρατηρήσει κάποιος το εξώφυλλο δεσπόζει η Αγία Ροζαλία, όπως την απεικόνισε ο Anthony van Dyck το 1624, μια μορφή που εδώ λειτουργεί ως καθρέφτης της ίδιας της καλλιτέχνιδας. Όπως η αγία που, σύμφωνα με τον θρύλο, έσωσε το Παλέρμο από την πανώλη, έτσι και η Rosalía φαίνεται να αναμετριέται με τα όρια της ύπαρξης και της τέχνης της – αναζητώντας φως μέσα από τη θνητότητα.
Ο δίσκος συνεχίζει. Έχω φτάσει στο “Mundo Nuevo” το οποίο κατ’ εμέ κλείνει υπέροχα σχεδόν το πρώτο μισό του δίσκου. Και κάπου εκεί καταλήγω πως o δίσκος δεν είναι ένας pop δίσκος. Με πρωταγωνιστές τα έγχορδα, τη χορωδία και την κλασική τοποθέτηση στη φωνή της, απέχει παρασάγγας από αυτό που έχω εγώ στο μυαλό μου ως pop, art pop, experimental pop …και όποια άλλη ταμπέλα. To μόνο pop στοιχείο που υπάρχει στο “LUX” είναι η ίδια η περσόνα της Rosalía, η οποία με ό,τι και αν καταπιανόταν θα ήταν pop(ular). Και γράφω η περσόνα, γιατί δεν θεωρώ ότι η Rosalía δεν είναι μόνο το “LUX” ή μόνο το “MΟΤΟΜΑΜI” και αυτό κερδίζει τον απόλυτο σεβασμό μου, γιατί με αυτόν τον τρόπο δείχνει πως δεν είναι μια καλλιτέχνιδα φυλακισμένη στο κοινό της.
Ο δίσκος είναι αδιανόητα δύσκολος. Και να τον παρακολουθήσεις και να γίνεις ένα με τις συνθέσεις του και να ενστερνιστείς τα λόγια του (όσα και αν καταλάβεις). Είναι ένας δίσκος πολλών μακροχρόνιων ακροάσεων. Το “LUX”, το φως δηλαδή, χωρισμένο σε τέσσερις κινήσεις όπου ο ήχος, η γλώσσα και η κουλτούρα γίνονται ένα, προερχόμενα όλα από μια μοναδική πηγή. Τον άνθρωπο. Οι θεματικές του για τον γυναικείο μυστικισμό, τη μετάλλαξη, την υπέρβαση, τη σχέση με το θείο στοιχείο, με το σώμα, το σκοτάδι, τον χωρισμό, την αποξένωση, αλλά και την αναγέννηση και την αναζήτηση ελπίδας μέσα από τον Θεό, θα πρέπει να μεταφραστούν για να μπορέσει ο ακροατής να ζήσει την πλήρη μέθεξη της ακρόασης. Δεν νομίζω ότι η pop αλλάζει έχοντας μόνο κριτήριο αυτόν τον δίσκο. Η pop μπορεί να αλλάξει όταν τόσο μεγάλα και αστραφτερά ονόματα όπως η Rosalía αφηγηθούν και στιχουργικά και μουσικά με τόσο αληθινό τρόπο τα σκοτάδια τους. Σε μια εποχή της πλήρους ψηφιοποίησης της τέχνης και εν συνεχεία της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης, η Rosalía έφτιαξε σε διάστημα τριών χρόνων έναν δίσκο που ρίχνει τους ρυθμούς και της fast music αλλά και του fast listening! Τα φυσικά όργανα, οι μεταλλικές και ξύλινες υφές, οι πολλές φωνές, τα ηλεκτρονικά ξεσπάσματα, οι άριες, το πιάνο, το λάτιν ταμπεραμέντο και οι «ρίζες» που δεν ήταν όλες δικές της, αλλά με κάποιον τρόπο έγιναν ένα με αυτήν, είναι ο λόγος που νιώθεις όλη αυτή τη ζεστασιά μέσα σου. Την ταχυκαρδία και την αυξημένη εγκεφαλική λειτουργία. Την πιο αγνή μορφή ντοπαμίνης. Την τέχνη που φτιάχνει ο συνάνθρωπος για τον συνάνθρωπο!
Στην αρχή είχα γράψει πως κανένα plot twist δεν θα διαβάσετε σε αυτό το κείμενο. Εγώ δηλαδή να μετατρέπομαι σε φαν της Rosalía. Ωστόσο θα σας πω ότι με χαροποίησε και σχεδόν με συγκίνησε, η αυθόρμητη κίνησή μου να προσθέσω το “La Rumba del Perdón” ως το πρώτο αγαπημένο του δίσκου και πρώτο αποθηκευμένο κομμάτι της στα αγαπημένα μου. Ξεχώρισα επίσης τα “Mio Cristo Piange Diamati”,”Memória”, “Reliquia”, “La Perla” και “Mundo Nuevo”.
