Το λιγότερο που μπορεί κάποιος να πει για την καλλιτεχνική διευθύντρια του Sani Festival, Όλγα Ταμπουρή-Μπάμπαλη, είναι ότι έχει ταυτιστεί απόλυτα και είναι η «ψυχή» του φεστιβάλ. Μάλιστα, μόλις έχει ενηλικιωθεί, 18 χρονών η θητεία της και μας αποκαλύπτει τις αγωνίες της, μας ξεναγεί στο φεστιβάλ του χθες και του σήμερα, ενώ δηλώνει πως το όνειρό της για το αύριο, είναι απλά η συνέχιση της ύπαρξης του θεσμού αυτού χωρίς εκπτώσεις.

Sani Festival για άλλη μια χρονιά (11 Ιουλίου έως 14 Αυγούστου 2014). Πρόκειται για ένα φεστιβάλ με δική του ταυτότητα που δεν φιλοξενεί περιοδεύουσες παραστάσεις, αλλά κάνει δικές του παραγωγές. Κι εσείς, θα λέγαμε, έχετε ταυτίσει το όνομά σας με το φεστιβάλ της Σάνης. Νιώθετε ότι καταφέρατε όσα προσδοκούσατε όταν πρωτοαναλάβατε το τιμόνι του Φεστιβάλ το 1996;
Όλγα Ταμπουρή-Μπάμπαλη
: Έπειτα από 18 χρόνια από τη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας του φεστιβάλ, μπορώ να πω πως με το φεστιβάλ μεγαλώσαμε μαζί! Για μένα, προσωπικά, το σημαντικότερο σε αυτό το project είναι ότι καταφέραμε να προσδιοριστούμε στον πολιτιστικό χάρτη της χώρας μας, αλλά και να αναδείξουμε, μέσω του πολιτιστικού μας στίγματος, την περιοχή γεωγραφικά στον παγκόσμιο χάρτη. Αυτή ήταν και η σημαντικότερη προσωπική μου προσδοκία.

Ο λόφος της Σάνης όπου πραγματοποιούνται οι εκδηλώσεις του Φεστιβάλ

Θα μας θυμίσετε πώς και πότε «γεννήθηκε» η ιδέα του SaniFestival;
Ο.Τ.Μ
: Το Sani Festival γεννήθηκε από μια ιδέα των ιδιοκτητών της ΣΑΝΗ Α.Ε. και συγκεκριμένα του Σταύρου και της Νίκης Ανδρεάδη, όταν επισκέφθηκαν ένα φεστιβάλ τζαζ στην Ιταλία και οραματίστηκαν πως θα μπορούσε κάτι παρόμοιο να πραγματοποιηθεί και στο Λόφο της Σάνης. Έτσι, το 1992 ξεκίνησαν δειλά με 2-3 συναυλίες τζαζ στο μαγικό τοπίο του λόφου. Ένα χρόνο μετά, αυτές οι εκδηλώσεις «βαπτίστηκαν» και ξεκίνησε η πορεία του γνωστού πλέον Sani Festival, που έφτασε να διανύει την 22η έκδοσή του.

Σε ένα μεγάλο βαθμό το φεστιβάλ ορίζεται από την ενότητα Jazz on the Hill, όπου καταφέρνετε να παρουσιάζετε μεγάλους μουσικούς που δεν έχουμε άλλη ευκαιρία να δούμε στην Ελλάδα. 
Ο.Τ.Μ: …Ίσως να είναι περιττό να το δηλώσω, αλλά προσωπικά, η μεγάλη μου αγάπη στη μουσική είναι η τζαζ μουσική. Στην εν λόγω μουσική ενότητα φιλοξενήθηκαν μέσα στα χρόνια που πέρασαν μεγάλου διαμετρήματος καλλιτέχνες, που αποδέχθηκαν την πρόσκληση και πραγματοποίησαν την πρώτη τους εμφάνιση επί ελληνικού εδάφους αποκλειστικά στον Λόφο της Σάνης, μεταξύ αυτών η Cassandra Wilson, ο Brad Mehldau, ο Gonzalo Rubalcaba. Φιλοξενήθηκαν και καλλιτέχνες της τζαζ, ανερχόμενα αστέρια την εποχή της πρόσκλησης από το φεστιβάλ, που στην πορεία αποδείχθηκε πως οι υποθέσεις ότι γρήγορα θα κατακτήσουν το διεθνές στερέωμα ήταν ορθές. Μεταξύ αυτών ενδεικτικά αναφέρω τους Yaron Herman, Tord Gustavsen, Lizz Wright, China Moses.

Ύστερα από τόσα χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας και σαφής στρατηγικής επιλογής των καλλιτεχνών, μπορώ να πω πως καταφέραμε να εκπαιδεύσουμε ένα κοινό στο συγκεκριμένο είδος. 

Πόσες ώρες αϋπνίας, αγωνίας και πόσα ξενύχτια αφιερώνετε, ώστε να καταλήξετε να «κλείσετε» τόσο μεγάλα ονόματα;
Ο.Τ.Μ: Ορθώς μιλάτε για αϋπνία, αγωνία και ξενύχτια… αλλά πώς μετριούνται τα παραπάνω σε μεγέθη, άραγε;! Μπορώ ειλικρινά να πω, πως πολλές φορές οι δόσεις ήταν μεγάλες. Δεν μειώνονται, δε, σημαντικά με τα χρόνια που περνούν, αφού υπάρχει πάντα η αγωνία-προσδοκία να πραγματοποιηθεί αυτό το οποίο μου έρχεται ως ιδέα, αλλά και το σημαντικότερο, να υπάρξει η τελική αποδοχή από το κοινό, να συμβεί η μέθεξη μεταξύ καλλιτέχνη και θεατών. Είναι μαγική αυτή η στιγμή και η ικανοποίηση που προκύπτει αρκούντως μεγάλη.

Παράλληλα, υπάρχει και το Sani Classic με συναυλίες με νέους μουσικούς, ενώ δεν λείπουν τα καλλιτεχνικά events, και οι κινηματογραφικές πρεμιέρες. Τι σας έχει χαραχτεί περισσότερο στο μυαλό από όλες τις εκδηλώσεις εδώ και τόσα χρόνια;
Ο.Τ.Μ: Η ενότητα αφιερωμένη στην κλασική μουσική, το Sani Classic, υπήρξε για πολλά χρόνια ένα πεδίο δράσης, μια ευκαιρία για νέους καλλιτέχνες του είδους να ερμηνεύσουν κλασικές συνθέσεις ενώπιον ενός διεθνούς κοινού. Πολλοί από τους συμμετέχοντες καλλιτέχνες, πρωτοεμφανιζόμενους τότε, διακρίθηκαν, ακολούθησαν μια αξιοσημείωτη πορεία. 

Για αρκετά, δε, χρόνια στο παράλληλο πρόγραμμα του φεστιβάλ πραγματοποιήσαμε εικαστικές εκθέσεις σπουδαίων Ελλήνων καλλιτεχνών, όπως της Όπυς Ζούνη, του Αλέκου Φασιανού, Πέτρου Ζουμπουλάκη, Βαγγέλη Πλοιαρίδη, του γλύπτη Θεόδωρου και άλλων.

Στο πλαίσιο μιας διαρκούς ανανέωσης για τη διεύρυνση των οριζόντων μας, πειραματίστηκα αρκετές φορές ψάχνοντας να βρω τις δημιουργικές συνδέσεις και αλληλεπιδράσεις της τέχνης της μουσικής και με άλλες τέχνες. Έτσι, προέκυψαν ενότητες όπως αυτή στην οποία αναφέρεστε, που συνδύαζε τον κινηματογράφο με τη μουσική, την επονομαζόμενη Music on Film vs Film on Music, στην οποία πραγματοποιήθηκαν το πρώτο στην Ελλάδα cine concert με την προβολή ενός ντοκυμαντέρ πάνω στη ζωή και προσωπικότητα του υπέροχου πιανίστα της world jazz, Abdullah Ibrahim και μια συναυλία του ίδιου του καλλιτέχνη που ακολούθησε αμέσως μετά τη λήξη της προβολής, αλλά και το ιδιότυπο όσο και μοναδικό project του σπουδαίου Peter Greenaway, The Lupercyclopedia, μια performance ζωντανού κινηματογράφου και φυσικά τη συναυλία του υπέροχου Michel Legrand με την Alison Moyet και τις προβολές κινηματογραφικών ταινιών, των οποίων έγραψε τημουσική επένδυση και έγραψαν ιστορία.

Από πέρυσι, συνεχίζουμε να εξερευνούμε την έβδομη τέχνη μέσα από δείγματα-διαμάντια ταινιών μικρού μήκους σε συνεργασία με το διεθνές Thessaloniki Short Film Festival.

Τι μένει με τη λήξη κάθε φεστιβάλ; Μια γλυκιά ανακούφιση ότι πήγαν όλα καλά ή μια νέα μέρα προσπαθειών και προτάσεων ξημερώνει για το επόμενο SaniFestival;
Ο.Τ.Μ: Και τα δύο ταυτόχρονα. Η ανταπόκριση, η επιτυχία της μιας διοργάνωσης δίνει το σύνθημα για ακόμη δημιουργικότερες σκέψεις για την επόμενη. 

Πώς έχετε επιτύχει το κοινό του φεστιβάλ να αποτελείται όχι μόνο από Έλληνες αλλά και από ξένους επισκέπτες οι οποίοι εισπράττουν μια ωραία εικόνα της καλλιτεχνικής σκηνής της Ελλάδας κι όχι απλώς μια φολκόρ κατάσταση;
Ο.Τ.Μ: Η ανάδειξη μιας εναλλακτικής πρότασης ψυχαγωγίας στον επισκέπτη της περιοχής – σε αντίστιξη μιας επίπεδης και κακής ποιότητας ψυχαγωγίας που επικρατούσε τις δεκαετίες ’80 και ’90, όταν γεννήθηκε το φεστιβάλ- μέσω ενός ποιοτικού πολιτιστικού προϊόντος, ήταν ένας κύριος στόχος για την εταιρεία ευθύς εξαρχής.

Η δημιουργία μιας «εμπειρίας» που μεταφέρει ο επισκέπτης στις «αποσκευές» του και τη μεταδίδει στο κοινωνικό του περιβάλλον λειτουργώντας ο ίδιος ως διαμορφωτής γνώμης, αυτό είναι το ζητούμενο. Οι τρόποι για να επιτευχθεί αυτό είναι πολλοί. Εμείς επιλέξαμε, μεταξύ άλλων,  να χτίσουμε και να προσφέρουμε ένα ποιοτικό πολιτιστικό προϊόν, έχοντας πάντα στο νου τη συνθήκη ότι απευθύνεται σε ένα αμάλγαμα κοινού, μια «παλέτα» ανομοιογενή που αποτελείται από γηγενείς, Έλληνες και ξένους επισκέπτες της περιοχής.

Στο φετινό πρόγραμμα ποιο κομμάτι ξεχωρίζετε ιδιαίτερα και γιατί;
Ο.Τ.Μ: Θεωρώ σημαντικό – ιδιαίτερα σε εποχές κρίσης- να δίνονται ευκαιρίες δημιουργικών συνευρέσεων μεταξύ Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών, ένα από αυτά τα καλλιτεχνικά «προξενιά» είναι η συναυλία που συμπράττουν ένας από τους σημαντικότερους τρομπετίστες, ο Terence Blanchard με την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης υπό τη διεύθυνση του Ελληνοδανού αρχιμουσικού Στέφανου Τσιαλή και εξαίρετοι σολίστ, μουσικοί από τους καλύτερους του τοπικού δυναμικού της πόλης της Θεσσαλονίκης.

Εκτός από αυτή την ιδιαίτερη και σημαντική συνάντηση, φέτος στο Sani Festival πειραματιζόμαστε και με άλλες παραστατικές τέχνες και συγκεκριμένα παρουσιάζουμε δύο παραστάσεις: Την παράσταση The Squafts που θα δώσει το σχήμα Kinetic Theatre of Moscow του εμπνευσμένου χορογράφου και σκηνοθέτη Sasha Pepelyaev που αναμένεται να κλέψει τις εντυπώσεις με μια ρηξικέλευθη παράσταση.

Επίσης, μια παραγωγή που δίνει έμφαση στην εγχώρια πρωτοποριακή δημιουργία, αλλά και στην έννοια της συλλογικότητας, αποτελεί η πρεμιέρα της κινηματογραφικής παράστασης «Α». Mια κινηματογραφική παράσταση σε σκηνοθεσία του ταλαντούχου Στάθη Αθανασίου, εμπνευσμένη από τον μύθο της Αντιγόνης, μια μεταμοντέρνα έκδοση του αρχαίου ελληνικού δράματος, η οποία πήρε σάρκα και οστά μέσω κοινωνικής χρηματοδότησης στηρίζοντας νέους, καταξιωμένους Έλληνες δημιουργούς, που δούλεψαν συλλογικά από το Α ως το Ω για τη μετουσίωση της καλλιτεχνικής ιδέας.  

Σε κάποιον που θα έρθει για πρώτη φορά φέτος στο φεστιβάλ, τι θα του προτείνατε να ακούσει και να δει; 
Ο.Τ.Μ: Ας επιλέξει ο καθείς ανάλογα με τις προσωπικές του προτιμήσεις από το σύνολο των διαφορετικών εκδηλώσεων που απαρτίζουν το πρόγραμμα της φετινής έκδοσης του φεστιβάλ.

Το όραμά σας για το SaniFestival ποιο είναι; Τα όνειρά σας για το αύριο;
Ο.Τ.Μ: Θα ακουστώ ίσως ιδιαίτερα μετριοπαθής, διότι τα όνειρα και τα οράματα εκφράζονται συνήθως σε μεγαλεπήβολους στόχους, ιδέες και λέξεις. Ωστόσο, αυτές τις μέρες που ζούμε το να συνεχίζουμε να υπάρχουμε ως διοργάνωση με την ίδια συνέπεια στην ποιότητα τόσο σε καλλιτεχνικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο υπηρεσιών – χάρη φυσικά στη γενναία υποστήριξη της ΣΑΝΗ Α.Ε.-  είναι ήδη σπουδαίο, οπότε αυτό είναι το όνειρό μου για το αύριο: Η συνέχιση της ύπαρξης του θεσμού αυτού χωρίς εκπτώσεις.

Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της συνεργασίας του ελculture με το mikrocosmos.gr

Sani Festival 2014 |11 Ιουλίου έως 24 Αυγούστου |Sani Resort