H Kρις είναι μια τριαντάρα queer σκηνοθέτιδα, που έχει κάνει ως τώρα μια ταινία με μηδαμινό μπάτζετ, η οποία είχε μια φεστιβαλική απήχηση και έκανε μια κάποια καλλιτεχνική αίσθηση. Της κεντρίζει, λέει, το ενδιαφέρον το σημείο που διασταυρώνονται στη μαζική κουλτούρα η απεικόνιση των τεράτων με την απεικόνιση των queer ατόμων. Στην πρώτη της ταινία το έκανε πειράζοντας το «Ψυχώ». Σε ένα άλλο κινηματογραφικό οικοσύστημα θα συνέχιζε τον έξω από την κεντρική λεωφόρο δρόμο. Εδώ όμως είναι Χόλιγουντ και τώρα ένα μεγάλο στούντιο την καλεί να έρθει να αναβιώσει το “Camp Miasma”, ένα franchise ταινιών τύπου «Παρασκευή και 13» που άκμασε στη δεκαετία του ’80 και μετά από πολλά ριμέικ παρήκμασε. Με την έλλειψη φαντασίας και διάθεσης για ρίσκο που δέρνει τα στούντιο, οι πιο εύκολες συνταγές, τα πιο σίγουρα στοιχήματα για λεφτά είναι οι αναβιώσεις παλιών franchise. Αλλά επειδή οι καιροί έχουν αλλάξει, χρειάζονται και κάποιους να τις ξεπλύνουν από τις παρωχημένες αντιλήψεις και εν προκειμένω, στην περίπτωση του “Camp Miasma”, την τρανσφοβία. Γιατί εδώ ο πνιγμένος εκδικητής σίριαλ κίλερ που βγαίνει από τη λίμνη για να σπείρει τον σπλάτερ όλεθρο σαν τον Τζέισον του «Παρασκευή και 13», ήταν ένα πλάσμα που τις μισές μέρες της εβδομάδας ντυνόταν στην κατασκήνωση αγόρι και τις άλλες μισές κορίτσι, καθώς του είχαν καταστρέψει την ταυτότητα φύλου οι ψυχασθενείς γονείς του. Οι υπόλοιποι κατασκηνωτές, οι φυσιολογικοί και κανονικοί, ένα βράδυ στη λίμνη τι να κάνουν, ε το ένα φέρνει το άλλο και τον πνίγουν, με αποτέλεσμα αυτός κάθε λίγα χρόνια να ξεπετάγεται από τη λίμνη με το δόρυ του και να γλεντάει κόσμο. 

Η Κρις δέχεται την πρόταση έχοντας πλήρη επίγνωση του τι θέλει το στούντιο από εκείνη (αν και με μια κρυφή ματαιοδοξία ότι όντως πιστεύουν πως είναι η φωνή της γενιάς της), ταυτόχρονα όμως φιλοδοξώντας να κάνει κάτι εντελώς φρέσκο και καινοτόμο και όχι ένα ριμέικ του ριμέικ του ριμέικ. Άλλωστε η σύμπτωση είναι ότι είχε δει ως κοριτσάκι την πρώτη ταινία της σειράς και την είχε σημαδέψει. Συνολικά αλλά και ειδικά το βλέμμα της πρωταγωνίστριας. Πηγαίνει έτσι να συναντήσει την εξηντάρα Μπίλι  που ήταν η πρωταγωνίστρια μόνο αυτής της πρώτης ταινίας. Παρότι ήταν το “final girl”, το κορίτσι που επιβιώνει, δεν ξανάπαιξε στη σειρά. Και γενικά εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Θέλει να την πείσει να είναι μέρος της νέας ταινίας. Η Μπίλι ζει εντελώς μόνη της, απ’ όλα τα μέρη του κόσμου στον χώρο που γυρίστηκε το “Camp Miasma”. Περίεργο, ε; Προφανώς. Όταν πρωτοσυναντιούνται και η Κρις θα τη ρωτήσει γιατί επέλεξε να ζει εδώ, η Μπίλι θα της απαντήσει κάτι του στυλ ότι το κάνει επειδή λίγο πιο πέρα, μέσα στη λίμνη, ζει και ο σίριαλ κίλερ της ταινίας, ο “Little Death”, ο μικρός θάνατος (μπορείς να γκουγκλάρεις να δεις τι σημαίνει μεταφορικά ο όρος). Θα σπεύσει βέβαια να διευκρινίσει αμέσως στη φρικαρισμένη Κρις ότι πλάκα της έκανε, αλλά έλα τώρα, δεν είναι νορμάλ καταστάσεις αυτές και ήδη το σκηνικό της απομόνωσης έχει στηθεί. Γίνεται να μη συμβεί κάτι πάρα πολύ αλλόκοτο από εδώ και εμπρός σε αυτό ακριβώς το μέρος;

Φυσικά και δεν γίνεται και φυσικά και θα συμβεί. Αλλά όχι με τον τρόπο που περιμένεις. Και μάλιστα δεν θα συμβεί με τον τρόπο που περιμένεις, όχι μόνο αν τυχόν βλέπεις την ταινία χωρίς να έχεις καμία προηγούμενη πληροφορία για αυτήν, αλλά ακόμα κι αν γνωρίζεις ότι πρόκειται για μια meta ανάγνωση του συγκεκριμένου κινηματογραφικού είδους. Δεν θα ακολουθήσει η ταινία που φανταζόσουν ότι θα δεις, θα ακολουθήσει κάτι πάρα πολύ διαφορετικό. Για την ακρίβεια, τόσο καταλυτικά διαφορετικό, που υπάρχουν τρεις εκδοχές: είτε θα σε πετάξει τελείως έξω και θα πεις τι δηθενιές βλέπω, Θεέ μου, είτε αν έχεις πάει για να δεις καθαρόαιμο ή έστω ημίαιμο slasher θα σε αφήσει με ένα ανάμεικτο συναίσθημα γιατί θα νιώθεις ότι αυτό που είδες σίγουρα σου πρόσφερε τις σπλατεριές του αλλά ταυτόχρονα σαν να τις αποδομεί κιόλας, είτε τέλος (και αυτή είναι η προσωπική μου στάση απέναντι στην ταινία) θα πεις ότι, όπα, εδώ υπάρχει κάτι που δεν μπορούμε να προσπεράσουμε έτσι, εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε κάτι πολύτιμο, το «Σεξ και Αίμα στο Κάμπ Μίασμα» του Τζέιν Σένμπρουν είναι μια ταινία που τολμά να βάλει βαθιά το αιχμηρό της δόρυ.

Γιατί ενώ μιλά για ένα συγκεκριμένο κινηματογραφικό genre, μέσω αυτού μιλά για το σινεμά στο σύνολό του και τελικά για την τέχνη στο σύνολό της. Μιλά για μια βασική λειτουργία των θρίλερ (του σινεμά – της τέχνης), για τους μηχανισμούς ταύτισής μας με τους μυθοπλαστικούς ήρωες και τις ιστορίες τους, για το πώς μας κάνουν να βγαίνουμε από τον εαυτό μας και να μεταφερόμαστε κάπου αλλού, κάπου που μπορούμε να ταραχτούμε, να τρομάξουμε, να ενθουσιαστούμε, να διεγερθούμε, να παγώσουμε, αλλά και ταυτόχρονα, ανά πάσα στιγμή, αν όλο αυτό αρχίσει να μοιάζει πολύ πραγματικό, μπορούμε να κάνουμε πίσω και να επιστρέψουμε στην πραγματικότητα και σε εμάς, έχοντας όμως στο μεταξύ διοχετεύσει εκεί κάτι που έπρεπε να διοχετευθεί, με το μυαλό μας και την καρδιά μας να έχουν κάνει ένα ταξίδι αντίστοιχο με εκείνο που μας προσφέρουν τα όνειρα όταν κοιμόμαστε.

Το «Σεξ και Αίμα στο Καμπ Μίασμα» θέλει τελικά να μιλήσει για την τη σεξουαλικότητα και τις φαντασιώσεις, όχι μόνο του ίδιου του Τζέιν Σένμπρουν (που γεννήθηκε Τζον και οι τρεις ως τώρα ταινίες του όπως λέει ο ίδιος αντανακλούν κατά κάποιον τρόπο τα διάφορα ψυχολογικά στάδια της φυλομετάβασής του), αλλά για όλους μας. Είναι μια ταινία που μιλάει γενικά για τις φαντασιώσεις. Για πράγματα που δεν κάνει να σκεφτόμαστε, που δεν κάνει να λέμε, που ενδεχομένως δεν κάνει να επιθυμούμε. Για τη σχέση των ταινιών και των φαντασιώσεων. Για την υποσυνείδητη πηγή από την οποία βγαίνουν οι ταινίες. Για τα όρια μεταξύ φαντασίωσης και πραγματικότητας. Για το ότι εκεί, σε αυτόν τον κατεξοχήν χώρο της φαντασίας και της φαντασίωσης, στο σινεμά, μπορούμε να προβάλλουμε απαγορευμένες στη ζωή επιθυμίες. 

Γιατί όμως να είναι καλό αυτό; Γιατί να βγάζει νόημα; Αν κάτι είναι προβληματικό στην αληθινή ζωή (και είναι προβληματικό για λόγους εντελώς εξηγήσιμους και όχι επειδή έτσι μας έμαθαν πως είναι), γιατί άραγε να είναι ΟΚ να το φαντασιωνόμαστε και να το αναπαριστούμε σε ταινίες; Ενώ το λογικό μου κομμάτι θα ήταν έτοιμο να πει ας το ξεφορτωθούμε από παντού, ας το καταπολεμήσουμε στη ρίζα του, ας μην μετατρέπουμε την τέχνη και το σινεμά και τη λαϊκή κουλτούρα σε πεδίο μεταφοράς του, η αναπαραγωγή του ενδεχομένως διαιωνίζει την προβληματικότητα, επικρατεί μακράν το άλλο κομμάτι μέσα μου, το μη μονοδιάστατα λογικό, που λέει, όχι βέβαια, άστο να βρίσκεται εκεί, ας το εκεί για να αναπνέουμε, ας τα εκεί να μην τα πνίξει όλα η πραγματικότητα και ο ψυχικός υγιεινισμός της. 

Δεν ξέρω αν η Τεχνητή Νοημοσύνη θα συμφωνούσε -ακόμα;- με μια τέτοια θεώρηση των πραγμάτων, δεν ξέρω αν κάτι τέτοιοι παραλογισμοί είναι που μας διαφοροποιούν -ακόμα;- ως νοήμον είδος, πάντως συμπτωματικά όλα αυτά συνδέονται με όσα λέγαμε πριν μερικές μέρες και για το «Φιόρδ» του Κριστιάν Μουντζίου. Εκεί το ζήτημα ήταν πιο ιδεολογικό: πρέπει να ψάξουμε με νυστέρι το τι τελικά θέλει να πει ο ποιητής και προς τα πού μεροληπτεί, πρέπει να στραγγίσουμε την τέχνη εντελώς από τη διάσταση της αφήγησης μιας ιστορίας; Ακόμα κι αν η ετυμηγορία μας ήταν δίκαιη, ακόμα π.χ. κι αν βρισκόμασταν πολιτικά απέναντι στον Μουντζίου, μήπως θα είχαμε στο μεταξύ χάσει κάτι ζωτικότερης σημασίας, την τέχνη ως ένα καταφύγιο ελευθερίας; Και στο «Σεξ και Αίμα στο Καμπ Μιάσμα» αντίστοιχα: Είναι ΟΚ ή άρρωστο να καυλώνεις με φαντασιώσεις ότι ο άλλος σε κυνηγάει για να σε σφάξει; Είναι ΟΚ ή άρρωστο να φτιάχνεσαι με τον κίνδυνο ή με το ότι ο άλλος καιροφυλακτεί στη γωνία για να παραβιάσει το κορμί σου; Μπορούμε πάντα να τελειώνουμε με την τέχνη, μπορούμε αντ’ αυτής να έχουμε μόνο κατηχήσεις και θεραπείες για τις μάζες. Να δούμε πόσο καλύτερα θα πήγαινε αυτό, πόσο πια όλα θα τα κατάπινε η δυστοπία.

Υπάρχει μια τρύπα στο βάθος της λίμνης και από εκεί βγαίνουν οι ταινίες. Προβολές των πιο σκοτεινών επιθυμιών μας και των πιο φωτεινών μας οραμάτων, των φόβων μας και των παθών μας, όσων δεν μπορούμε να βάλουμε σε τάξη, όσων μας ορίζουν ή έστω μας συγκαθορίζουν ως άτομα θνητά, φθαρτά, τυχαία, εν τέλει ολομόναχα στο παιχνίδι της ύπαρξης. Αλλά τι γίνεται αν το βλέμμα της ηρωίδας που καρφώνεται στο μυαλό ενός μικρού κοριτσιού, δεν είναι το βλέμμα μιας αναπαράστασης αλλά μιας αληθινής πράξης; Πώς μπορείς να βγεις από εκεί όταν γίνεται πολύ ζωντανό; Μολονότι η ίδια η ταινία δεν είναι φειδωλή στο να μας προσφέρει πολλές αναγνώσεις, είναι και τόσο πλούσια που επιτρέπει να κάνουμε και άλλες. Προσπαθώ να φιλτράρω και να δω από απόσταση τον ενθουσιασμό μου και δεν μου βγαίνει. Έχουμε να κάνουμε με κάτι πολύ σημαντικό και αν υπάρχει ένα πράγμα που μπορείς να καταλογίσεις στην ταινία είναι ότι εκεί που ο Λιντς ή ο Κρόνενμπεργκ θα χρησιμοποιούσαν πολύ λιγότερο μυαλό και θα τα παρέδιδαν όλα απευθείας στο όνειρο, εδώ είναι ακόμα έντονα παρούσα, μια συνειδητότητα που όσο κι αν νοηματικά προσφέρει πόνο, εμποδίζει το ανεξήγητο και την ονειρική υφή του να τα σαρώσουν όλα.

Εντελώς συντονισμένες στο όραμα του Σένμπρουν η απολαυστική Χάνα Άινμπίντερ και η ντίβα Τζίλιαν Άντερσον, συνθέτουν ένα ζευγάρι πρωταγωνιστριών που παίζει και να έχουμε να δούμε από την εποχή του «Θέλμα και Λουίζ».