Κατευθυνόμενος προς το Ηρώδειο για την επέτειο των 50 χρόνων από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, από το Φεστιβάλ Αθηνών υπό τη μορφή της συναυλίας «Η δική μας Μεταπολίτευση», είχα πολλά ερωτήματα και μία βεβαιότητα. Ήμουν βέβαιος πως ο Διονύσης Σαββόπουλος ήταν ο ιδανικός οικοδεσπότης γι’ αυτή τη διήμερη γιορτή που ήταν και sold out απ’ την αρχή. Όμως θα μας έλεγε ιστορίες ο Νιόνιος; Ποια τραγούδια θα επέλεγε και γιατί μόνο από την περίοδο 1973 – 1983; Πότε αρχίζει και πότε τελειώνει η μεταπολίτευση χρονολογικά;

Γύρω μου τουρίστες και καλοντυμένος κόσμος. Άρχιζα να ξεχωρίζω ποιοι πάνε για τη βόλτα τους και ποιοι για το Ηρώδειο. Αλήθεια θα ‘χει νέους αυτή η συναυλία ή μόνο άνω των 60 Μαΐων; Θα ‘χει πολιτικούς; Θα ‘χει καμία ευχάριστη έκπληξη η βραδιά; Μόλις κάθισα στο μαξιλαράκι το γκρι πάνω απ’ το μάρμαρο άρχισαν να μου λύνονται οι απορίες μία μία.

Άρχισαν τα όργανα κι ο Νιόνιος με τις τιράντες, τα γυαλιά του και μια κόκκινη γραβάτα μας τραγουδά «Για τα παιδιά που ‘ναι στο κόμμα».

«Τόσα χρόνια κάθε που μπαίνει το καλοκαίρι γίνομαι 16, 17 χρονών», μοιράστηκε με εμάς ο Διονύσης Σαββόπουλος. «Έπιασα τα 80 και φυσικά είμαι πολύ τυχερός διότι διαπιστώνω ότι το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου κύλησε μέσα σ’ αυτό το φωτεινό ξέφωτο που λέγεται Μεταπολίτευση». Σα να ήθελε στο Ηρώδειο ο Νιόνιος να μας διδάξει και να μας υπενθυμίσει πόσο τυχεροί είμαστε για τα 50 χρόνια πολιτικής ομαλότητας της χώρα μας. «Καταφέραμε 50 χρόνια πολιτική ομαλότητα, μπορούμε να δώσουμε συγχαρητήρια στον εαυτό μας γι’ αυτό», συνέχισε. Αναρωτιόμουν όμως με τι τίμημα, η Δημοκρατία γενικά θέλει θυσίες, αλλά από ποιους μόνο; Απ’ τους πολίτες; Έδιωξα αυτές τις σκέψεις για ν’ ακούσω τον Νιόνιο που άρχισε να μας μεταφέρει λίγο στο κλίμα της εποχής της μεταπολίτευσης:

«Κατέβαιναν οι εμιγκρέδες μας που είχαν φύγει δηλαδή εξαιτίας της χούντας και τώρα επέστρεφαν. Χιλιάδες σπίτια είχαν τα φώτα αναμμένα και υποδέχονταν τους δικούς τους από τις ξενιτιές, από τις φυλακές, από τις εκτοπίσεις κι από τις εξορίες. Ήταν μια κατάσταση που ο κόσμος σήκωνε στους ώμους τους, πολιτικούς ηγέτες. Πανηγύρι σας λέω. Ο καθένας ξεχωριστά πίστευε ότι τώρα θα πραγματοποιηθούν τα πιο τρελά του όνειρα. Κι αυτό το πράγμα δημιουργούσε μια συλλογική έξαψη που εμένα τουλάχιστον μου προκαλούσε μια ανησυχία διότι κοιτάξτε. Περνούσε ένας με κόκκινο, του έβαζε τις φωνές ο αστυφύλακας κι ο παραβάτης γελούσε: “Άστα αυτά, έχουμε δημοκρατία τώρα”. Τι νομίζανε ότι θα γίνει δηλαδή; Θα γινόταν ένα καινούργιο ξεκίνημα με την αποκτηθείσα ωριμότητα ή θα γυρνούσαμε πάλι στα ίδια και τα ίδια στην πόλωση, στη φανατίλα;».

 

 

Εδώ μου χτύπησε καμπανάκι, αυτή η γενιά είχε τόσο καταπιεστεί που λογικό ήτανε να μπερδέψει την ελευθερία με την ελευθεριότητα που τουλάχιστον εγώ βίωσα στην Ελλάδα που μεγαλώνω και μεγάλωσα.

Συνέχισε ο Νιόνιος: «Μου έλεγε η γυναίκα μου, “Όλοι Διονύση μου κατεβαίνουμε στο Σύνταγμα, εμείς γιατί δεν κατεβαίνουμε;” Ήθελα να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά. Πρώτα απ’ όλα κάθισα κι έγραψα ένα τραγούδι για την Κύπρο, στην τραγωδία της οποίας οφείλουμε τη δική μας ελευθερία. Και το έδωσα να το τραγουδήσει η Μελίνα Μερκούρη σε εκείνη τη συναυλία στο γήπεδο του Παναθηναϊκού στην Αλεξάνδρας. Και θα ήθελα τώρα να σας πω, έτσι Ιούλιος ήτανε πάλι μέσα στη βράση το είχα γράψει. Με αυτό το τραγούδι, αγαπητοί φίλοι, να αρχίσει το κυρίως μέρος του προγράμματος, το οποίο λέγεται Η δική μας μεταπολίτευση. Δηλαδή πώς είδαμε τη μεταπολίτευση εμείς οι μουσικοί, οι τραγουδιστές, οι συνθέτες. Πώς είδε η μεταπολίτευση το ελληνικό τραγούδι. Τόσο εγώ όσο και οι συνεργάτες μου σας ευχόμαστε μια φωτεινή νύχτα, ασπαζόμαστε τα μαγουλάκια σας …καλά να περάσετε».

Περάσαμε όντως καλά, παρά κάποια καμπανάκια που μου χτυπάγανε, γιατί λατρεύω τον Νιόνιο, είναι ήχος οικείος και διδακτικός στ’ αυτιά μου. Επίσης σας προτρέπω να δείτε την καταπληκτική εκπομπή που έκανε κάποτε στην ΕΡΤ το Ζήτω το Ελληνικό Τραγούδι (θα την βρείτε στο ERTflix) αλλά δεν μπορώ να συμφωνώ μαζί του και σε όλα. Ας πούμε δεν συμφώνησα, όταν προσφώνησε έστω κι από ευγένεια την Πρόεδρο της Δημοκρατίας κυρία Σακελλαροπούλου «ως την πρόεδρο δημοκρατίας της καρδιάς μας». Χαίρομαι που όμως μπορώ να γράφω σε μια εποχή που δεν με λογοκρίνουν, μα ο Νιόνιος την έζησε την εποχή εκείνη και μίλησε γι’ αυτό:

«Η λογοκρισία ήταν στην οδό Ζαλοκώστα. Λογοκρισία υπήρχε και πριν τη δικτατορία και μετά τη δικτατορία, αλλά στην περίοδο της δικτατορίας είχε λυσσάξει. Εγώ τότε έγραφα το βρώμικο ψωμί. Με φωνάζουνε λοιπόν εκεί στη Ζαλοκώστα. Τι βλέπουμε εδώ κύριε Σαββόπουλε; Στίχο σ’ αυτό τον τόπο όσοι αγαπάνε τρώνε βρώμικο ψωμί; Μάλιστα του απαντώ. Α Μάλιστα ε; Δηλαδή δεν έχουμε καθαρά φουρνάδικα στην Ελλάδα, κύριε Διονυσάκη μας. Προσπάθησα να τους εξηγήσω τι θα πει ποιητική μεταφορά, αντικειμενική συστοιχία. Δεν δείχνανε να με καταλαβαίνουν. Λέγανε διάφορα, έλεγα και γω, τους τρέλανα στην πολυλογία. Στο τέλος συμβιβαστήκαμε κάπως. Να μη λέω σ’ αυτόν τον τόπο όσοι αγαπάνε. Να λέω σ’ αυτό τον κόσμο, όσοι αγαπάνε».

Και τραγούδησε το τραγούδι αυτό με τον Μανώλη Μητσιά, ο οποίος μετά κάθισε στις καρέκλες που ‘ταν στη σκηνή και μόνο τραπεζάκια σιδερένια λείπανε, γιατί ήταν σαν να καθόμασταν στην πλατεία του χωριού κάτω από τον πέτρινο πλάτανο του Ηρωδείου κι όλοι εμείς στον λόφο τον μαρμάρινο καθισμένοι ν’ ακούμε τον Νιόνιο, να μοιράζεται μαζί μας μαθήματα ζωής που τα τραγουδούσε μαζί με φίλους και τη Χορωδία της ΕΡΤ. Αγαπημένα μου τραγούδια όπως τον Πολιτευτή, για τον οποίο ανέφερε σχετικά:

«Είχα έναν φίλο. Δόξα τω Θεώ, γύρισε ο άνθρωπος από την εξορία και μάλιστα έβαλε και υποψηφιότητα για βουλευτής. Πολιτεύτηκε. Τώρα εγώ είχα κυκλοφορήσει σε 45άρι αυτό το τραγούδι που ακούσατε τον Πολιτευτή “που διάβαζες και Ρίτσο και αρχαία τραγωδία”. Για μένα το έγραψες μου λέει. Όχι, γιατί; Γιατί κατά σύμπτωση, εκεί που μας είχανε στο Λακκί, στη Λέρο, είχα πάρει μαζί μου και τον Αισχύλο και τον Γιάννη Ρίτσο. Τι λε ρε μεγάλε, του λέω, σοβαρά και τώρα που γύρισες βρήκες και “φοιτητριούλα να σ’ έχει ερωτευτεί;” Μάλιστα μου λέει. Καλά έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Του λέω Καλά, εγώ ξέρω ότι είσαι καλό παιδί, αλλά ας έχει και το νου της η νεολαία ποιος την παραμυθιάσει κάθε φορά.

Είχανε πολλοί από αυτούς μεταμορφωθεί σε μικρούς ινστρούχτορες. Σου τη λέγανε μέσα στο σπίτι, στο ταξί στη διπλή μίσθωση, στη στάση, στα λεωφορεία. Ερχόντουσαν στις συναυλίες, κάνανε κριτική, σου λέγανε ότι τα τραγούδια σου ακολουθούν λάθος δρόμο για τον σοσιαλισμό …τέλος πάντων. Ο γέρο Καραμανλής είχε στείλει στην Τζια, ώσπου να δει τι θα κάνει μαζί τους, τον Παττακό, τον Μακαρέζο, τον Παπαδόπουλο. Ο κόσμος φώναζε “κάθαρση” βεβαίως, αλλά πάρα πολλοί ήταν αυτοί που απαιτούσαν την τιμωρία, όχι μόνο των πρωταιτίων αλλά όλων. Να τιμωρηθούν ανώτεροι και κατώτεροι, από στρατηγούς μέχρι λοχίες. Τώρα αυτό ήταν κάπως δύσκολο, διότι σε αυτή την περίπτωση θα έπρεπε να ξηλώσουν το 80%. Μην κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας, το 80% του ελληνικού στρατού».

 

 

Θα ήθελα τη μεταπολίτευση πιο καθαρτική μα ο Νιόνιος που την έζησε μου απαντά:

«Αλλά η μεταπολίτευση δεν ήταν έτσι. Η μεταπολίτευση ήθελε κατάμεστα γήπεδα και ηρωικά τραγούδια. Γι’ αυτό και απορήσαμε όταν μάθαμε ότι ο μέγας Μίκης Θεοδωράκης μελοποιεί Μανόλη Αναγνωστάκη. Μανόλης Αναγνωστάκης Μιλάμε. Ποιητής. Χαμηλόφωνος. Στοχαστικός. Σχεδόν ψιθυριστός. Κορυφαίος της λεγόμενης ποιητικής γενιάς της ήττας. Σπουδαίος, πόσες φορές δεν έχουμε ψιθυρίσει στίχους του; Λέει: “Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ. Μικροζημιές και μικρο κέρδη συμψηφίζονται. Το θέμα είναι τ ώ ρ α τι λες”. Ε, την απάντηση θα την σκεφτούμε μέχρι το τέλος της συναυλίας. Εμένα τότε με έτρωγε πως ο Μίκης Θεοδωράκης από εκεί που ήταν ένα Βυζάντιο με τούμπανα, πώς θα έφτανε στον ψίθυρο. Όταν κυκλοφόρησαν οι μπαλάντες σε δίσκο έσπευσα.

Τώρα δεν ξέρω να σου πω για όλα τα τραγούδια. Υπάρχει όμως κάτι αριστουργηματικό εκεί μέσα. Ο Μίκης Θεοδωράκης μέσω του Μανόλη Αναγνωστάκη μας δείχνει την κούραση, τη μοναξιά του. Φανερώνει την ικεσία στα ιδανικά του, την αξιοπρέπεια, δηλαδή όλα αυτά τα πράγματα που αισθάνεται όποιος αντιστασιακός πέρασε μέσα από τη φωτιά, όπως αισθάνεται όλος εκείνος ο κόσμος που έκανε σημαιοφόρο του τον Αλέκο Παναγούλη, όπως όλοι εκείνοι οι άνθρωποι και με το κίνημα του Ναυτικού να συμπλέει, όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που στάθηκαν όρθιοι απέναντι στη χούντα. Κι ούτε το φωνάξανε κι ούτε το κοκορεύτηκαν ποτέ. Πάνω σ’ αυτούς στηρίχτηκαν οι ελπίδες μας για ένα νέο ξεκίνημα χωρίς τις πλάνες του παρελθόντος. Ας σωπάσουμε εδώ κι ας ακούσουμε».

Κι ακούσαμε άσματα από τις φωνές του Μανώλη Μητσιά, της Μαρίας Φαραντούρη, της Μελίνας Τανάγρη, του Χρήστου Θηβαίου, του Πάνου Μουζουράκη και αφήνω τελευταίο τον Γιώργο Νταλάρα για έναν λόγο σημαντικό. Ο άνθρωπος είχε λοίμωξη του αναπνευστικού και κάποιες νότες δεν του βγαίνανε μα επειδή προσπαθούσε όλο το Ηρώδειο τον επιβράβευσε με το να τον στηρίζει σιγοτραγουδώντας μαζί του. Μια στιγμή που είδα τη δύναμη του Νταλάρα και την αγάπη που του έχει το κοινό. Αν για να πω την αλήθεια και καλά να ήταν ο Νταλάρας πάλι πάνω απ’ τη φωνή του θα τραγουδούσαμε, γιατί όλοι είχαμε τη διάθεση λες και ήμασταν σε οικογενειακή γιορτή ή σε μια ανοιχτή μεγάλη μαρμάρινη μπουάτ.

«Εμείς πήγαμε στην μπουάτ Ρήγας της Πλάκας.», λέει ο Σαββόπουλος. «Μέχρι τότε δεν μου επιτρεπόταν να παίξω στην Πλάκα υπήρχε ειδική μέριμνα της αστυνομίας. Θυμάμαι ότι στη μεταπολίτευση πήγαμε στην μπουάτ Ρήγας και παίζαμε τους Αχαρνής. Το παίζαμε σαν μια σάτιρα, τις μεγαλοστομίες της μεταπολίτευσης και έτσι ξίνησαν λίγο οι νεολαίες. Ένα δυο βράδια δημιουργήθηκαν και επεισόδια μέσα στην αίθουσα. Ναι, με έκραξαν. Αλλά κοιτάξτε τροβαδούρος που δεν τον έχουμε κράξει δεν είναι σοβαρός».

 

 

Πολύ σωστά τα έλεγε ο Νιόνιος καθ ‘όλη τη διάρκεια της βραδιάς, θυμήθηκε και την καριέρα στο εξωτερικό που δεν έζησε με αφορμή τα γεγονότα που προκάλεσε στις 29 Νοεμβρίου 1970 η πρεμιέρα στην Αθήνα του ντοκιμαντέρ Woodstock του σκηνοθέτη Michael Wadleigh:

«Η πρεμιέρα δόθηκε στο κινηματοθέατρο Παλλάς, στη Βουκουρεστίου. 2.000 άτομα στριμώχτηκαν μέσα στην αίθουσα και 3.000 άτομα ήταν έξω στον πεζόδρομο. Τότε δεν ήταν πεζόδρομος, απλώς κόψανε την κυκλοφορία. 3.000 άτομα απέξω περιμένανε να μπούνε σε μια επόμενη προβολή. Ξαφνικά μέσα στην αίθουσα ακούγεται μια ιαχή, μια οχλαγωγία. Τι είχε συμβεί; Στο πανί είχε προβληθεί ο Richie Havens να λέει το Freedom, το έλεγε συνταρακτικά. Οπότε, καταλαβαίνετε, μέσα στη χούντα Freedom και Ελευθερία η νεολαία λάλησε μέσα στην αίθουσα. Η ιαχή βγήκε από την αίθουσα, κατέβηκε τις σκάλες και απλώθηκε στο οδόστρωμα. Πώς βγαίνει ο ιερέας από την Ωραία Πύλη με το Άγιο Φως και τσακ τσακ τσακ τα κεράκια ανάβουν όλα και απλώνεται η φλόγα. Έτσι απλώθηκε η ιαχή και βρέθηκαν δηλαδή 3.000 και άτομα να κάνουν συλλαλητήριο και να φωνάζουν Ελευθερία μες στο κέντρο της Αθήνας, δίπλα στη Βουλή των Ελλήνων.

Πλάκωσε η αστυνομία. Ανοίξανε κεφάλια. Διακόπηκε η προβολή. Αστυφύλακες τραβούσαν από τον γιακά αιμόφυρτους τους διαδηλωτές. Βγήκε στα σκαλιά ο σκηνοθέτης της ταινίας Michael Wadleigh, παρευρισκόταν για την πρεμιέρα, βγήκε να καθησυχάσει τα πράγματα, δεν τον άκουγε κανένας. Τώρα εγώ αυτά δεν τα ‘ξερα, τα έμαθα το βράδυ που πήγα στο Ροντέο κλαμπ που παίζαμε στην οδό Χέυδεν, όσοι το προλάβατε, κι κόσμος μιλούσε γι’ αυτό. Ήταν το πρώτο συλλαλητήριο με συνθήματα εναντίον της χούντας. Νεολαιίστικο, αυθόρμητο, χωρίς πολιτικούρες.

Αρχίσαμε να παίζουμε και ξαφνικά βλέπουμε να κατεβαίνει τις σκάλες, γιατί υπόγειο ήταν το Ροντέο, o Michael Wadleigh μαζί με τον τραγουδιστή Donovan. Αλαλαγμός στην αίθουσα, γουέλκαμ καλωσορίσματα …κάθισαν ανάμεσα οι άνθρωποι. Εμείς παίζαμε και στο τέλος του προγράμματος, ευγενέστατοι αυτοί ανέβηκαν στο πάλκο κονγκρατσουλέσιονς και το καλοκαίρι να πάμε στο φεστιβάλ του Νιούπορτ. Μεγαλεία. Αλλά δεν μου δίναν διαβατήριο θα ‘χα γίνει διάσημος. Και τους άρεσε ιδιαιτέρως εκείνο το τραγούδι η ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη. Κατανοητό, διότι είναι μπαλάντα σε ματζόρε είναι κοντά στα ακούσματά τους. Νομίζω σας το έχω ξαναπεί εγώ δεν το είχα γράψει για τον Καραϊσκάκη το είχα γράψει για τον Τσε Γκεβάρα, που τότε ήταν σύμβολο της διαρκούς επανάστασης. Όλοι οι φοιτητές τον είχανε αφίσα στα δωμάτιά τους, αλλά πώς θα περνούσε απ’ τη λογοκρισία; Σκέφτηκα ότι δεν θα τον πείραζε τον οπλαρχηγό της Ρούμελης να κρύψει τον Κομαντάντε. Ούτε βέβαια και τον κομαντάντε δεν τον πείραζε, δεν του έπεφτε και λίγος ο οπλαρχηγός της Ρούμελης, ο στρατηγός».

 

 

Έφτασε και η στιγμή να μου απαντήσει ο Νιόνιος και το αρχικό μου ερώτημα χρονολογικά πότε τελειώνει η μεταπολίτευση:

«Η μεταπολίτευση τελείωσε τον Ιούλιο του ’75, διότι καινούργιο Σύνταγμα, λυμένο το πολιτειακό, εκλεγμένη κυβέρνηση, τελείωσε. Όμως όχι, ο καθένας μας είχε την αίσθηση ζωηρά ότι δεν τελείωνε, ότι είναι κάτι, ένα έργο ιν πρόγκερς ας πούμε, κάτι που συνεχώς διαμορφώνεται και ο καθένας έχει μια άλλη άποψη για το πότε μπορεί να τελειώσει, αν τελείωσε ποτέ. Εγώ σκέφτηκα την πρώτη φορά ότι τελείωσε το ’81, γιατί το ’81 καταργήθηκαν τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, αναγνωρίστηκε η Εθνική Αντίσταση, νομιμοποιήθηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα, η λογοκρισία που μας ενδιέφερε και άμεσα σταμάτησε να υπάρχει. Πρόεδρος της Δημοκρατίας ήταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, πρωθυπουργός ήταν ο Ανδρέας. Αισθανόσουν μια ασφάλεια, αισθανόσουν μια αισιοδοξία ότι επιτέλους προχωράμε τώρα μπροστά, σαν να έπεσε ένα σύνθημα να βγουν από τις στοές τους οι απόκληροι και να παίξουν κεντρικό παιγνίδι έξω.

Εγώ έτσι έγραψα “Τα τραπεζάκια έξω” είναι ο πιο χαρούμενος δίσκος μου κι έτσι έκανα τότε το Ολυμπιακό Στάδιο. Κι όχι μόνον εγώ εκείνο το καλοκαίρι, θυμάστε, ήταν το πάρτι του Λουκιανού Κηλαηδόνη, το πάρτι στη Βουλιαγμένη. Και άκουγες πάρα πολύ ωραία τραγούδια του Γιάννη Μαρκόπουλου, του Δήμου Μούτση, του Γιάννη Σπανού, του Κουγιουμτζή, του Σταύρου Ξαρχάκου. Θυμάστε στο Αθήναιον το Μεγάλο μας Τσίρκο την παράσταση; Τη μουσική είχε γράψει ο Σταύρος ο Ξαρχάκος. Θυμάστε ένα τραγούδι που είχε η παράσταση που έλεγε η Καρέζη με τον Καζάκο, Ορέστη από τον Βόλο, Μαρία απ’ την Σπάρτη;».

Το θυμόμασταν και το τραγουδήσαμε κι αυτό όπως και το Πάμε μια βόλτα στη Βουλιαγμένη που αφιέρωσε στον Λουκιανό. Μετά θυμήθηκε τον Λεωνίδα Κύρκο λέγοντας:

«Ο Λεωνίδας Κύρκος είχε υιοθετήσει έναν νεολογισμό του Ανδρέα Παπανδρέου, μια λέξη. Η λέξη ήταν μικρομεσαίοι, αλλά όταν την έλεγε ο Λεωνίδας ο μακαρίτης κατουριώσουν απ’ τα γέλια, έτσι όπως το έλεγε, γιατί έλεγε “και συ εργάτη και συ αγρότη και συ μικρομεσαίεεε”. Ναι, εμείς ήμασταν οι μικρομεσαίεεε. Εμείς κρατήσαμε τα μπόσικα, διότι είχαμε απέναντι μας να αντιμετωπίσουμε μπόλικη εξωκοινοβουλευτική δραστηριότητα, φονικές οδομαχίες, πολλές φορές περιφρόνηση των θεσμών και από τις δύο μεγάλες παρατάξεις, λαϊκισμό από ολούθε, μια αστυνομία να πυροβολεί στο ψαχνό κι από πάνω κι έναν ψωροπερήφανο, έναν ψηλομύτικο αντιευρωπαϊσμό. Μέσα σ’ όλα αυτά εμείς κρατήσαμε τα μπόσικα και φέραμε την υπόθεση εδώ που τη φέραμε. Και τώρα; Τώρα χάλια. Τώρα έρχονται πάλι οι στίχοι του Αναγνωστάκη που τους θυμηθήκαμε στην αρχή της βραδιάς.

“Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ. Μικροζημιές και μικρό κέρδοι συμψηφίζοντας. Το θέμα είναι τώρα τι λες”.
Τώρα τι λες; Και σαν ο γερο Καραμανλής να μου απαντάει από το υπερπέραν.
“Κοινοβουλευτισμός, φιλελευθερισμός, Ευρώπη”. Πιάσε ένα τσάμικο”.

 

 

Κι όλα τα καμπανάκια που ηχούσαν πάψανε διότι κι ο Νιόνιος συνειδητοποιεί τα σημερινά χάλια που βιώνουμε όλοι, ευτυχώς παραμένει σε επικοινωνία με την κοινωνία και είναι και ειλικρινής. Συνεχίζοντας μοιράζεται:

«Το κλίμα με τα γεγονότα εκείνης της εποχής. Τώρα θα με ρωτήσετε και μόνον τέτοιου είδους τραγούδια φέρουν το αποτύπωμα εκείνης της εποχής; Όχι, διότι μπορεί να τραγουδούσες Μίκη Θεοδωράκη και μετά από λίγο να σου κόλλαγε και ένα Κυρά-Γιώργαινα ο Γιώργος σου πού πάει. Έτσι είναι. Διότι και η ελαφρότητα έχει δικαίωμα στην ψυχή. Ή τραγουδούσες το επιβλητικό τραγούδι του Χρήστου Λεοντή “Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους μπορεί να ‘ναι κι από αίμα”. Αλλά μετά από λίγο “Λούλα Λούλα που είσαι Λούλα” του Λογοθέτη. Παραδείγματος χάριν, δώστε μου ένα τόνο».

Κι άρχισε τότε να μας τραγουδά το Ο ντίρλα ντα ντιρλάντα ντά. Ένιωσα τυχερός που παρακολούθησα αυτό το «σεμινάριο» από τον Διονύση Σαββόπουλο που για πολλούς από μας είναι ο Νιόνιος με το μούσι, τα γυαλιά, τις τιράντες. Τραγούδησα, έμαθα και προβληματίστηκα με τα όσα είπε και σοφά εποίησε. Είχε φροντίσει μάλιστα να έρθει στο τέλος η μπάντα του Ναυτικού να συνοδεύσει στα τελευταία τραγούδια, πιστεύω ως μια τιμή για την επιχείρηση Βέλος, τη μόνη απόπειρα από πλευράς στρατού κατά της Χούντας που έκανε το πολεμικό ναυτικό. Όσο όμως τυχερός και να ένιωθα εγώ, ο Νιόνιος ένιωθε πιο τυχερός.

«Νιώθω τυχερός», είπε, «γιατί παρ’ όλες τις λακκούβες καταφέραμε ομαλή διαδοχή κυβερνήσεων. 50 χρόνια πολιτική ομαλότητα δεν έχει ματαγίνει στην Ελλάδα. Αυτό τουλάχιστον το καταφέραμε. Μπορούμε να δώσουμε συγχαρητήρια στους εαυτούς μας γι’ αυτό. Και δεν μπορώ να ακούω κάτι εναλλακτικούς τζιτζιφιόγκους να λένε “Η χούντα δεν τελείωσε το ’73”. Κρατήσαμε τη δημοκρατία και προσπαθήσαμε ο καθένας από τη μεριά του να φτιάξουμε ένα έργο για να δώσουμε νόημα και φως σ’ αυτόν τον χρόνο που μας χαρίστηκε. Να δώσουμε περιεχόμενο στις μέρες μας. Να δώσουμε περιεχόμενο στις νύχτες. Τώρα εσείς, τα νεότερα παιδιά αυτής της πόλης, με την ιερή της τρέλα και το αιώνιο πάθος της που γέννησε τη Δημοκρατία. Προστατέψτε την. Προστατέψτε τη δημοκρατία της μικρής μας χώρας. Κρατήστε όρθια την Ελληνική Δημοκρατία μέχρι το ροκ του μέλλοντος σας και σας το λέμε εμείς του ’60 οι εκδρομείς».

Πήρα την ευχή απ’ του ’60 τους εκδρομείς, είδα το Ηρώδειο γεμάτο από μια μεγάλη γκάμα ηλικιών που κυριαρχούσε το κόκκινο, το πράσινο και μπλε χρώμα με τις αποχρώσεις τους ενδυματολογικά. Όλοι βγήκαμε στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου και πήραμε τον διάβα του γυρισμού προς τον μικρομεσαίο κόσμο μας που πλέον δεν υφίσταται, σε μια δημοκρατία που βαστάμε με νύχια και με δόντια ζωντανή. Θα μου πείτε «Στέλιο τι θες επανάσταση»; Θα σας απαντήσω: «Όχι απαραίτητα επανάσταση μα δεν θέλω άλλο στάση και ανοχή. Γι’ αυτό και επέλεξα να σταθώ στα λεγόμενα του Νιόνιου και να τα μοιραστώ μαζί σας. Ας εκτιμήσουμε αυτό που έχουμε για να κατακτήσουμε τους επόμενους μας στόχους και να είμαστε ένα με την κοινωνία. Δεν είναι η Ελλάδα και εμείς, η Ελλάδα είμαστε εμείς.