Την προηγούμενη Παρασκευή το βράδυ η παράσταση της «Hλέκτρας» του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου βρίσκεται κάπου στα μισά της, όταν μια δυνατή φωνή που λέει «Ένα γιατρό!» ακούγεται απ’ τις εξέδρες. Εκείνη τη στιγμή πάνω στη σκηνή ήταν ο Γιάννης Αναστασάκης ως Παιδαγωγός, η Ιωάννα Παππά ως Κλυταιμνήστρα, η Λουκία Μιχαλοπούλου ως Ηλέκτρα και ο αποτελούμενος από εννέα γυναίκες χορός. Ο Αναστασάκης βρισκόταν στην άκρη της σκηνής, κοιτώντας μάλιστα προς τις εξέδρες. Ήταν αυτός που βρισκόταν στη μέση μιας αναγγελίας. Η Παππά τον άκουγε σε μια σκάλα του σκηνικού, η Μιχαλοπούλου λίγο πιο πέρα, έχοντας τις γυναίκες του χορού ακριβώς από πίσω της.
Καταρχάς η πρώτη αστραπιαία σκέψη όταν ακούς μια δυνατή φωνή απ’ τα σκοτεινά να παρεμβάλλεται στη ροή της παράστασης: είναι μέρος της παράστασης; Εντάξει, πριν προλάβει καλά καλά να σχηματιστεί εξαφανίζεται. Αλλά σαν να έχει εκπαιδευτεί τόσο πολύ ο εγκέφαλός μας όταν κλείνουν τα φώτα και ξεκινά μια θεατρική παράσταση, ώστε δεν μπαίνει μόνο σε μια συνθήκη αναστολής της δυσπιστίας, αλλά αναστολής όλης της υπόλοιπης πραγματικότητας. Σαν να μην μπαίνει στο pause μόνο η δική μας δυσπιστία, αλλά όλη η εκτός της παράστασης πραγματικότητα, σαν ό,τι συμβαίνει για όση ώρα διαρκεί να μπορεί να ανήκει μόνο στην επικράτειά της. Σαν ό,τι συμβαίνει τόσο φωναχτά τουλάχιστον. Γιατί στις θέσεις μας, όσο καθόμαστε σχετικά ήσυχα, μπορεί κάλλιστα να μας συμβαίνουν ιδιωτικά διάφορα άλλα πράγματα, να αφαιρούμαστε, να βαριόμαστε, να μας τρώνε κουνούπια, να πιανόμαστε κ.ο.κ, αλλά δεν είναι πράγματα που επεμβαίνουν στη συλλογική εμπειρία: εκεί τον λόγο -τον φωναχτό λόγο- τον έχουν μόνο τα τεκταινόμενα στην παράσταση.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως είπαμε, τον είχε ο Γιάννης Αναστασάκης. Στο άκουσμα της έκκλησης για γιατρό κοκαλώνει, εξακολουθώντας να κοιτά προς την εξέδρα. Τα φώτα ανάβουν, ο φωτισμός παύει να είναι της παράστασης, αλλά όλοι οι ηθοποιοί μένουν εντελώς ακίνητοι στη θέση τους, σαν να βλέπαμε ταινία και κάποιος όντως πάτησε το pause. Διψήφιος αριθμός ανθρώπων, ενδεχομένως και δεκάδες, αρχίζουν να κατηφορίζουν από τις δικές τους θέσεις προς τη θέση του ανθρώπου που είχε το πρόβλημα. Για εκείνους είναι προφανώς πολύ πιο σύνηθες να βρίσκονται σε μια κατάσταση που κάνουν κάτι εντελώς άλλο και να χρειάζεται να ξαναφορέσουν την μπέρτα του ιπποκρατικού υπερήρωα που σώζει ζωές (γενικότερα μιλώντας, όχι ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχε ευτυχώς τελικά -από όσο μπόρεσα να πληροφορηθώ- κάτι τόσο βαρύ).
Για μένα πάλι, δεν ήταν μόνο η πρώτη φορά που γίνομαι μάρτυρας τέτοιου περιστατικού σε θεατρική παράσταση, αλλά με έβαλε και να αναρωτηθώ τι θα έκανα εγώ σε ανάλογη περίπτωση; Ένας άνθρωπος δίπλα μου θα έδειχνε ότι χρειαζόταν γιατρό: θα φώναζα δυνατά; Θα προσπαθούσα πρώτα με παντομίμα, ή έστω χαμηλόφωνα και διακριτικά, να βρω κάποιον υπεύθυνο γύρω μου, ώστε να τον ειδοποιήσω; Θέλει ένα είδος θάρρους, ίσως κι ένα είδος entitlement, μια αίσθηση πως νομιμοποιείσαι να βροντοφωνάξεις σε ένα θέατρο με χιλιάδες θεατές, ότι εδώ πρέπει να γίνει επειγόντως κάτι. Δεν έχει σημασία ότι αυτό που πρέπει να γίνει δεν αφορά εσένα αλλά την υγεία ενός άλλου, το ψυχολογικό εμπόδιο έχει να κάνει με το κατά πόσο δικαιούσαι να υψώσεις τη δική σου ακάλεστη φωνή ενοχλώντας τόσο πολύ κόσμο.
Κλείσιμο της προσωπικής παρέκβασης και επιστροφή στη μεγαλύτερη εικόνα: υποθέτω ότι το πάγωμα όλων των ηθοποιών στη θέση τους δεν ήταν αυθόρμητο, φαντάζομαι ότι είναι κάτι που διδάσκεται στις σχολές για τέτοιες έκτακτες περιπτώσεις. Αυτό τους το συλλογικό κοκάλωμα, αυτή τους η συλλογική πειθαρχία, αυτή η δυνατότητα των συντελεστών μιας θεατρικής παράστασης, όχι μόνο να δημιουργούν έναν κόσμο και να μας καλούν να μπούμε μέσα του ώστε να γίνουμε κοινωνοί όλων εκείνων που συμβαίνουν στους ήρωες και όλων εκείνων που νιώθουν, αλλά και σε απρόοπτες καταστάσεις να σταματούν ό,τι έκαναν, ό,τι έλεγαν, ό,τι έπαιζαν, σαν να πατήθηκε ένα κουμπί, κι ύστερα, σαν να ξαναπατήθηκε ένα άλλο, να συνεχίζουν τη ροή του έργου και της κίνησής τους και της ψυχικής τους κατάστασης από εκεί ακριβώς που είχε σταματήσει, είναι σαν ένα διδαγμένο, εκπαιδευμένο, αφομοιωμένο, συλλογικό θαύμα.
Οι άνθρωποι του σινεμά κάνουν κινηματογράφο απευθυνόμενοι πρωτίστως στους θεατές και για να μένουν οι ταινίες τους στο χρόνο. Οι λογοτέχνες γράφουν βιβλία απευθυνόμενοι πρωτίστως στους αναγνώστες και για να μένουν τα βιβλία τους στο χρόνο. Όσες φορές κι αν επανέρχονται από μόνοι τους και χωρίς να τους το ζητάει κανείς οι ηθοποιοί για υπόκλιση, οι άνθρωποι του θεάτρου δεν απευθύνονται πρωτίστως στους θεατές, οι παραστάσεις τους φτιάχνονται για να μην μείνουν σε κανέναν χρόνο, φτιάχνονται αφορώντας μόνο την κάθε ξεχωριστή βραδιά, συμπεριλαμβανομένων των απροόπτων της, οι άνθρωποι του θεάτρου κάνουν θέατρο απευθυνόμενοι πρωτίστως ο ένας στον άλλο και την τέχνη τους και τις πρόβες τους, οι άνθρωποι του θεάτρου διδάσκουν ο ένας στον άλλο την τρέλα τού να μην σε αφορά ο χρόνος αλλά μόνο η στιγμή, διδάσκουν ο ένας στον άλλο το θαύμα να κινούνται και να μιλούν στη σκηνή όταν πρέπει και να μένουν ακίνητοι και σιωπηλοί όταν πρέπει. Κι ύστερα να συνεχίζουν από εκεί που το είχαν αφήσει. Τρέλα. Και θαύμα.
