Εδώ και τρεις αιώνες, το “Κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι” του Γιοχάνες Βερμέερ παραμένει ένα από τα πιο αινιγματικά έργα της δυτικής τέχνης. Το βλέμμα της νεαρής γυναίκας, η στροφή του κεφαλιού, η λάμψη της πέρλας και το σκοτεινό φόντο γεννούν ερωτήσεις που δεν έχουν πάψει να απασχολούν ιστορικούς, θεολόγους, συγγραφείς και κινηματογραφιστές.

Τώρα, ο Βρετανός ιστορικός τέχνης Άντριου Γκράχαμ-Ντίξον, γνωστός από τις τηλεοπτικές του σειρές για τον Καραβάτζο και τη μεσαιωνική τέχνη, προτείνει μια επαναστατική θεωρία στο νέο του βιβλίο Vermeer: A Life Lost and Found. Μια θεωρία που δεν αφορά μόνο την ταυτότητα του μοντέλου, αλλά τη βαθύτερη ανάγνωση των έργων του Βερμέερ.

Στο βιβλίο του Vermeer: A Life Lost and Found, αποτέλεσμα έξι χρόνων έρευνας, ο Άντριου Γκράχαμ-Ντίξον συνδέει το έργο με τις θρησκευτικές κοινότητες των Remonstrants και των Collegiants, που άνθισαν στην Ολλανδία τον 17ο αιώνα. Ήταν άνθρωποι με ανοιχτό πνεύμα, που πίστευαν στην ισότητα, στην απλότητα της πίστης και στην αγάπη ως βασική πράξη ζωής.  Ο Βερμέερ, σύμφωνα με την έρευνα, ανήκε σε αυτόν τον κύκλο – έναν κύκλο προοδευτικών εμπόρων, καλλιτεχνών και γειτόνων στο Ντελφτ, που πίστευαν σε έναν ανθρωποκεντρικό Χριστιανισμό, χωρίς ιεραρχίες, χωρίς τελετουργίες, χωρίς διαχωρισμούς. Οι λειτουργίες των Collegiants γίνονταν σε σπίτια, όχι σε εκκλησίες· και για πρώτη φορά, οι γυναίκες είχαν ελευθερία λόγου.

Κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι του Γιοχάνες Βερμέερ

Για να φτάσει σε αυτό το συμπέρασμα, ο Άντριου Γκράχαμ-Ντίξον αφιέρωσε έξι χρόνια ερευνώντας τα ίχνη του κοινωνικού και θρησκευτικού κύκλου γύρω από τον Βερμέερ στο Ντελφτ. Αφορμή για την έρευνά του η αίσθηση ότι οι πίνακες του Βερμέερ -ιδίως οι εσωτερικές σκηνές με γυναίκες- έχουν κοινό πνευματικό ύφος. Όλες αυτές οι γυναίκες μοιάζουν να βρίσκονται σε μια στιγμή περισυλλογής. Αυτό τον οδήγησε να ψάξει το κοινωνικό και θρησκευτικό περιβάλλον του καλλιτέχνη στο Ντελφτ. Μέσα από δημοτικά και εκκλησιαστικά αρχεία εντόπισε ότι οι βασικοί πάτρωνές του, και γείτονές τους, η Μαρία ντε Κνάι και ο Πίτερ Κλάεζ φαν Ράιφεν, ήταν μέλη αυτών των ομάδων. Ο εντοπισμός του σπιτιού τους, γνωστού ως Golden Eagle, απέναντι από μια κρυφή εκκλησία των Remonstrants, ενίσχυσε την υπόθεση ότι ο πίνακας δημιουργήθηκε για εκείνους και ίσως απεικονίζει την κόρη τους, τη Μαγδαληνή φαν Ράιφεν. Όταν ο Βερμέερ ζωγράφιζε το έργο γύρω στο 1667, εκείνη θα ήταν περίπου δώδεκα ετών, δηλαδή στην ηλικία που οι Collegiants συνήθιζαν να τελούν τη βάπτιση ή μια συμβολική είσοδο στην πίστη.

Αν ισχύει αυτή η εκδοχή, ο πίνακας αναπαριστά μια στιγμή πνευματικής αφύπνισης. Το κορίτσι, στραμμένο προς το φως, μοιάζει να αναγνωρίζει κάτι ή κάποιον. Ο Γκράχαμ-Ντίξον βλέπει σε αυτή τη στιγμή μια αναφορά στη βιβλική Μαρία Μαγδαληνή, όταν αντικρίζει τον αναστημένο Χριστό. Η πέρλα, αναφέρει, μπορεί να συμβολίζει την ψυχή – κάτι πολύτιμο και άυλο, που αντανακλά το φως.

Αυτή η αποκάλυψη προσφέρει και μια εντελώς νέα ματιά στους διάσημους πίνακες του Βερμέερ με μοναχικές γυναίκες σε δωμάτια λουσμένα στο φως: η “Δανειοδότρια”, η “Αναγνώστρια ενός γράμματος”, η “Γυναίκα με ζυγαριά”, όλες τους φαίνεται να συμμετέχουν σε μια εσωτερική πράξη διαλογισμού.

Ο Γκράχαμ-Ντίξον προτείνει πως αυτά τα έργα λειτουργούσαν ως οδηγοί πνευματικής ζωής, μικρά εικαστικά “ευαγγέλια” για τον θεατή. Όλες εκείνες οι ήσυχες γυναικείες φιγούρες, λουσμένες στο φως που μπαίνει από το αριστερό παράθυρο, μοιάζουν τώρα με εικόνες εσωτερικού στοχασμού, όχι μόνο καθημερινότητας.

Ο ίδιος ο Βερμέερ παραμένει μια αινιγματική μορφή. Ζούσε στο Ντελφτ, απέκτησε έντεκα παιδιά και πέθανε στα 43 του, αφήνοντας μόλις 36 γνωστά έργα. Σπάνια εμφανίζεται σε επίσημα αρχεία, γι’ αυτό και οι ιστορικοί τον αποκαλούν “Σφίγγα του Ντελφτ”. Για τον Γκράχαμ-Ντίξον όμως, η σιωπή γύρω από τη ζωή του δεν είναι ένδειξη μυστηρίου αλλά σεμνότητας: ανήκε, λέει, σε ανθρώπους που πίστευαν πως η πίστη φαίνεται μέσα από τις πράξεις, όχι μέσα από τον λόγο.

Όπως κι αν το δει κανείς, η θεωρία του σίγουρα προσφέρει έναν νέο τρόπο να προσεγγίσουμε τη ζωγραφική του Βερμέερ.

Με πληροφορίες από τον Observer.