Ισπανικό καλοκαίρι περνά η στήλη φέτος, με τέταρτη ισπανική ταινία: μετά το «Πάρτι Χωρισμού» του Χονάς Τρουέμπα, «Το 47»  του Μαρσέλ Μπαρένα και την επανέκδοση των «Γυναικών στα Πρόθυρα Νευρικής Κρίσης» του Πέδρο Αλμοδόβαρ, τώρα και «Το Πατρικό» του Άλεξ Μοντόγια. 

Τρία αδέλφια λίγο πριν την μέση ηλικία, η μητέρα τους είχε πεθάνει πρώτη, ο πατέρας τους τότε άφησε την πόλη και εγκαταστάθηκε μόνιμα στο εξοχικό που είχαν χτίσει στο χωριό, στο σπίτι που παλιά η οικογένεια περνούσε αδιαλείπτως τα καλοκαίρια της. Έρχεται όμως και η σειρά του πατέρα να πεθάνει και ένα χρόνο αργότερα τα αδέλφια έρχονται με τις δικές τους οικογένειες για λίγες μέρες στο χωριό, να κάνουν ένα τελικό ξεκαθάρισμα στα πράγματα και να αδειάσουν το σπίτι από τα πολλά, προκειμένου να προχωρήσουν στη συμφωνημένη κι απ’ τους τρεις τους πώλησή του. 

Ο πατέρας πέρασε τη ζωή του ως οδηγός και κάνοντας παραδόσεις και διάφορα θελήματα για εταιρίες, παρόλα αυτά δεν κατάφερε απλά να μεγαλώσει μαζί με τη γυναίκα του τρία παιδιά, κατάφεραν να φτιάξουν κι ένα σπίτι στο χωριό. Ανήκε σε μια γενιά που οι συνθήκες της εποχής της της επέτρεπαν και περισσότερα του ενός παιδιού να κάνει και σπίτια να φτιάξει, έστω κι αν τα έφτιαχνε όπως εδώ με πολύ προσωπική εργασία και με πολεοδομικές παραβάσεις που ρυθμίζονταν στην πορεία. Της επιτρεπόταν αλλά και το επιδίωκε, έβρισκε σε αυτό νόημα, έβρισκε νόημα στο να χτίσει κυριολεκτικά και μεταφορικά, στο να αφήσει κάτι στέρεο πίσω της. Ακόμα κι αν με τον όρο «έβρισκε νόημα» εννοούμε ότι έτσι ήταν προγραμματισμένη. Και ποια γενιά δεν είναι προγραμματισμένη άλλωστε; Οι αμέσως επόμενες πάντως γενιές και εποχές είδαν παιδιά με θεωρητικά πολύ περισσότερα προσόντα να έχουν απολαβές που το μόνο που τους επέτρεπαν είναι να σκέφτονται πώς θα πουλήσουν τα σπίτια που κληρονόμησαν για να καλύψουν τρύπες. Δεν είναι αποκλειστικά οικονομικό το ζήτημα, είναι συνολικά ένας τρόπος ζωής και προτεραιότητες ζωής, ωστόσο, ναι, σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό είναι οικονομικό: τα λεφτά που βγάζεις ως εργαζόμενος ως πού μπορούν να σε φτάσουν;  

«Το Πατρικό» ξεκινά με υποσχέσεις σκηνοθετικά, καθώς παρακολουθούμε από απόσταση τα σημάδια αδυναμίας του πατέρα μέσα στο σπίτι, το έχω πάρει την κάτω βόλτα, το τελειώνει σιγά σιγά η μπαταρία μου. Λίγο μετά θα δοθεί κάτι σαν δεύτερη υπόσχεση, καθώς ο γιος δεν έχει σήμα, δεν έχει σύνδεση, βγαίνει στην αυλή και σηκώνει το κινητό προς τον ουρανό και είναι σαν να προσπαθεί να επικοινωνήσει και με ό,τι υπάρχει εκεί πάνω, την τεχνολογία που θα του επιτρέψει την επικοινωνία, ή κάποια ανώτερη δύναμη, ή τον νεκρό του πατέρα. Πρόκειται ωστόσο για υποσχέσεις που θα μείνουν υποσχέσεις. Εντελώς μικρό σε διάρκεια, αλλά αυτό δεν είναι από μόνο του πρόβλημα, αρκετά μικρό συνολικά σε μέγεθος, ούτε αυτό είναι από μόνο του πρόβλημα, το πρόβλημα είναι ότι είναι μικρό ενώ άνετα θα χωρούσε μέσα του περισσότερα πράγματα και θα επωφελούνταν από την παρουσία τους. Βασισμένο σε graphic novel, το οποίο από τη φύση του μπορεί να λειτουργήσει πολύ πιο ελλειπτικά, δεν αναπτύχθηκε αρκετά σεναριακά, αρκέστηκε κατά τη γνώμη μου σε πολύ λίγα. 

Οι χαρακτήρες δεν αναπτύσσονται ικανοποιητικά, με τους περισσότερους να είναι σχηματικοί, ενώ ξεμπερδεύουμε πολύ γρήγορα και χωρίς ιδιαίτερες διακυμάνσεις ή αποχρώσεις με τις συγκρούσεις, τις συμφιλιώσεις και γενικά τα διακυβεύματα μεταξύ των τριών αδελφών. Οι αναμνήσεις μέσω φλας μπακ άλλοτε δουλεύουν, άλλοτε όμως μοιάζουν ατάκτως ερριμένες, ενώ, χωρίς να είναι τόσο σημαντικό, από την άλλη είναι: τι άραγε μας προσφέρει εμάς ως θεατές μια συγκεκριμένη ημερομηνία (Τετάρτη 21 Οκτωβρίου του 2015) που βλέπουμε στην αρχή της ταινίας; Πλαισιώνει την ιστορία που παρακολουθούμε με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, πλην ενός πιθανότατου αλλά αταίριαστου εδώ ημερολογιακού – αυτοβιογραφικού;

MADRID, 30/04/2024.- Fotograma de “La casa”. La novela gráfica ‘La casa’, del Premio Nacional de Cómic Paco Roca, narra la historia de tres hermanos que se reúnen para decidir qué hacer con la casa familiar tras la muerte del padre entre recuerdos, secretos y viejas disputas. Ahora llega su adaptación al cine, dirigida por Álex Montoya y protagonizada por David Verdaguer, Óscar de la Fuente, Miguel Rellán y Luis Callejo, entre otros, y que se llevó el premio al mejor guion en el Festival de Málaga. EFE/ Revolutionary Films

Νομίζω ότι συνολικά έχουμε να κάνουμε με μια ταινία που μοιάζει πιο καλή απ’ ό,τι είναι, που μας κάνει να προσπερνάμε τα ελαττώματά της και το πόσο περισσότερο θα μπορούσε να είναι δουλεμένη. Μας κάνει να τα προσπερνάμε όμως επειδή, παρά την ύπαρξή τους, δεν είναι ότι τη βλέπεις και δεν σου κάνει κάτι, δεν σε αγγίζει, σε αφήνει αδιάφορο. Γιατί; Γιατί είναι αφενός το αντικείμενό της τέτοιο και αφετέρου τέτοια η ματιά του πάνω του, που είναι δύσκολο να μη βρεις σημεία επαφής μαζί τους. Οικουμενικές καταστάσεις, οικείες, η συνθήκη της επιστροφής στο χωριό και το παρελθόν, τα κληρονομικά, τα ανάμεικτα και αλληλοαντιμαχόμενα συναισθήματα μεταξύ συγγενών. Για παράδειγμα μια σκηνή αγκαλιάς μεταξύ των τριών αδελφών δεν είναι ότι κερδήθηκε δραματουργικά, δεν είναι ότι προκύπτει οργανικά, ούτε ακριβώς ότι έρχεται για να λύσει κάτι, μοιάζει σαν να προσφέρεται δωρεάν, μοιάζει και ταυτόχρονα είναι αβανταδόρικη και εύκολη. Απ’ την άλλη δεν παύει να είναι μια σκηνή αγκαλιάς μεταξύ τριών αδελφών που έχουν ξαναέρθει σε ένα μέρος γεμάτο παιδικές μνήμες, τριών αδελφών που όσο μεγάλοι κι αν είναι οι ίδιοι πια, τους ενώνει και το ότι οι γονείς τους έχουν φύγει απ’ τη ζωή. Όσο να ΄ναι δύσκολο μια τέτοια σκηνή να σε πετάξει έξω. 

Αλλά και γενικότερα μιλώντας (και κάπου εδώ μπορούμε να το συνδέσουμε με τις άλλες δύο πρόσφατες ισπανικές ταινίες που προαναφέραμε, το «Πάρτι Χωρισμού» και «Το 47», γιατί όντως υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά) είναι αρκετά ελκυστική, έστω και επειδή μάλλον μας έχει λείψει κινηματογραφικά, η επένδυση στην τρυφερότητα και σε μια πίστη ότι οι άνθρωποι δεν κουβαλάνε νομοτελειακά από κάτω τους πενήντα τρία στρώματα αρρώστιας, καταπίεσης και μαυρίλας, ότι οι άνθρωποι είναι κατά βάση πιο απλοί και λιγότερο κατασκότεινοι. Και ότι μαζί με τους ανθρώπους είναι έτσι και η ζωή λιγότερο άρρωστη και λιγότερο ζοφερή. Είναι στα αλήθεια όμως έτσι οι άνθρωποι; Πιθανότατα όχι. Από την άλλη, μήπως η κινηματογραφική στοχοπροσήλωση σε πιο σκοτεινές οπτικές μας φέρνει πιο κοντά στην όποια μεγάλη αλήθεια; Καθόλου σίγουρος δεν είμαι και για αυτό. Και ποιος είπε τελικά πως ενδιαφέρουσες κινηματογραφικά ιστορίες είναι μόνο όσες μιλούν για εσωτερικούς, διαπροσωπικούς, ή κοινωνικούς δαίμονες; 

Το δράμα δεν χρειάζεται να προκύπτει από φοβερά μυστικά, η παιδική ηλικία δεν χρειάζεται να είναι συνώνυμο της καταπίεσης, η οικογένεια δεν είναι απαραίτητο να συνδέεται με συμπλέγματα ή τερατογενέσεις. Το δράμα το παρέχει εξ ορισμού και η ίδια η ζωή, έστω κι αν πρόκειται για ας τα πούμε ήρεμα δράματα: αν οι άνθρωποι είναι τυχεροί και ζήσουν σε μια εποχή που ιστορικά στη χώρα τους δεν έχει πολέμους και που κοινωνικά δεν μαστίζονται από κάποια τρομερή κρίση και που ιδιωτικά δεν τους έχει τύχει κάποια απρόβλεπτη τραγωδία, υπάρχει η φυσική ροή των πραγμάτων, που κι αυτή κρύβει το γέρασμα των ανθρώπων που μας μεγάλωσαν, το θάνατό τους, το πένθος, το δικό μας παράλληλο μεγάλωμα, τις ματαιώσεις που φέρνει η ζωή στο πέρασμά της, τις συγκρίσεις που κάνουμε με όσους τα κατάφεραν καλύτερα από εμάς, το ασταμάτητο άγχος της επιβίωσης. 

Κάπως έτσι το «Πατρικό» είναι η τρίτη ισπανική ταινία του φετινού καλοκαιριού που ποντάρει χωρίς κόμπλεξ στην ευαισθησία και όχι στην κυνικότητα ή τον πραγματισμό, στην τρυφερότητα και όχι στην αποστασιοποίηση, στην πίστη στον άνθρωπο και όχι στο τραύμα του και το φακντ απ του, χρησιμοποιώντας το σινεμά σκέτα ως μέσο για να αφηγηθεί ιστορίες φιλικές προς το χρήστη, πιασάρικες, ιστορίες για τον πολύ κόσμο. Θα ήταν ανυπόφορο και μαζί χειραγωγικό αν το σινεμά ήταν μόνο έτσι. Είναι όμως τουλάχιστον ευπρόσδεκτη και αυτή η παράλληλη εκδοχή του «σοβαρού» κινηματογράφου.